Αναζήτηση αναρτήσεων

"Crop circles" ή αλλιώς "αγρογλυφικά": έργο εξωγήινων ή ευφάνταστη ανθρώπινη φάρσα; Είναι πάντως εντυπωσιακά όπως και να'χει!

>> 21/9/09

 

Τα αγρογλυφικά είναι ανεξήγητα σχέδια που έχουν σχεδιαστεί μέσα σε μία μόνο νύχτα σε χωράφια σπαρμένα με σιτάρι, καλαμπόκι, κριθάρι, βρώμη, γρασίδι, ακόμα και δέντρα ή χιόνι. Είναι ορατά σε όλη τους την έκταση μόνο από αέρος, αν και σχετική εικόνα τους μπορεί κανείς να αποκομίσει και από το έδαφος. Το παλαιότερο γνωστό αγρογλυφικό φτιάχτηκε στην μεσαιωνική Αγγλία το 1647, όπου και θεωρήθηκε εκείνη την εποχή ότι επρόκειτο περί διαβολικού τεχνουργήματος. Άρχισαν πάλι να εμφανίζονται σε σημαντικά μεγάλο αριθμό στις αρχές του 1970, ως κύκλοι με σπείρες των οποίων η φορά ήταν άλλοτε ωρολογιακή και άλλοτε αντιωρολογιακή. Τα σχήματα ακολουθούσαν γενικά το προαναφερθέν μοτίβο μέχρι το 1990 περίπου. Η μεγάλη αλλαγή επήλθε τότε, όταν εμφανίστηκαν περίπλοκα συμμετρικά σχήματα που αποτελούνταν από ευθείες γραμμές, γωνίες, σπειροειδείς δακτύλους, ακόμα και προοπτικά που δημιουργούσαν την αίσθηση του τρισδιάστατου.
Εμφανίζονται κατά τη διάρκεια της άνοιξης και του καλοκαιριού σε διάφορες περιοχές του κόσμου, όπως τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, την Ευρώπη, τη Λατινική Αμερική, την Ασία και την Αυστραλία. Πάνω από 70 χώρες καταμετρούν αγρογλυφικά στα εδάφη τους, ενώ σε περιοχές με αρχαιολογικούς χώρους τα αγρογλυφικά βρίσκονται συνήθως πολύ κοντά σ’ αυτούς και δείχνουν να διατηρούν σχέση μαζί τους.
Πολλές φορές τα σχήματα είναι τόσο περίπλοκα που δύσκολα μπορεί να πιστέψει κανείς ότι είναι έργο ανθρώπινου εγκεφάλου. Είναι τόσο σύνθετα που φτάνουν κάποιες φορές να μιμούνται fractals (ελλ. μορφοκλάσματα ή μορφοκλασματικά σύνολα, δηλαδή σχήματα που επαναλαμβάνονται αυτούσια σε άπειρο βαθμό μεγέθυνσης) που μόνο ένας υπολογιστής θα μπορούσε να δημιουργήσει. Άλλες φορές παραπέμπουν σε υπερβατικά σχήματα της κβαντικής φυσικής.
Το ότι τόσο ασυνήθιστα και πολύπλοκα σχήματα "σκαλίζονται" σε χωράφια κατά τη διάρκεια μιας μόνο νύχτας, είναι σίγουρα πολύ παράξενο... Μαρτυρίες ανθρώπων αναφέρουν ότι σχηματίστηκαν τέτοια σχέδια σε λιγότερο από δώδεκα δευτερόλεπτα και άλλοι βεβαιώνουν ότι τα χωράφια τους ήταν ανέγγιχτα την αμέσως προηγούμενη μέρα από την εμφάνισή τους. Το θέμα έχει πάρει μεγάλες διαστάσεις την τελευταία τριακονταετία και πλήθος ερευνών έχουν γίνει, από επιστήμονες και μή,  σε μια προσπάθεια ισχυροποίησης της θεωρίας ότι πρόκειται περί εξωγήινων κατασκευασμάτων ή προς αντίκρουση αυτής. Σχετικά συμπεράσματα από τέτοιες έρευνες συνοψίζονται στο ακόλουθο κείμενο του Novus ordo seclorum (New world order):

Υπάρχουν ερωτηματικά που έχουν κάνει πάνω από έναν επιστήμονες και ερευνητές να χάσουν τον ύπνο τους. Τα αγρογλυφικά είναι προφανώς φτιαγμένα με τρόπους ασύμβατους με τη μοντέρνα επιστήμη. Ένα από τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούν κάποιοι ερευνητές για να αποδείξουν ότι πρόκειται για απάτη είναι ότι έχει χρησιμοποιηθεί κάποιο φυσικό αντικείμενο για να ισοπεδώσει με το έδαφος ό,τι έχει κοπεί, κι αυτό διότι έχουμε σπασμένα κλαδιά των φυτών. Όμως, στα γνήσια αγρογλυφικά δεν έχουμε σπασμένα κλαράκια αλλά λυγισμένα, μια περίπου ίντσα από το έδαφος. Απ’ ότι φαίνεται, τα φυτά υπέστησαν μια πολύ σύντομη αλλά ισχυρότατη θερμική πίεση η οποία μαλάκωσε τα κλαράκια ώστε αυτά να λυγίσουν προς το έδαφος υπό γωνία 90 μοιρών και να παραμείνουν σ’ αυτήν τη νέα και μόνιμη θέση τους. Βιολόγοι δεν μπορούν να εξηγήσουν το φαινόμενο, όπως επίσης και οι αγρότες οι οποίοι ξέρουν καλύτερα από οποιονδήποτε άλλον πως συμπεριφέρεται και λειτουργεί η γη τους. Εργαστηριακά πειράματα έδειξαν ότι ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να δημιουργήσει ανάλογα αποτελέσματα είναι η εκπομπή μικροκυμάτων και υπερήχων. Οι γνήσιοι αγρογλυφικοί σχηματισμοί ξεχωρίζουν απ'τους ψεύτικους κυρίως από την ανίχνευση ηλεκρομαγνητισμού στους πρώτους. Όπως σε πολλούς αρχαιολογικούς χώρους αλλά και σε συγκεκριμένους καθεδρικούς ναούς, έτσι και γύρω από γνήσιους σχηματισμούς ανιχνεύεται ηλεκρομαγνητική ενέργεια, κάτι που θα μας έκανε δικαιολογημένα να σκεφτούμε ότι οι σχηματισμοί αυτοί προφανώς αποτελούν (γεωγραφικώς) κάποια παρεμβαλλόμενα σημεία του γενικού αόρατου ενεργειακού γήινου πλέγματος. Η συχνότητα της ενέργειας αυτής σχετίζεται άμεσα με αλλαγές στην εγκεφαλική λειτουργία και επηρεάζει το βιοφυσικό ρυθμό του ανθρώπινου σώματος. Έτσι δεν είναι καθόλου περίεργο το να βλέπεις ανθρώπους να πειραματίζονται μέσα σε χωράφια με αγρογλυφικά πάνω σε ανώτερες καταστάσεις εγρήγορσης,μορφές θεραπειών ή ακόμα και πάνω στα αποτελέσματα ναυτίας, ζάλης και ιλίγγου που προκαλεί η παρατεταμένη έκθεση σε συχνότητες μικροκυμάτων ή υπερήχων.
Στα γνήσια αγρογλυφικά έχει παρατηρηθεί αλλαγή της κρυσταλλικής δομής των φυτών, διαστροφή του εμβρύου των σπόρων καθώς και εξογκώματα των κλαριών, σαν τα φυτά να θερμάνθηκαν από μέσα προς τα έξω. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, τα φυτά συνέχισαν να αναπτύσσονται και να ωριμάζουν υπό τη γωνία που είχαν διπλωθεί. Τα αυθεντικά αγρογλυφικά αναπτύσσονται σπειροειδώς ακολουθώντας μαθηματικές φόρμες που εκφράζονται με τη Χρυσή Αναλογία, τη σπείρα δηλαδή που χρησιμοποιεί η Φύση για να κατασκευάσει οργανισμούς όπως το κοχύλι, το ηλιοτρόπιο, τους γαλαξίες, τη σχέση των αποστάσεων στα κόκαλα του ανθρώπινου χεριού κλπ. Μαθηματικώς, οι γνήσιοι σχηματισμοί εμπεριέχουν κώδικες και θεωρήματα που βασίζονται στην ευκλείδεια γεωμετρία, καθώς και αμετάβλητους κανόνες της απόκρυφης γεωμετρίας. Έχουν την ικανότητα να μεταβάλουν το ηλεκτρομαγνητικό πεδίο της περιοχής κατά τρόπον ώστε οι πυξίδες να μην καταφέρνουν να εντοπίσουν το Βορρά. Κάμερες, κινητά, και μπαταρίες δυσλειτουργούν, όπως επίσης και τα όργανα αεροπλάνων που πετούν από πάνω. Η ακτινοβολία στην περιοχή ανεβαίνει 300% πάνω από το κανονικό όριο, ενώ το σύνολο των ζώων που βρίσκονται εκεί κοντά αποφεύγουν να πλησιάσουν την περιοχή.

Πέρα όμως από τις επιστημονικά τεκμηριωμένες αλήθειες στις οποίες φέρονται να βασίζονται οι παραπάνω έρευνες, είναι δύσκολο το να πιστέψει κανείς ότι ξαφνικά εξωγήινες φυλές βρήκαν την χαρά τους σχεδιάζοντας πάνω σε γήινα χωράφια, χρησιμοποιώντας ως καμβά τους τα σπαρτά! Ο σχετικός σκεπτικισμός, ειδικά σε μια εποχή που διάφορες, παλαβές ή μη, "θεωρίες", "θρησκείες" και συναφή δημιουργούν μαζικές υστερίες, είναι δικαιολογημένος. Κατά καιρούς εμφανίζονται άλλωστε διάφοροι που υποστηρίζουν ότι εκείνοι ήταν οι δημιουργοί των σχεδίων αυτών, έχοντας όρεξη να στήσουν μια εντυπωσιακή - και ακριβή - φάρσα. Από την άλλη όμως... Η φύση και το είδος των σχεδίων, η ταχύτητα και ο τρόπος δημιουργίας τους, ο ενδεχόμενος συμβολισμός τους, τα παράξενα φαινόμενα που, σύμφωνα με προαναφερθείσες μαρτυρίες, εμφανίζονται στην ευρύτερή τους περιοχή, είναι παράγοντες που δεν πρέπει να παίρνονται αψήφιστα.
Σε τελική ανάλυση, δεν έχει προταθεί μια γενικώς αποδεκτή θεωρία σχετικά με το τί είναι τα περίφημα πλέον αγρογλυφικά. Το μόνο που είναι απτό είναι τα ίδια τα σχήματα - η ομορφιά των οποίων είναι ορισμένες φορές εκπληκτική. Παρακάτω ακολουθούν μερικές αεροφωτογραφίες με ορισμένα από τα ωραιότερα εξ αυτών.

 
 
 

Read more...

Η πτώση - μέρος 5

>> 16/9/09

Έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε...  Όπου κι αν κοιτούσε δεν έβλεπε παρά μυριάδες φωτεινά σημαδάκια να στριφογυρίζουν, να μαζεύονται, να απλώνονται, κεντημένα θαρρείς στο βελούδινο μαύρο κενό που αναταραζόταν και συστρεφόταν σαν τιναζόμενο ύφασμα. Δεν καταλάβαινε ποιά ήταν η κατεύθυνση της πτώσης του - κάτω, πάνω, αριστερά ή δεξιά. Δεν υπήρχαν κατευθύνσεις. Ήξερε απλά ότι έπεφτε. Φορούσε ένα παντελόνι που είχε πιάσει φωτιά - αλλά παραδόξως, δεν ένιωθε κανένα κάψιμο. Ένα μικρό γαργαλητό μόνο, που ανέβαινε σιγά σιγά στην πλάτη του, μετά στον αυχένα του κι έπειτα ξανακατέβαινε ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία. Δεν είχε συναίσθηση του πόση ώρα έπεφτε. Σε κάποια φάση, άρχισε να ακούει έναν μακρινό λυγμό. Φαινόταν σαν να ακουγόταν από την άλλη μεριά του μαύρου χάους, σαν αυτό να ήταν μια κουρτίνα που μπορούσε να αγγίξει και να τραβήξει. Η αίσθηση αυτή γινόταν όλο και εντονότερη, ώσπου κάποια στιγμή, σπρωγμένος από μια ακατανίκητη επιθυμία, άπλωσε το χέρι του. Πράγματι, έπιασε το μαύρο παραπέτασμα. Στο άγγιγμά του, όλα τα λαμπυρίζοντα σημαδάκια αναδεύτηκαν κι έσβησαν. Το τράβηξε με δύναμη και τότε η πτώση του ανακόπηκε απότομα. Έπεσε φαρδύς πλατής, χωρίς όμως να πονέσει, σε ένα ολόχρυσο πάτωμα. Ανακάθησε και τότε, σε απόσταση τριών περίπου μέτρων, την είδε. Τον κοιτούσε ήδη, λες και τον περίμενε. Πάγωσε στην θέση του. Αυτή άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του. Ήταν τόσο όμορφη και όμως του προκαλούσε τόσο τρόμο με τους κατάμαυρους βολβούς των ματιών της, το αίμα που ανάβλυζε από αυτούς και το στόμα της και τις δύο κατακρεουργημένες και καταματωμένες φτερούγες που φύτρωναν από την πλάτη της και έσερνε άτονα πίσω της. Φτάνοντας μπροστά του άρχισε να χαϊδεύει το κορμί της και παράλληλα να αγγίζει αυτόν. "Με θέλεις; Πόσο με θέλεις;" τον ρώτησε. "Ξέρω τί θέλεις να μου κάνεις. Κάν'το μου. Τώρα." του είπε και πιάνοντας απότομα το χέρι του, το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Έχοντας σαστίσει άργησε να αισθανθεί στα δάχτυλά του αυτό που ξαφνικά είδε και πήδηξε έντρομος προς τα πίσω. Λίτρα ολόκληρα αίματος έτρεχαν από μέσα της, λερώνοντας τους μηρούς, τις γάμπες και τα πόδια της και σχηματίζοντας μια λίμνη από κάτω της. Ένα στραβό απαίσιο χαμόγελο σχηματίστηκε στα όμορφα αλλά σκασμένα και πασαλειμμένα με αίμα χείλη της. "Θα πεθάνεις, ξέρεις. Κι εγώ θα πεθάνω. Και όλοι θα πεθάνουν. Και θα καιγόμαστε - για πάντα." Στα λόγια της αυτά, φωτιά ξεπήδησε από το αίμα που είχε μουσκέψει τα δάχτυλά του. Αυτή όμως τον έκαιγε, τον έκαιγε φριχτά. Άρχισε απεγνωσμένος να ουρλιάζει και να τρέχει πέρα δώθε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες αλλά μάταια - εξαπλώθηκε από το χέρι στο μπράτσο του και από εκεί σε όλο του το σώμα. Την ύστατη στιγμή γύρισε και κοίταξε εκείνη. Είχε γίνει, σαν και αυτόν, παρανάλωμα του πυρός και σε πολλά σημεία άρχισαν να φαίνονται τα κόκαλά της. Το χαμόγελο της όμως είχε μείνει ίδιο και απαράλλαχτο, εφιαλτική λεπτομέρεια στην μάζα από λιωμένο δέρμα στην οποία είχε μεταβληθεί το πρόσωπό της. Μην αντέχοντας το ανείπωτο μαρτύριό του, απέστρεψε το βλέμμα του και κλείνοντας ό,τι είχε απομείνει από τα βλέφαρά του έβγαλε μια τρομερή κραυγή.
Πετάχτηκε ιδρωμένος. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν όταν το βλέμμα του ξεθόλωσε και είδε απέναντι την σπασμένη του βιβλιοθήκη. Αρχίζοντας να ανακτά πλήρως την αίσθηση της πραγματικότητας, ξαναγύρισε το βλέμμα του προς το ταβάνι. "Τι εφιάλτης" μουρμούρισε. Στριφογύρισε λίγο στον καναπέ, αλλά το πήρε απόφαση ότι παρά την κούρασή του είχε τόση υπερένταση που δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να ξανακοιμηθεί. Ανακάθησε και τεντώθηκε. Κοίταξε τα βιβλία που ήταν πεταμένα φίρδην μίγδην στο πάτωμα. Πότε στο διάολο είχε σπάσει η βιβλιοθήκη; αναρωτήθηκε. Και γιατί δεν ήρθε ο Μιχάλης χτες; Η τόση του κούραση μετά το χθεσινό υπερκόσμιο νοητικό του ταξίδι είχε σαν αποτέλεσμα να αποκοιμηθεί σχεδόν αμέσως και να μην αναρωτηθεί για το πώς και το γιατί - μέχρι τώρα.
Το βλέμμα του είχε απορροφηθεί στο εξώφυλλο ενός βιβλίου με πίνακες του Magritte όταν άκουσε από έξω έναν ανεπαίσθητο ήχο από γυμνά ανθρώπινα πέλματα. Σηκώθηκε, πέρασε προσεχτικά από τον σωρό των σπασμένων γυαλιών στο πάτωμα και βγήκε και αυτός στην βεράντα. Η Εύα ήταν εκεί ακουμπώντας στην πλεχτή ξύλινη κουπαστή, ολόγυμνη όπως πάντα, πανέμορφη, έχοντας πάρει ασυναίσθητα μια τόσο διεγερτική στάση, όσο δεν μπορούσε εξ επίτηδες να πετύχει οποιοδήποτε φωτομοντέλο που πόζαρε. Χάζευε τον ουρανό - είχε ξαστεριά και το σπίτι ήταν αρκετά ψηλά ώστε να βλέπουν καθαρά τα περισσότερα αστέρια. "Έχει βγάλει ψύχρα" της είπε. "Να σου φέρω καμιά ζακέτα; Μην κρυώσεις." Γύρισε και τον κοίταξε γλυκά. "Δεν κρυώνω. Δεν γίνεται να κρυώσω." Γύρισε ξανά προς τον ουρανό. "Ήξερα όλα αυτά τα αστέρια... και είχα επισκεφτεί τα περισσότερα από αυτά. Να", είπε κι έδειξε ένα αστέρι λίγο ψηλότερα από την Μεγάλη Άρκτο, "σε εκείνο το σύστημα μένει μια φυλή παρόμοια με της Γης... Μορφολογικά δεν μοιάζουν ιδιαίτερα με τους ανθρώπους, αλλά αναπνέουν και εκείνοι οξυγόνο, πίνουν νερό και ζουν σε τρισδιάστατο κόσμο." Αναστέναξε. "Οι αναμνήσεις ατονούν. Οι εικόνες ξεθωριάζουν. Θυμάμαι τα ταξίδια μου και τις πράξεις μου όταν ήμουν ο προηγούμενος εαυτός μου, αλλά δεν θυμάμαι πώς τα έκανα. Έχω συγκρατήσει στο μυαλό μου ότι ήξερα έννοιες που δεν καταλαβαίνει ο ανθρώπινος νους, αλλά τώρα δυσκολεύομαι πλέον να τις καταλάβω κι εγώ. Η πτώση μου μετέβαλλε και την διάνοιά μου - τώρα είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος. Ίσως και κάτι περισσότερο - δεν αρρωσταίνω, το φως του ήλιου θεραπεύει τις φθορές μου, δεν κοιμάμαι, δεν γερνάω, είμαι γνώστης όλων των ανθρώπινων γλωσσών - δεν μπορώ να τεκνοποιήσω... αλλά ως εκεί. Ο παλιός μου εαυτός δεν υφίσταται πλέον. Και ό,τι δυνάμεις μου είχαν απομείνει, σαν αυτή που χρησιμοποίησα χθες για να σου δείξω, φθίνουν και χάνονται. Τώρα πια είμαι μια γυναίκα" είπε, περισσότερο για να το πιστέψει η ίδια.
Ο Ιάσονας την πλησίασε. Ακούμπησε και αυτός στην κουπαστή και η Εύα γύρισε και τον κοίταξε έντονα με τα μεγάλα τυρκουάζ της μάτια. "Είναι κοντά; Το τέλος εννοώ." την ρώτησε. Η Εύα άργησε λίγο μέχρι να απαντήσει. "Ναι. Είναι κοντά." Τον ξανακοίταξε. "Φοβάσαι;" "'Οχι" της είπε. Έλεγε την αλήθεια. "Κατά βάθος πάντα πίστευα ότι θα ζήσω για να δω το τέλος του κόσμου. Φυσικά δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα ερχόταν από μερικούς εκνευρισμένους αγγέλους - πάντα περίμενα ότι θα έρθει λόγω της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής του περιβάλλοντος ή λόγω κάποιου πολέμου. Οπότε είμαι αρκετά συμφιλιωμένος με την ιδέα... Αυτό για το οποίο είμαι περίεργος είναι το μετά. Υπάρχει μετά;" την ρώτησε καθώς ακουμπούσε το μπράτσο της με το δικό του μπράτσο. "Ήξερα, αλλά δεν θυμάμαι" του απάντησε η Εύα.
Ο Ιάσονας έμεινε λίγο να σκέφτεται. "Πιστεύω ότι δεν έχει νόημα να ειδοποιήσω κάποιον σχετικά με το αναπόφευκτο. Αφού θα είναι το τέλος όλων, καλύτερα να ζήσουν τις τελευταίες τους στιγμές συνεχίζοντας κανονικά τις ζωές τους. Θέλω απλά να αποχαιρετήσω τους φίλους μου και την μητέρα μου - αυτούς που σημαίνουν κάτι για μένα. Κατά τα άλλα, θέλω να περάσω τον τελευταίο μου καιρό εδώ - μαζί σου" είπε ξαφνικά, αισθανόμενος μια έντονη έξαψη. Κάτι είχε συμβεί μέσα του. Κάτι που  τον έκανε να μην αντέχει να κρατάει άλλο κλεισμένα αυτά που ένιωθε και ήθελε. Με το χέρι του την ακούμπησε χαμηλά στην μέση και άρχισε με τα δάχτυλά του να διατρέχει την πλάτη και τους γλουτούς της. Σιγά σιγά άρχισε να την αγγίζει και στον λαιμό και πίσω από το αυτί. Είχε κλείσει τα μάτια της και η ανάσα της είχε γίνει κοφτή. "Τι είναι αυτό που αισθάνομαι;" τον ρώτησε με την πλούσια, αιθέρια φωνή της, ανάβοντάς τον περισσότερο. "Το είχα νιώσει και όταν σε πρωτοείδα αφού συνήλθα, αλλά τώρα το αισθάνομαι πολύ πιο δυνατό. Το αισθάνομαι... το αισθάνομαι παντού." Ο Ιάσονας δεν είχε τώρα μπροστά του ένα ουράνιο πλάσμα, στην θέα του οποίου σάστιζε και αποσβολωνόταν. Είχε μια γυναίκα που τον ήθελε. Και τον ήθελε όσο την ήθελε και αυτός. "Νιώθεις αυτό που νιώθω κι εγώ" της είπε και τραβώντας την κοντά του, άρχισε να ανασαίνει βαριά και να ακουμπάει με τις άκρες των χειλιών του τον λαιμό και τους ώμους της. "Μα τί είναι αυτό;" ξαναρώτησε, και η φωνή της είχε ραγίσει. Ο Ιάσονας δεν της απάντησε. Έφερε τα χέρια του από την μέση της μπροστά στα υπέροχα στήθη της και σκύβοντας άρχισε να τα φιλάει. Η Εύα είχε παραδοθεί τελείως. Ενστικτωδώς τον έπιασε από τον αυχένα και άρχισε να πιέζει ελαφρά το κεφάλι του πάνω στο στήθος της. Ο Ιάσονας προχώρησε αργά προς τα πάνω, διατρέχοντας με την άκρη της γλώσσας του όλη την περιοχή από τις θηλές ως το πηγούνι της. Παράλληλα τα χέρια του άφησαν τα τσιτωμένα της στήθη και προχώρησαν προς τα πάνω, χαϊδεύοντάς την σε όλη την πορεία. Την έπιασε απαλά κάτω από τα αυτιά της και την κοίταξε κατάματα. Η Εύα κοιτούσε μια τα μάτια του και μια τα χείλη του και τα βλέφαρά της είχαν βαρύνει. "Τί είναι αυτό; Τι είναι αυτό που μου κάνεις;" κατάφερε να ψιθυρίσει. Ο Ιάσονας πίεσε απότομα τα χείλη του στα δικά της. Ήταν στην αρχή σφιγμένα αλλά μετά χαλάρωσαν και άρχισαν να ακολουθούν τις κινήσεις των δικών του. Άνοιξε λίγο παραπάνω το στόμα του και με την γλώσσα του χάιδεψε τα χείλη της. Προχώρησε παραμέσα και άγγιζοντας την δική της γλώσσα άρχισε να κάνει αργές κυκλικές κινήσεις.
Η Εύα αντέδρασε στην αρχή άτονα, αδέξια. Αλλά όσο περνούσε η ώρα ανταποκρινόταν όλο και περισσότερο. Και όταν άγγιξε την γλώσσα της - τότε κόλλησε τελείως πάνω του, έπλεξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του και ανταπέδωσε με πάθος. Κάθε δευτερόλεπτο του φλογερού τους φιλιού ένιωθαν και οι δύο ρίγη να διαπερνούν τα κορμιά τους και μια ζέστη να απλώνεται στα στήθη και στα άκρα τους. Τα χείλη και οι γλώσσες τους είχαν πάρει φωτιά. Ο Ιάσονας της έσφιγγε την μέση και τους γλουτούς, ενώ η Εύα, χωρίς να ξεκολλήσει τα χείλη της από τα δικά του, άφηνε μικρά βογγητά. Το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο, υγρό, βίαιο και έντονο. Της δάγκωνε απαλά τα χείλη και αυτή του πιπιλούσε την γλώσσα. Κάποια στιγμή, ενώ έπαιζαν με τις γλώσσες τους, την σήκωσε απαλά και την κάθησε στην κουπαστή. Κόλλησε πάνω της και αυτή τύλιξε τα πόδια της γύρω του. Φορούσε μόνο το εσώρουχο του και το ότι στη στάση που ήταν την ακουμπούσε με τον κάβαλό του εκεί τον τρέλαινε. Ήταν έτοιμος. Και αυτή το ίδιο, εδώ και αρκετή ώρα, όπως είχε καταλάβει. Ξεκολλώντας τα χείλη του από τα δικά της, ξανακατέβηκε στο στήθος της, ενώ αυτή βογγούσε σιγανά αλλά ανεξέλεγκτα. Προχώρησε με τα χέρια του προς τα κάτω... μα λίγο πριν την αγγίξει εκεί που ήθελαν και οι δύο, οι φρικιαστικές εικόνες που είχε δει στον εφιάλτη του πέρασαν σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια του. Τινάχτηκε απότομα από πάνω της προς την άλλη πλευρά της βεράντας, ακουμπώντας με την πλάτη του στον τοίχο. Η Εύα είχε μείνει εμβρόντητη. "Τί έπαθες;" τον ρώτησε, ακόμα χαμένη μέσα στην ερωτική της παραζάλη. "Έκανα κάτι;" είπε με έξαψη. Ο Ιάσονας έγειρε το κεφάλι του στον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια του. "Όχι." της είπε. "Δεν συμβαίνει τίποτα. Απλά... πιστεύω ότι πρέπει να μην προχωρήσουμε παρακάτω για την ώρα." Ούτε και ο ίδιος δεν το πίστευε πως το έλεγε αυτό. "Παρακάτω;" απόρησε η Εύα. Έμεινε λίγο να αναρωτιέται. Σε μερικά δευτερόλεπτα του είπε "αυτό γίνεται όταν συναντιούνται δύο πλάσματα του ίδιου είδους αλλά αντίθετου φύλου; Το είχα δει, αλλά στους ανθρώπους, αντίθετα με τα άλλα όντα της Γης, δεν μπορούσα να ερμηνεύσω τί οδηγεί στην επιλογή του ενός από τον άλλον. Στα άλλα πλάσματα είναι το ένστικτο της αναπαραγωγής και μόνο..." Γύρισε και του είπε με μια πίκρα που η ίδια δεν καταλάβαινε "και για σένα αυτό ήταν; Το ένστικτο της αναπαραγωγής;" Ο Ιάσονας άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. Καθόταν πάνω στην κουπαστή, με φόντο το αστροφέγγιστο πανόραμα, πανέμορφη, σεξουαλική, αιθέρια, μπρούτζινη, με διαπεραστικό τυρκουάζ βλέμμα, τόσο σοφή και μόνο με τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις από την προηγούμενή της ζωή αλλά ταυτόχρονα τόσο άμαθη, τόσο αγνή στα συναισθήματα της, σαν μικρό κοριτσάκι. Πώς μπορεί να ήταν μόνο αυτό; Μόνο το ένστικτο; Όχι, ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Κάτι που οι περισσότεροι νιώθουν μία ή καμία φορά κατά την διάρκεια της ζωής τους. Την πλησίασε, την αγκάλιασε και της είπε, κοιτώντας την μέσα στα θαλασσένια της μάτια, "οι άνθρωποι δεν είναι ζώα, εκτός από εκείνους που συμπεριφέρονται σαν τέτοια. Πιστεύω ότι αυτό το ξέρεις εσύ καλύτερα από εμένα.  Οι επιλογές μας δεν υπαγορεύονται εξ ολοκλήρου από τα ένστικτα μας. Και σε μερικές περιπτώσεις, όπως την δική μας, δεν μπορώ να εξηγήσω από τί ακριβώς υπαγορεύονται. Είναι και το ένστικτο, αλλά μάλλον είναι πολύ περισσότερο αυτό που μας εμφυτεύσατε Εσείς - το να νιώθουμε ότι ο σύντροφος μας είναι το άλλο μας μισό, αυτό που μας συμπληρώνει και μας ολοκληρώνει σαν υπάρξεις. Εμείς εδώ το λέμε με άλλον τρόπο..." Σταμάτησε απότομα. Ίσως δεν είχε καμία σημασία να πει την λέξη. Μπορεί η Εύα να μην καταλάβαινε. Αλλά βλέποντάς την να τον κοιτάζει με λατρεία, δεν του έμεινε καμία αμφιβολία για το τί ένιωθε κι εκείνη. Χωρίς άλλη κουβέντα την ξαναφίλησε παθιασμένα.
Η αυγή τους βρήκε να φιλιούνται ακόμη.

Οδηγούσε κανένα δίωρο. Αισθανόταν τυχερός που δεν είχε συναντήσει ιδιαίτερη κίνηση ως τώρα - αν και αυτό ήταν μάλλον λογικό. Ήταν πρωί Δευτέρας και οι περισσότεροι είχαν φύγει ή έφευγαν από τα θέρετρα της Χαλκιδικής αντί να πηγαίνουν προς αυτά, όπως έκανε εκείνος. Πέρασε τα Πυργαδίκια και συνέχισε ολοταχώς προς την Τρυπητή. Φτάνοντας κι εκεί κοίταξε στα δεξιά του όπου διακρινόταν το περίγραμμα της Αμμουλιανής. Τι όμορφο νησάκι, σκέφτηκε. Πρέπει να ξαναπάμε με την Λίζα. Αλλά πιο πολύ πίεσε τον εαυτό του για να κάνει αυτές τις σκέψεις παρά τις έκανε αυθόρμητα. Το θέαμα που είδε χθες το απόγευμα, τον είχε συγκλονίσει τόσο πολύ, τον είχε σοκάρει τόσο βίαια, που κατέβαλλε προσπάθεια να μην του στρίψει τελείως, να μην ξεφύγει από την πραγματικότητα.
"Και πόσο θα κάτσεις;" έλεγε χτες η Λίζα από την άλλη άκρη της γραμμής, όταν επιτέλους μπόρεσαν να μίλησουν. "Δεν ξέρω. Ίσως μια δυο μέρες. Οπωσδήποτε θα έχω επιστρέψει πριν γυρίσεις εσύ από την Αθήνα. Άλλωστε το Άγιο Όρος είναι κοντά στην Θεσσαλονίκη." Κρατούσε με πολύ κόπο σταθερή την φωνή του. Θα της έλεγε τα πάντα όταν γυρνούσε, αν και ήξερε ότι μάλλον δεν θα τον πίστευε. Αλλά ακόμα δεν θα μάθαινε τίποτα. Μέχρι να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του, δεν θα μάθαινε τίποτα κανείς. "Θα πάω να δω τον γέροντα πνευματικό μου. Θυμάσαι που σου έλεγα, μένει σε ένα κελί κοντά στην μονή Σταυρονίκητα." Η ανησυχία στην φωνή της Λίζας ήταν έκδηλη. "Γιατί ξαφνικά τέτοια πρεμούρα να τον δεις; Συνέβη κάτι;" Μετά από μια μικρή παύση συνέχισε. "Συνέβη κάτι με εμάς;" Ακόμα και αυτήν την δύσκολη στιγμή, η αντίδραση της Λίζας τον έκανε να χαμογελάσει. Γυναίκες, σκέφτηκε. Έτοιμες κάθε στιγμή να κάνουν τόσο περίπλοκες και δαιδαλώδεις σκέψεις που το απλό και πιο μονοδιάστατο ανδρικό μυαλό δεν μπορεί καν να φανταστεί. "Εννοείται πως όχι, γλυκιά μου. Μην σκέφτεσαι τέτοιες χαζομάρες. Απλά θέλω να τον επισκεφτώ, τώρα που λείπεις κι εσύ. Έχω καιρό να τον δω τον γέρο, και έχει περάσει πλέον τα ενενήντα - ίσως να μην έχω την ευκαιρία να τον ξαναδώ πολλές φορές." Μετά από μια στιγμή σιωπής η Λίζα ξαναμίλησε. "Μου λείπεις πολύ μωρό μου." "Κι εμένα." της απάντησε. "Πάρα πολύ".
Φτάνοντας στην Ουρανούπολη άφησε το αμάξι του και μπάρκαρε σε ένα καϊκάκι που διέπλεε τον κόλπο κατά μήκος της δυτικής ακτής της χερσονήσου του Άθω. Τα ακροβολισμένα στους πετρώδεις καταπράσινους παραθαλάσσιους λόφους μοναστήρια ήταν ένα θέαμα πανέμορφο και ανακουφιστικό - βλέποντάς τα ανάμεσα στα πουρνάρια, τα φρύγανα, τις ελιές και τα πεύκα να χαιρετίζουν τον ζεστό αυγουστιάτικο ήλιο, ένιωσε την ψυχή του να ξαλαφρώνει κάπως. Ο τόπος προκαλούσε κατάνυξη και δέος και το έντονο χαλκιδικιώτικο ανάγλυφο έδενε απόλυτα με την βυζαντινή αρχιτεκτονική των μονών.
Ανεξάρτητα από τα όσα σκάνδαλα είχαν γίνει γνωστά τα τελευταία χρόνια, στα οποία ανακατεύονταν τόσοι και τόσοι κατά τα άλλα ευυπόληπτοι αντιπρόσωποι του κλήρου, ο Μιχάλης δεν ξεχνούσε ότι εδώ έμεναν και βαθύτατα πνευματικοί άνθρωποι, ασκητικοί και με τρόπο ζωής απόλυτα εναρμονισμένο με το κατανυκτικό τοπίο. "Ο τόπος κάνει τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τον τόπο" μονολόγησε.
Μετά από μιάμιση περίπου ώρα σταμάτησαν στο λιμανάκι της Δάφνης. Από εκεί πήρε λεωφορείο για τις Καρυές και σε άλλη μισή ώρα είχε ήδη φτάσει και συνέτασσε τα χαρτιά εισόδου του στο Άγιο Όρος. Παίρνοντας την άδεια, ξεκίνησε περπατώντας τον ελαφρά ανηφορικό δρόμο προς την μονή Σταυρονίκητα. Η μονή ήταν σχετικά κοντά στις Καρυές και παίρνοντάς το με τα πόδια έφτανε κανείς σε λιγότερο από δύο ώρες. Στον Μιχάλη άρεσε πολύ η πεζοπορία, ειδικά εν μέσω της αυγουστιάτικης μεσογειακής βλάστησης. Πού και πού ο δρόμος του διασταυρωνόταν με μοναχούς που είτε ήταν πεζοί είτε καβαλούσαν κάτι γέρικα γαϊδουράκια. Τους χαιρετούσε και συνέχιζε ολοένα τον δρόμο του ώσπου κάποια στιγμή, ενώ είχε ήδη πιάσει απόγευμα, έστριψε σε έναν μικρό κατσικόδρομο και μετά από ένα στένωμα είδε μπροστά του τη μεγαλοπρεπή μονή του Σταυρονίκητα, ιδρυμένη πριν από το 1000 μ.Χ. Οι πέτρινοι κατάφυτοι λόφοι ολόγυρά της ήταν γεμάτοι κελιά ασκητών. Κατευθύνθηκε προς ένα από αυτά, που βρισκόταν στα ριζά ενός λοφίσκου στα ανατολικά. Βρήκε τον γέροντα να κάθεται απ'έξω, κάτω από την σκιά μιας ελιάς. "Γέροντα Ιωάννη" είπε. "Καλησπέρα." "Καλησπέρα. Καλώς ήρθες" του απάντησε το γεροντάκι, με βαθιά και υπόκωφη φωνή. Τα χρόνια που είχαν περάσει από πάνω του είχαν χαράξει το πρόσωπο και τα χέρια του και τον έκανε να φαίνεται σαν να ήταν φτιαγμένος από γρανίτη. Ήταν εύθραυστος και ζαρωμένος και το μαζεμένο του κορμί φαινόταν ακόμα μικρότερο λόγω τις τεράστιας, άσπρης και με γκρίζα μπαλώματα, γενειάδας του. Κοίταξε τον Μιχάλη κουρασμένα αλλά πατρικά. "Θέλεις να σου προσφέρω τίποτα; Αλλά αυτή την στιγμή έχω μόνο νερό και κατσικίσιο γάλα" του είπε. "Ένα ποτήρι νερό αρκεί γέροντα, ευχαριστώ." Η ζαρωμένη μορφή σηκώθηκε τρίζοντας και μπήκε μέσα στο ασκητικό της κελί. Επιστρέφοντας με το νερό του Μιχάλη του είπε "πολύ χαίρομαι που με επισκέφτηκες, τέκνο μου. Πάει καιρός..." "Ναι, γέροντα, πάει καιρός..." του αποκρίθηκε. "Αλλά θέλω να σου μιλήσω. Θα είναι πιστεύω ό,τι σημαντικότερο θα σου έχω πει μέχρι σήμερα." Τον κοίταξε έντονα, με ένα βλέμμα αγωνίας. Ο γέρος του το ανταπέδωσε μειλήχια. "Ακούω".

Read more...

Η πτώση - μέρος 4

>> 11/9/09

Ο Μιχάλης οδηγούσε κάπως νευρικά. Ήταν αρκετά κουρασμένος και ακόμα περισσότερο εκνευρισμένος. Το να προσπαθεί να πείσει τον υπεύθυνο καθηγητή του διδακτορικού του ότι η έρευνα που έκανε είχε πέσει σε τέλμα, την ίδια στιγμή που πριν από μια εβδομάδα του είχε πει ότι την είχε σχεδόν ολοκληρώσει, ήταν σίγουρα ψυχοφθόρο. Αλλά δεν μπορούσε να αγνοήσει τα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει. Αν υπήρχαν βέβαια νέα δεδομένα - μέχρι στιγμής στηριζόταν στην μαρτυρία ενός φίλου, την οποία ελάχιστα πίστευε. Και λογικό ήταν. Πέρα από την εκάστοτε θρησκευτική πίστη και καλλιέργεια του, θα μπορούσε άραγε ο οποιοσδήποτε να πάρει στα σοβαρά έναν που θα του έλεγε ότι έχει στο σπίτι του έναν άγγελο; Αλλά από την άλλη... ο Ιάσονας ήταν ένα σοβαρό άτομο που συνήθως μετρούσε τα λόγια του. Επιπλέον, το γεγονός ότι ο Ιάσονας ήταν αρκετά σκεπτικιστής στα θρησκευτικά θέματα, έκανε τον Μιχάλη να σκεφτεί ότι για να κάνει εκείνος μια τόσο βαρύγδουπη δήλωση θα πρέπει όντως να συμβαίνει κάτι. Kαι πάλι όμως... Μήπως ο Ιάσονας, χαμένος στον νεφελώδη καλλιτεχνικό του κόσμο, άρχισε να πειραματίζεται με τίποτα παραισθησιογόνες ουσίες; Ήταν κι αυτό μια πιθανότητα.
Πήρε την στροφή του χωματόδρομου δεξιά και συνέχισε να ανεβαίνει. Σε λίγο φάνηκε η μεζονέτα που έμενε ο Ιάσονας. Μια ανησυχία έπιασε τον Μιχάλη. Αισθανόταν ότι κάτι αλλόκοτο συνέβαινε εδώ, αν και δεν μπορούσε να εξηγήσει τί. Έφτασε στο πάρκινγκ του Ιάσονα και είδε ότι το αμάξι του ήταν εκεί. Αποφάσισε να το αφήσει από μπροστά και, καθώς έκανε αναστροφή για να το βάλει με την όπισθεν, έπιασε με την άκρη του ματιού του μια λάμψη. Βγάζοντας το κεφάλι του από το παράθυρο είδε κάτι περίεργα χρυσοκόκκινα φώτα να αναβοσβήνουν από τον όροφο του σπιτιού. Και ξαφνικά άκουσε μια σπαρακτική κραυγή πόνου. Ήταν ο Ιάσονας.
Πετάχτηκε από το αυτοκίνητο κι έτρεξε προς την εξώπορτα. Την βρήκε ανοιχτή και όρμησε μέσα. Καθώς έφτασε στην σκάλα, ο Ιάσονας ξαναούρλιαξε - αυτή την φορά το ουρλιαχτό του ήταν μακρόσυρτο κι έσβησε σιγά σιγά, λες και προερχόταν από τα έγκατα μιας αβύσσου. Ο Μιχάλης ανέβηκε τα σκαλοπάτια τρέχοντας. Μα όταν έφτασε πάνω, σταμάτησε απότομα και αντίκρυσε αυτό που θα άλλαζε την ζωή του για πάντα.
Ο Ιάσονας ήταν ξαπλωμένος. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά αλλά δεν είχαν κόρες και το δέρμα του είχε πάρει ένα ανοιχτό μπρούτζινο χρώμα, την ίδια στιγμή που από το στόμα και τα ρουθούνια του έβγαιναν λεπτά φωτεινά νημάτια. Πάνω του καθόταν η πιο όμορφη και ταυτόχρονα η πιο αλλόκοσμη γυναίκα που είχε δει ποτέ ο Μιχάλης. Τα δάχτυλα των χεριών της είχαν εισχωρήσει, θαρρείς, στο στέρνο του  Ιάσονα. Το δέρμα του φαινόταν σαν συνέχεια του δέρματός της. Στο υπέροχο πρόσωπό της είχε δυο τεράστια, πανέμορφα μάτια, επίσης χωρίς κόρη και με κατάμαυρο βολβό. Από την πλάτη της ξεφύτρωναν δύο τεράστιες λευκές φτερούγες, που πάλλονταν και αναβόσβηναν με το χρυσοκόκκινο φως που είχε προσέξει νωρίτερα. Αλλά παρατηρώντας τις προσεκτικότερα, είδε ότι ήταν διαφανείς. Έμοιαζαν περισσότερο με σκιές, με άυλες προβολές αυτών που ίσως κάποτε ήταν οι φτερούγες αυτού του πανώριου πλάσματος.
Πέρασαν μερικά δευτερόλεπτα για να συνειδητοποιήσει ότι δεν είχε τρομάξει τόσο, όσο και ο ίδιος θα περίμενε. Ένιωθε περισσότερο δέος για το θέαμα αλλά και τρομερή ανησυχία για τον Ιάσονα. Ξαφνικά, το σώμα εκείνου άρχισε να έχει βίαιους σπασμούς. Οι φλέβες του άρχισαν να διαγράφονται μελανές κι ένας πνιχτός βήχας του έκοβε την ανάσα. Ήταν φανερό ότι υπέφερε. Ο Μιχάλης δεν το άντεξε άλλο και, σκεφτόμενος μόνο για μια στιγμή την δικιά του ασφάλεια, όρμησε προς το ταλαιπωρημένο σώμα του φίλου του. Την ίδια στιγμή, μια τρομερή δύναμη τον τίναξε προς τα πίσω. Ο Μιχάλης προσγειώθηκε με την πλάτη πάνω στην βιβλιοθήκη του σαλονιού, η οποία κατέρρευσε σπάζοντας στα δύο. Αρκετά βιβλία έπεσαν πάνω του και τον χτύπησαν. Ανακτώντας με το ζόρι την ισορροπία του, είδε ένα σφαιρικό ενεργειακό πεδίο γύρω από το απόκοσμο ζευγάρι να δονείται και να αναταράζεται. Ο Μιχάλης κατάλαβε ότι ποτέ δεν θα μπορούσε να πλησιάσει περισσότερο. Γεμάτος απόγνωση, αλλά ξέροντας ότι δεν μπορεί να κάνει τίποτα άλλο, κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε από το σπίτι.
Έπεσε βαριά στην θέση του οδηγού. Ήταν συγκλονισμένος. Άραγε αυτό ήταν το τέλος; Η απόδειξη ότι όλα όσα πίστευε στην ζωή του, όλα όσα θεωρούσε δεδομένα, ήταν ψέματα; Σιωπηλά, καθώς ξεκίνησε το αμάξι του, αναλύθηκε σε δάκρυα. Τι μπορούσε να κάνει; Ούτε στιγμή δεν του πέρασε από το μυαλό να ειδοποιήσει κανέναν σχετικά με αυτό που είχε δει, και ακόμα λιγότερο την αστυνομία. Το κινητό του, που είχε αφήσει μέσα στο αυτοκίνητο, δονήθηκε υπενθυμίζοντάς του ότι στο διάστημα της απουσίας του είχε τρεις αναπάντητες κλήσεις από την Λίζα. Σαν φόντο οθόνης είχε μια φωτογραφία που είχε τραβήξει πέρυσι στο Άγιο Όρος. Ξαφνικά, βλέποντάς την, του ήρθε μια ιδέα. Σκούπισε τα δάκρυά του και γκάζωσε αποφασιστικά.

Ένα τεράστιο αμφιθέατρο απλώθηκε μπροστά του. Το χρώμα από βαθμίδα σε βαθμίδα σκούραινε, από υπόλευκο στα υψηλότερα επίπεδα, έως χρυσό στην κεντρική πλατεία. Σε κάθε του βήμα ξεσηκωνόταν ένα συννεφάκι από λαμπυρίζουσα σκόνη που επικάθονταν πάνω στα πόδια του και μετά διαλυόταν. Το αμφιθέατρο ήταν, εκτός από μία υψίκορμη προεξοχή σαν βωμό στην μέση του πλατώματος, τελείως άδειο από οποιοδήποτε άλλο αντικείμενο. Όμως ήταν γεμάτο από εκείνους... Ο Ιάσονας είδε εκστασιασμένος μυριάδες φτερωτά, αυτόφωτα, πανέμορφα πλάσματα να πετάνε από όλες τις κατευθύνσεις προς αυτό. Άλλα είχαν ήδη φτάσει και συνωστίζονταν στις κατώτερες βαθμίδες, ενώ άλλα τίναζαν περήφανα τις φτερούγες τους και προσγειώνονταν απαλά και τελείως αθόρυβα. Το φως με το οποίο ακτινοβολούσαν τα απειράριθμα κορμιά ήταν τόσο δυνατό που με δυσκολία το άντεχε.
Αν και τιτάνιο, το αμφιθέατρο ήταν περιορισμένης χωρητικότητας. Καθώς οι χαμηλότερες βαθμίδες γέμιζαν, όλο και περισσότεροι άγγελοι προσγειώνονταν στα υψηλότερα επίπεδα. Δύο από αυτούς κατευθύνθηκαν με ταχύτητα προς το μέρος του Ιάσονα. Πάγωσε από τον φόβο. Σίγουρα με είδαν, σκέφτηκε. Αποδεχόμενος την μοίρα του, σήκωσε το κεφάλι του θαρρετά και τους αντίκρισε. Εκείνοι όμως προσγειώθηκαν πληθωρικά δίπλα του και ούτε που του έδωσαν σημασία. Απορημένος ο Ιάσονας και δοκιμάζοντας την τύχη του πήγε στον κοντινότερο του και τον κοίταξε σχεδόν κατά πρόσωπο. Ο άγγελος δεν αντέδρασε καθόλου. Ούτε αυτός, ούτε κανείς άλλος, δεν μπορούσε να τον δει.
Κοιτάζοντάς τον από κοντά, ο Ιάσονας ένιωσε την ομορφιά του να του κόβει την ανάσα. Αλλά υπήρχε κάτι που τον ενοχλούσε, κάτι στην υπερβολικά τέλεια όψη την δικιά του και όλων των άλλων, που του προξενούσε αηδία. Κάτι που δεν αισθανόταν όταν έβλεπε την αψεγάδιαστη μορφή της Εύας. Και τότε το πρόσεξε. Κανείς τους δεν είχε γεννητικά όργανα. Ήταν άφυλοι, με πανομοιότυπα λεπτεπίλεπτα σώματα. Η ερμαφρόδιτη ομορφιά τους ήταν ταυτόχρονα ελκυστική και αποκρουστική και τόσο εξωγήινη στα μάτια του που του προκαλούσε εμετό. Απέστρεψε το βλέμμα του μην αντέχοντας να τους αντικρίζει άλλο.
Ένα σιγανομουρμούρισμα από άπειρες εξαίσιες φωνές τράβηξε την προσοχή του στο κέντρο του αμφιθεάτρου. Ένα σμήνος από αγγέλους είχε προσγειωθεί γύρω από τον βωμό και μόνος ένας από αυτούς έκατσε πάνω του. Την ίδια στιγμή, ένας από την υπόλοιπη πομπή προχώρησε και στάθηκε μπροστά του. Ξαφνικά, απρόσμενα, ο Ιάσονας μεταφέρθηκε στο κέντρο της δράσης, κοντά στον βωμό. Ξεπερνώντας το αρχικό σοκ από την τηλεμεταφορά αυτή, πρόσεξε εκείνον που στεκόταν μπροστά στον βωμό και αναφώνησε έκπληκτος. Ήταν η Εύα. Το άφυλο σώμα της ήταν αέρινο και πανομοιότυπο με των άλλων αλλά τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, αν και πιο αδρά, δεν άφηναν καμία αμφιβολία. Ξαφνικά, αυτός που καθόταν πάνω στον βωμό, μίλησε με μια τρομερή, πλούσια και συνάμα αποκρουστική ανδρόγυνη φωνή. Δίχως να πιστεύει στα αυτιά του, ο Ιάσονας συνειδητοποίησε ότι καταλάβαινε τί έλεγε η μεγαλοπρεπής αυτή φιγούρα.
"Ξέρετε όλοι γιατί μαζευτήκαμε εδώ. Ξέρετε όλοι ότι η Αρμονία του Κόσμου μας ήρθε στο χείλος της καταστροφής. Και όλα αυτά εξαιτίας της αγνωμοσύνης και της ματαιοδοξίας ενός και μόνο από μας. Όλα αυτά εξαιτίας του [...]" είπε, και έδειξε την Εύα. Ο Ιάσονας έχασε την τελευταία λέξη του ομιλητή, που μάλλον θα πρέπει να ήταν το κανονικό όνομα της Εύας. Άξαφνα θυμήθηκε ότι η Εύα του είχε πει  πως αυτός δεν θα μπορούσε ποτέ να το προφέρει. Ίσως το άγνωστο σε αυτόν μεταφραστικό του σύστημα να μην μπορούσε να υλοποιήσει στο μυαλό του ήχους ή έννοιες που ξεπερνούσαν την διάνοιά του. Αυτά που άκουγε όμως του ήταν αρκετά για να καταλάβει τί γινόταν εδώ. Κατά κάποιον τρόπο, την δίκαζαν.
"Κανείς δεν σου έδωσε το δικαίωμα να προσπαθήσεις να μεταφέρεις την Γνώση μας σε αυτούς. Σε αυτούς! Μια ατελή, παράδοξη φυλή, καταστροφική και αυτοκτονική, που δεν σέβεται καν την ίδια της την επιβίωση, καταστρέφοντας τον πλανήτη που ζει!" Κοίταξε γύρω του το απειράριθμο πλήθος που παρακολουθούσε. "Εδώ και αμέτρητους Κύκλους ταξιδεύουμε μέσα και έξω από τα όρια του Κόσμου. Έχουμε δει Σύμπαντα να πεθαίνουν και να ξαναγεννιούνται. Έχουμε διασχίσει την Μέση, ξετυλίγοντας το [...] κάθε διάστασης. Έχουμε γνωρίσει και δει τα Πάντα του Τίποτα και το Τίποτα των Πάντων. Αλλά το κυριότερο όλων, σπείραμε και καλλιεργήσαμε τον σπόρο της Ζωής σε αμέτρητους κόσμους. Δημιουργήσαμε όντα που ζουν ταυτόχρονα σε όλες τις διαστάσεις ή που αντιλαμβάνονται μερικές μόνο και παρακολουθήσαμε την εξέλιξή τους. Είδαμε τις πιθανότητές τους και επιλέξαμε να δώσουμε σε κάποιες το δώρο της Διάνοιας. Ήδη  πολλές μπορούν να μας αντιληφθούν και να επικοινωνήσουν με τον τρόπο τους μαζί μας. Ίσως σε μερικούς Κύκλους να φτάσει κάποια φυλή σε σημείο να αντιληφθεί  την Αλήθεια Όλων και να μας ανακουφίσει επιτέλους από αυτό το καθήκον που ανατέθηκε με τον ίδιο τρόπο σε εμάς από τους Προηγούμενους. Ίσως να γίνουν τα μέλη εκείνης της φυλής αυτό που είμαστε τώρα, για να μπορέσουμε επιτέλους να ξεκουραστούμε κι εμείς για πάντα μέσα στην ευδαιμονία της Απόλυτης Γνώσης. Ίσως μπορέσουν τα μέλη εκείνης της φυλής να γίνουν οι Τοποτηρητές των Πάντων!" Γύρισε και ξανακοίταξε την Εύα. "Μέχρι να γίνει όμως αυτό, Τοποτηρητές είμαστε εμείς. Και όπως σπέρνουμε την Ζωή και δίνουμε την Διάνοια, έτσι ξεριζώνουμε εκείνους που σπαταλάνε το πολύτιμο δώρο μας. Ναι, μια φυλή μπορεί να αποτύχει, γιατί ούτε και εμείς δεν μπορούμε να σταματήσουμε την Ροή του Είναι και δεν έχουμε δύναμη πάνω στις επιλογές που θα κάνουν. Όταν αυτές απειλούν την Αρμονία και στερούν την ευκαιρία σε άλλες μορφές Διάνοιας να ανθίσουν, τις στέλνουμε στον Ωμφαλό του Τίποτα και τις αφήνουμε να συγχωνευτούν με την Ανυπαρξία!"  Ξαναγύρισε στο κοινό και το ερμαφρόδιτό του πρόσωπο πήρε ένα σκοτεινό ύφος. "Πριν λίγους Κύκλους αποφασίσαμε να ξεκινήσουμε ένα πείραμα. Να δημιουργήσουμε μια φυλή που να μας μοιάζει. Έτσι σπείραμε τους [...]" Το τελευταίο δεν το έπιασε ο Ιάσονας αλλά δεν του χρειάστηκε για να καταλάβει ποιούς εννοούσε. Μιλούσε για τους ανθρώπους. "Κουρασμένοι από το καθήκον που φέρνουμε σε πέρας εδώ και τόσους Κύκλους, προσπαθήσαμε να επεμβούμε για πρώτη φορά στην Ροή και φτιάξαμε τους [...] έτσι ώστε να μας μοιάζουν. Θέλαμε να αντικρίζουμε και πάνω στα δημιουργήματά μας την ομορφιά της δικής μας Ολότητας. Προφανώς αυτό δεν μπορούσε να επιτευχθεί πλήρως - δεν μπορούμε να φτιάξουμε τους εαυτούς μας. Έτσι φτιάξαμε αυτά τα ατελή αντίγραφα και τα αφήσαμε να εξελιχθούν από τις απλούστατες μορφές ζωής ως αυτό που είναι σήμερα. Τους δωρίσαμε Διάνοια. Τους λυπηθήκαμε που από την φύση τους ήταν διαιρεμένοι και όχι πλήρεις όπως εμείς και τους δημιουργήσαμε την επιθυμία, όπως όλα τα ανώτερα πλάσματα του κόσμου τους, να ψάχνουν συνεχώς για το άλλο τους μισό, ώστε με την ένωσή τους με αυτό να νιώσουν την Πληρότητα που νιώθει συνεχώς ένας από εμάς. Δώσαμε σε καθέναν από αυτούς ονόματα παρόμοια με τα δικά μας. Αλλά αυτοί σχεδόν εξαρχής καταχράστηκαν τα δώρα μας. Από τότε που συνειδητοποίησαν την ύπαρξή τους, δεν τα χρησιμοποίησαν παρά μόνο για να προκαλέσουν πόνο, μαρτύριο και καταστροφή! Έτσι δεν υπάρχει άλλη λύση από το να τους καταστρέψουμε!" Τώρα τα μάτια του πετούσαν σπίθες οργής. "Και ποιός είσαι εσύ", είπε απευθυνόμενος στην Εύα, "που μόνος από όλους μας πήρες την πρωτοβουλία να τους σώσεις; Αυτούς, που η Μοίρα τους έπρεπε να είναι και θα είναι η ίδια με όλες τις αποτυχημένες φυλές - η ανυπαρξία;" Και τότε επιτέλους γύρισε και του αντιμίλησε η Εύα. Η φωνή της ήταν εξίσου αποκρουστική και ανδρόγυνη με των άλλων και η χροιά της αμυδρά μόνο θύμιζε την πλούσια σεξουαλική φωνή που τόσο αναστάτωσε τον Ιάσονα πίσω στην Γη. "Οι Προηγούμενοι ήταν σαφείς. Θα σπέρναμε την Ζωή και την Διάνοια και θα την αφήναμε να εξελιχθεί από μόνη της, παρακολουθώντας μόνο, χωρίς να επεμβαίνουμε. Αν οι επιλογές της ήταν σύμφωνα με την Ροή, θα Υψωνόταν και ίσως κάποια στιγμή γινόταν μέλος της Υπερκόσμιας Κοινότητας ή ακόμα και θα  έπαιρνε την θέση μας. Αν όχι, θα την αφήναμε να καταστραφεί μόνη της μέσα στο χάος που η ίδια θα δημιουργούσε. Αλλά εμείς εξαρχής διαστρεβλώσαμε τις εντολές Τους και βοηθούσαμε ή θερίζαμε κατά βούληση τις φυλές. Όταν επεμβαίνουμε όμως στην Ροή δεν είναι σίγουρο αν αυτά που κάνουμε ωφελούν ή καταστρέφουν την Αρμονία. Φτιάχνοντας αυτήν την δύστυχη, ατελή φυλή επεμβήκαμε με τον πλέον καθοριστικό τρόπο, πολύ περισσότερο από όλες τις άλλες φυλές που δημιουργήσαμε ποτέ. Πώς μπορούμε τώρα να αποφασίσουμε ξαφνικά να την καταστρέψουμε, αυτήν που ξεκινήσαμε απλά και μόνο για την δική μας ευδαιμονία, αυτήν που εξελίχθηκε έτσι αφύσικα και αναρμονικά λόγω του δικού μας λάθους;" Στο άκουσμα αυτής της φράσης ένα πανδαιμόνιο από φωνές ξεσηκώθηκε. Οι περισσότεροι φώναζαν οργισμένοι - πώς μπορούσαν αυτοί να κάνουν λάθος; - υπήρχαν όμως και μερικοί που, παραδόξως, φαίνονταν να συγκαταβαίνουν με την κατάθεση της Εύας. "Έτσι είναι!" φώναξε τρομερά και σκέπασε τις φωνές του κοινού. "Το κάναμε με όλες τις φυλές που θεωρήσαμε ότι θα αποτύχουν. Σε αυτούς όμως δεν δώσαμε καν μια ευκαιρία. Τους δημιουργήσαμε και τώρα θέλουμε να τους πετάξουμε, σαν προπλάσματα, σαν παιχνίδια που βαρεθήκαμε. Αυτούς, που θέλαμε να φτιάξουμε εξ'αρχής κατ'εικόνα μας!" Έκανε μια παύση και συνέχισε. "Ένιωσα οίκτο για αυτήν την φυλή. Προσπάθησα από την αρχή σχεδόν της αυτοσυνειδητοποίησης τους να επικοινωνήσω μαζί τους μέσω διαφόρων από αυτούς, τους οποίους επέλεξα βάσει της δικής τους διαίσθησης της Ολότητας - κάποιοι ήταν πολύ πιο ευαίσθητοι σε Αυτήν από τους άλλους. Αυτοί όμως απέτυχαν στην διάδοση του νοήματος των Λόγων μου και τους χρησιμοποίησαν για να χωριστούν και να σκορπίσουν σε αντιμαχόμενες ομάδες. Οι δύστυχοι! Τόσο επιπόλαιοι και όμως με τέτοια επιθυμία να πιστέψουν σε κάτι, ώστε ακόμα και πριν εγώ παρουσιαστώ με τόσες διαφορετικές μορφές σε αυτούς, εναπόθεταν την πίστη και την εμπιστοσύνη τους σε άψυχα αντικείμενα που κατασκεύαζαν οι ίδιοι! Και όμως, υπάρχει κάτι σε αυτή την φυλή που αξίζει να σωθεί. Για αυτό αποφάσισα πως ήρθε η ώρα να εμφανιστώ ξανά σε όλους, δείχνοντας τους αυτήν την φορά το [...] της Γνώσης στο σύνολό του, δίνοντάς τους μια τελευταία ευκαιρία να αποδεχτούν ή να απορρίψουν αυτό που είναι το Νόημα. Υπάρχει κάτι που δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω πλήρως, αλλά που το αισθάνομαι. Η φυλή αυτή εξελίχθηκε τελικά διαφορετικά από ότι περιμέναμε και νιώθω, όπως και όλοι μας, ότι αν επιβιώσει από την κακή διαχείριση του ίδιου της του εαυτού, θα φτάσει πολύ ψηλά. Ίσως", κοίταξε απροσδιόριστα τον μεγαλοπρεπή άγγελο που ο Ιάσονας άθελά του ονόμασε Δικαστή, "ίσως, γίνουν και οι επόμενοι Τοποτηρητές. Κάτι που πολλοί από εμάς διαβλέπουν αλλά απεύχονται. Λέμε πάντα ότι θέλουμε να ανακουφιστούμε από το βάρος του καθήκοντός μας, αλλά μόλις κάποια φυλή δείξει ότι μπορεί να το αναλάβει, την απορρίπτουμε. Ναι", τώρα το ύφος της ήταν σχεδόν σαρκαστικό, "μας αρέσει να ορίζουμε τις Μοίρες άλλων." Τα τελευταία της λόγια προκάλεσαν νέα ταραχή. Εξοργισμένοι άγγελοι άρχισαν να πλησιάζουν απειλητικά το πλάτωμα. Αλλά με ένα νεύμα του Δικαστή, σταμάτησαν και γύρισαν προς το μέρος του, περιμένοντας να τον ακούσουν. "Τα λόγια σου, ω [...], είναι προσβολή για την φυλή μας και για την Αρμονία. Θα έπρεπε κι εσύ να έχεις την τύχη τόσων άλλων και να χαθείς στον Ωμφαλό. Αλλά όχι, αυτό δεν θα ήταν αρκετό. Αφού νοιάζεσαι τόσο πολύ για αυτήν την φυλή, θα μοιραστείς την τύχη της. Θα πέσεις και θα γίνεις μία από αυτούς και θα μοιραστείς την Μοίρα τους και το Τέλος τους. Θα γευτείς όλη την παρακμή, την βρωμιά και τον πόνο της ατελούς θνητής τους φύσης. Το κορμί σου και η νόησή σου θα καταστρέφονται σιγά σιγά και μόνο με το φως του άστρου τους θα θεραπεύεσαι και θα ξεπερνάς τα τραύματα της εύθραυστης μορφής σου. Αλλά και αυτήν την δυνατότητα θεραπείας σου δεν στην παρέχουμε επειδή αισθανόμαστε οίκτο για εσένα. Θα την έχεις για να συνεχιστεί η ύπαρξή σου αρκετά ώστε να δεις με τους υπόλοιπους ομοίους σου το Τέλος σας. Το οποίο δεν θα αργήσει πολύ".
Στα τελευταία αυτά λόγια του μια χοάνη εμφανίστηκε στο συνεχές του μενεξελιού αστροφώτιστου υφαντού που περιέβαλλε αυτόν τον κόσμο. Άνοιξε σιγά σιγά και μέσα της εμφανίστηκε εξαρχής ένα συνοθύλευμα από λάμψεις και εκκενώσεις που στον Ιάσονα θύμισαν πολύ αστραπές. Ξαφνικά, με έναν τρομερό κρότο, οι αστραπές έσκισαν την ουσία στο εσωτερικό της χοάνης και πίσω από το τραυματισμένο προπέτασμά της εμφανίστηκε ένα μαύρο χάος, με ένα μικροσκοπικό φωτεινό σημάδι στο κέντρο του.
Πρόλαβε μόνο για μια στιγμή να γυρίσει και να κοιτάξει την Εύα πριν ρουφηχτούν και οι δύο από την κοσμική δίνη. Έπεφταν, έπεφταν συνεχώς, καθώς το φωτεινό σημάδι μπροστά τους ολοένα και μεγάλωνε. Κατά την διάρκεια της πτώσης ο Ιάσονας δεν ένιωθε τίποτα - αντίθετα η Εύα ούρλιαζε από τον πόνο. Οι φριχτές κραυγές της τον ζάλιζαν και τρυπούσαν τα αυτιά του. Αλλά ακόμα και μέσα στην σκοτοδίνη του έβλεπε τις αλλαγές που συντελούνταν στο κορμί της. Έιδε τα υπέροχα στήθη της να σχηματίζονται, τις καμπύλες του κορμιού της να γίνονται θεσπέσια γυναικείες, τα γεννητικά της όργανα να φανερώνονται. Είδε το πρόσωπό της να γλυκαίνει στα δικά του μάτια και να αποκτά την απίστευτη ομορφιά που τον είχε αναστατώσει. Και τότε κατάλαβε το μαρτύριό της. Αυτή, που ήταν ολόκληρη, που τα είχε όλα, που ήταν αδιαίρετη, τώρα γνώριζε την διττότητα της ατελούς ανθρώπινης φύσης. Πιο πολύ από το έυθραυστο κορμί, περισσότερο από τα όρια των ανθρώπινων αισθήσεων και της πεπερασμένης ανθρώπινης αντίληψης του Κόσμου, αυτό που την πονούσε εντονότερα ήταν το ότι έχασε το άλλο μισό του εαυτού της, γευόμενη την τραγωδία της ανθρώπινης φυλής, την αέναη ανάγκη των ανθρώπινων όντων να ψάχνουν για το κομμάτι που θα τους συμπληρώσει, ώστε να φτάσουν όσο το δυνατόν πιο κοντά στην φύση των Δημιουργών τους. Των Δημιουργών τους που τους έφτιαξαν από καπρίτσιο.
Καθώς η μεταμόρφωσή της ολοκληρωνόταν, το φωτεινό σημάδι μπροστά τους είχε μεγαλώσει τόσο που έπιανε όλο το οπτικό πεδίο του Ιάσονα. Ήταν ένας ήλιος. Προσπερνώντας τον από κοντά με ασύλληπτη ταχύτητα, τέτοια που τον έκανε να απορεί πώς δεν είχαν ήδη εξαϋλωθεί, κατευθύνθηκαν προς μια φωτεινή γαλάζια σφαίρα. Ο Ιάσονας ήταν σίγουρος. Ήταν η Γη.
Πέρασαν τον Ερμή, την Αφροδίτη και την Σελήνη. Ο πόνος της Εύας έφτανε στο αποκορύφωμά του και άρχισε να κλαίει εκείνο το πηχτό κόκκινο υγρό που θύμιζε αίμα. Κάθε αιμάτινο δάκρυ της χανόταν μέσα σε μια μικροέκρηξη και κάθε της λυγμός διαστρέβλωνε την κοσμική υφή ολόγυρά τους. Καθώς εισήλθαν στην ατμόσφαιρα της Γης, ένα αόρατο κουκούλι που τους περιέβαλλε - και τους προστάτευε μέχρι στιγμής - έσπασε. Και τότε τα φτερά της Εύας άρχισαν να καίγονται. Ταυτόχρονα ο Ιάσονας άρχισε να νιώθει το ίδιο φριχτό κάψιμο με εκείνο κατά την μεταφορά του στον κόσμο της. Περνώντας διαδοχικά από τα διάφορα ατμοσφαιρικά στρώματα, ένιωθε τον φοβερό πόνο του να μεγαλώνει. Σε μια στιγμή συνειδητοποίησης, αντιλήφθηκε ότι σε καμία από τις δύο φορές που ένιωσε αυτόν τον πόνο δεν καιγόταν στα αλήθεια - στην πραγματικότητα, ένιωθε ένα μέρος του μαρτυρίου της Εύας.
Το γήινο ανάγλυφο άρχισε να διακρίνεται. Στο αποκορύφωμα της οδύνης τους, πρόλαβε να αναγνωρίσει την Θεσσαλονίκη και σε λίγο το Σέιχ Σου. Κατευθύνονταν κατά πάνω του με συνεχώς επιβραδυνόμενη αλλά ακόμα τεράστια ταχύτητα. Μην μπορώντας να κάνει τίποτα άλλο, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του.
Όταν τα ξανάνοιξε βρισκόταν στο σαλόνι του. Ήταν ιδρωμένος και συγκλονισμένος. Η Εύα είχε μαζευτεί στην άκρη του καναπέ και τον κοιτούσε έντονα. "Τώρα ξέρεις" του είπε. "Τώρα ξέρεις γιατί βρέθηκα εδώ. Ξέρεις γιατί μπορώ και μιλάω τις γλώσσες των ανθρώπων. Ξέρεις γιατί αποζητούσα το σκοτάδι, μακριά από το φως της ζωής". Ναι. Ήξερε. Η ύπαρξή του, η ύπαρξη όλων, ήταν ένα κοσμικό αστείο. Ένα παιχνίδι. Και θα τελείωνε με τον ίδιο τρόπο που άρχισε - για πλάκα. Για την αυτάρεσκη ικανοποίηση Εκείνων που ήταν οι Καλλιεργητές των Κόσμων. Μόνο ένας - μία - από αυτούς νοιάστηκε για τα θλιβερά ανθρώπινα όντα. Και τώρα βρισκόταν μπροστά του, λειψή, τραυματισμένη, ταπεινωμένη. Αυτή που προσπάθησε τόσες φορές να σώσει τους ανθρώπους από τον εαυτό τους, ώστε να μην δοθεί πάτημα σε Εκείνους να επισπεύσουν την καταστροφή της φυλής - απόφαση που είχαν ήδη πάρει. Αυτή που μέσω διαισθητικών ανθρώπων - του Προμηθέα, του Χριστού, του Βούδα και τόσων άλλων - δημιουργημένων τυχαία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να είναι κατά τι κοντύτερα στην φύση των Τοποτηρητών, προσπάθησε ανεπιτυχώς να διδάξει την Αλήθεια και την αναγκαιότητά της. Αυτή που με πίστη στις πιθανότητες της ανθρώπινης φυλής και παρά τις επανειλημμένες αποτυχίες της αποφάσισε, χωρίς να προλάβει να πραγματοποιήσει τον σκοπό της, να δώσει στους ανθρώπους μια τελευταία ευκαιρία εκθέτοντας τον εαυτό της στα ακάθαρτα βλέμματά τους.
Σε όλη την ανθρώπινη Ιστορία, αυτή ήταν που κινούσε τα νήματα και προσπαθούσε να σώσει τον κόσμο από το σκοτάδι στο οποίο αυτός επέμενε να βουτά. Αυτή που είχε απέναντι του, η γυναίκα που είχε σώσει, που είχε ερωτευτεί, που ήθελε να κάνει δική του, ήταν γνωστή με τόσα ονόματα όσα και οι κόκκοι της άμμου που μαζεύουν τα παιδιά στις χούφτες τους. Ήταν μόνο μία ανάμεσα σε τόσους άλλους, και όμως ήταν τόσο σημαντική για το ανθρώπινο γένος. Αν μπορούσε να την ονομάσει, θα χρησιμοποιούσε την απλοϊκή αυτή λέξη που δεν πλησίαζε ούτε κατά διάνοια την φύση της αλλά που σχηματίστηκε αυτόματα στο πρωτόγονο μυαλό του. Ήταν αυτή που ο άνθρωπος είχε λανθασμένα ονομάσει Θεό. Ένας Θεός που απέτυχε.

Read more...

Ανθρώπινα τέρατα

>> 8/9/09

Πριν μερικές μέρες έλαβα ένα e-mail από μία φίλη μου που περιείχε χαρακτηριστικές εικόνες και φωτογραφίες, οι οποίες κυκλοφόρησαν τον τελευταίο καιρό στο Internet και προκάλεσαν έναν μικρό πάταγο. Ορισμένες είχαν τραβηχτεί πρόσφατα και αφορούσαν τωρινές καταστάσεις, άλλες όμως ήταν παλαιότερες και αφορούσαν γεγονότα που συνέβησαν προ ετών. Στις τελευταίες ανήκει και η παρακάτω φωτογραφία. Μπορώ να πω ότι αυτή, μαζί με την πασίγνωστη φωτογραφία της Kim Phuc - τραβηγμένη στις 8 Ιουνίου του 1972 στον πόλεμο του Βιετνάμ, που δείχνει την εννιάχρονη τότε Kim να τρέχει ουρλιάζοντας να ξεφύγει από την κόλαση του βομβαρδισμένου με αμερικανικές ναπάλμ χωριού της, την ίδια στιγμή που το κορμί της έχει κατακρεουργηθεί και καεί σχεδόν ως το κόκαλο - είναι χαρακτηριστικές της ανθρώπινης κτηνωδίας και αποδεικνύουν το ότι, δυστυχώς, ένας τομέας στον οποίο διαπρέπει ο άνθρωπος, είναι το να κάνει άλλους ανθρώπους να υποφέρουν.


Η λεζάντα κάτω από την φωτογραφία λέει:
"Η φωτογραφία σε αυτό το e-mail, βραβευμένη με Pulitzer, τραβήχτηκε το 1994 κατά την διάρκεια του λιμού που χτύπησε τότε το Σουδάν. Απεικονίζεται ένα υποσιτισμένο παιδάκι που σέρνεται προς ένα campus διανομής τροφίμων του Ο.Η.Ε. το οποίο βρίσκεται ένα χιλιόμετρο μακριά.
Το όρνιο περιμένει τον θάνατο του παιδιού για να τραφεί μετά από το πτώμα του. Η εικόνα αυτή σόκαρε όλον τον κόσμο. Κανείς δεν ξέρει τί απέγινε τελικά το παιδάκι, συμπεριλαμβανομένου και του φωτογράφου Kevin Carter που έφυγε από την περιοχή με το που τράβηξε την φωτογραφία.
Τρεις μήνες αργότερα ο Carter αυτοκτόνησε λόγω κατάθλιψης."
Το ότι το όρνιο περιμένει ανυπόμονα τον θάνατο του παιδιού για να φάει, είναι σίγουρα συγκλονιστικό. Κι όμως κανείς δεν θα μπορούσε να κατηγορήσει αυτό. Το όρνιο είναι ένα πτωματοφάγο πουλί, οι διατροφικές του συνήθειες είναι αποτέλεσμα φυσικής επιλογής, και αυτό προφανώς επιλέγει να τρέφεται με ο,τιδήποτε ετοιμοθάνατο βρίσκεται μέσα στα όρια της περιοχής που δραστηριοποιείται - είτε αυτό είναι αντιλόπη, είτε λιοντάρι... είτε ένα ανθρώπινο παιδί. Αυτά τα οποία θα έπρεπε να μας γεμίζουν οργή είναι τα αδίστακτα εκείνα ανθρώπινα τέρατα που έφεραν το ανυπεράσπιστο αυτό πλάσμα σε αυτήν την μοίρα - να αποτελεί το υποψήφιο γεύμα ενός όρνιου.
Η Αφρική ήταν πάντα μια από τις πιο βασανισμένες ηπείρους. Αν και ήταν, σύμφωνα με τις τελευταίες ανθρωπολογικές μελέτες, το λίκνο της ανθρώπινης εξέλιξης πριν από 1,2 εκατομμύρια χρόνια περίπου, οι ακραίες κλιματολογικές της συνθήκες, η άγρια χλωρίδα και πανίδα της και οι απέραντες αφιλόξενες εκτάσεις της συντελούσαν πάντα στην δύσκολη επιβίωση των κατοίκων της. Παρ'όλ'αυτά, μετά από χιλιετίες προσαρμοστικότητας, οι φυλές της Αφρικής κατάφεραν να ζήσουν σε αρμονία με το αφιλόξενο περιβάλλον της. Ναι, ήταν σχετικά (ή πολύ) πρωτόγονοι. Ναι, κάποιες φυλές είχαν άγρια και πολλές φορές φρικαλέα έθιμα. Ναι, γίνονταν αιματηροί πόλεμοι μεταξύ των φυλών. Αλλά όλα αυτά, ήταν πλήρως εναρμονισμένα με τον τρόπο ζωής που είχαν ανενόχλητα αναπτύξει επί σειρά γενεών αυτοί οι άνθρωποι. Γι'αυτό άλλωστε και κατάφερναν πάντα να επιβιώνουν και να ζουν σύμφωνα με τις παραδόσεις τους.
Μετά όμως ήρθε ο λευκός δυτικός άνθρωπος, αυτό το αχόρταγο αρπακτικό. Εξαρχής οι πρώτοι εξερευνητές της Αφρικής δεν θεώρησαν τους Αφρικανούς ως ανθρώπινα πλάσματα. Για την ακρίβεια, δεν τους θεώρησαν καν ζώα. Με το πέρασμα των δεκαετιών, όλες οι μεγάλες ευρωπαϊκές δυνάμεις, όπως η Αγγλία, η Γαλλία, το Βέλγιο, η Ισπανία, η Ιταλία, η Πορτογαλία και η Γερμανία, χώρισαν την Αφρική σε προτεκτοράτα, σε ζώνες επιρροής, και άρχισαν την ανελέητη αφαίμαξή της για να αποκτήσουν όσα δεν μπορούσαν να προσφέρουν τα κουρασμένα ευρωπαϊκά εδάφη - πρώτες ύλες, μέταλλα, πολύτιμους λίθους (και ιδίως διαμάντια) και το κυριότερο όλων... σκλάβους. Το δουλεμπόριο ήταν για εκατοντάδες χρόνια η επικερδέστερη επιχείρηση των αποικιοκρατικών δυνάμεων. Σκλάβοι εξάγονταν για την Ευρώπη και την Αμερική, σε εμετικές συνθήκες υγιεινής και διαβίωσης. Η διάρκεια ζωής τους από την στιγμή που έφταναν στον προορισμό τους ήταν κατά κανόνα μικρή - χώρια που το φαινόμενο των μαζικών θανάτων κατά την διαμεσογειακή ή την υπερατλαντική μεταφορά τους, λόγω πείνας, δίψας, κακουχιών, ασθενειών και κακομεταχείρισης ήταν κάτι το συνηθισμένο. Και το ανατριχιαστικότερο ήταν ότι το γεγονός αυτό δεν απασχολούσε τους δουλεμπόρους τόσο για τις ανθρώπινες ζωές που χάνονταν αφειδώς, όσο για το τι απώλεια κερδών θα επέφερε στις αιματοβαμμένες τους τσέπες.
Το δουλεμπόριο σταμάτησε μόλις στα μέσα του 20ού αιώνα, μαζί με την αποδέσμευση και των τελευταίων αφρικανικών κρατών από την ευρωπαϊκή αποικιοκρατία. Μια αποδέσμευση όμως που έγινε μόνο επιφανειακά. Οι ζώνες επιρροής των διαφόρων trusts της Γηραιάς Ηπείρου είναι ακόμα πανίσχυρες, επικερδείς και - αν είναι δυνατόν - ακόμα πιο απάνθρωπες. Πώς όμως γίνεται αυτό; Πώς είναι δυνατόν να γίνουν πιο απάνθρωπες οι μέθοδοι εκμετάλλευσης της Αφρικής, την στιγμή που το καθ'αυτό δουλεμπόριο έχει απαγορευτεί;
Η απάντηση είναι πολύ απλή. Παρατηρώντας κανείς έναν χάρτη της Αφρικής θα δει ότι τα περισσότερα κράτη έχουν ευθύγραμμα σύνορα, λες και σχεδιάστηκαν με μολύβι και κάνονα. Και πράγματι, αυτό δεν απέχει πολύ από την πραγματικότητα. Οι Ευρωπαίοι δεν εγκατέλειψαν στην πραγματικότητα ποτέ τις ζώνες επιρροής τους - ίσα ίσα, κάθησαν ένα απογευματάκι οι μεγαλοκαρχαρίες, πίνοντας το τσαγάκι τους και καπνίζοντας τα ακριβά τους πούρα, και μοίρασαν μεταξύ τους τις εκτάσεις της Αφρικής λες και μοίραζαν χαρτιά για να αρχίσουν παρτίδα πόκερ. Μια παρτίδα στην οποία ο νικητής θα είχε το ζηλευτό προνόμιο να πλουτίσει πάνω σε νεκρά ανθρώπινα κορμιά.
Προφανώς η προηγούμενη εικόνα ήταν μεταφορική. Το μοίρασμα των αφρικανικών εδαφών δεν έγινε εν μια νυκτί, αλλά ήταν προϊόν μακροσκελών διπλωματικών διαβουλεύσεων ανάμεσα στις αποικιοκρατικές δυνάμεις. Το αποτέλεσμα όμως ήταν ένα και το αυτό. Με το να διαχωρίσουν έτσι άκριτα τα εδάφη, χωρίς να σκεφτούν καθόλου την αφρικανική τοπολογία και γεωδιαμόρφωση, και το χειρότερο, χωρίς να λάβουν υπόψη τις ενδεχομένως πανάρχαιες παραδοσιακές έχθρες μεταξύ διαφόρων αφρικανικών φυλών, κατάφεραν ίσως το σημαντικότερο πλήγμα σε αυτήν την πολυβασανισμένη ήπειρο - που δεν είναι άλλο από τις μαζικές σφαγές Αφρικανών από Αφρικανούς.
Όπως είπα, διάφορες φυλές της Αφρικής είχαν παραδοσιακές έχθρες από αμνημονεύτων χρόνων και διαμάχονταν για την γη, το νερό κ.λ.π. Όμως τις διαφορές αυτές τις κανόνιζαν από μόνοι τους με τον τρόπο τους - πολλές φορές ακατανόητο για τους λευκούς, αλλά πλήρως φυσιολογικό για τους ίδιους. Το να φτιάχνεις όμως ένα πλασματικό κράτος με τελείως άκυρα απαραβίαστα σύνορα και να υποχρεώνεις φυλές που είναι κόκκινο πανί η μία για την άλλη να μένουν στον ίδιο χώρο - αυτό είναι άλλο θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν αναπόφευκτο. Αιματηροί εμφύλιοι πόλεμοι στην Νιγηρία και την Ζιμπάμπουε που μαίνονται, με σποραδικές διακοπές, ως τις μέρες μας. Η γενοκτονία της φυλής Τούτσι από την φυλή Χούτου πριν από 20 περίπου χρόνια στην Ρουάντα. Η τυραννική διακυβέρνηση του δικτάτορα Ίντι Αμίν Νταντά στην Ουγκάντα τις δεκαετίες του '60 και του '70 που είχε ως συνέπεια δεκάδες χιλιάδες νεκρούς. Μαζικές σφαγές στην Σομαλία. Ο κατάλογος είναι ατέλειωτος. Και όλα αυτά με το σιωπηλό σιγοντάρισμα των λευκών, που υποδαύλιζαν αυτές τις διαφορές και θησαύριζαν συνάπτοντας χρυσοφόρες εμπορικές συμφωνίες με τους εκάστοτε δικτατορίσκους ή ακόμα πουλώντας τεράστιες ποσότητες όπλων και ναρκωτικών - θλιβερότατο αποτέλεσμα αυτών των δοσοληψιών αποτέλεσε μεταξύ άλλων και η επιστράτευση χιλιάδων παιδιών στις χώρες της κεντρικής κυρίως Αφρικής και η μετατροπή τους σε gadoko, δηλαδή σε φανατισμένα παιδιά - δολοφόνους.
Έτσι φτάνουμε στην στιγμή της αλήθειας. Για το κέρδος της καπιταλιστικής αποικιοκρατικής μηχανής και μόνο, η Αφρικανοί υποφέρουν απο διαιωνίζουσες πολεμικές διαμάχες, από εκμετάλλευση της γης και των πόρων τους, από πρώτινως άγνωστες σε αυτούς ασθένειες (το AIDS που μαστίζει την νότια κυρίως Αφρική προήλθε από πειράματα των λευκών), από τον ρατσισμό στην ίδια τους την ήπειρο (το apartheid δεν υφίσταται πλέον, αλλά πόσο συχνά έχουμε ανεπίσημες εκδηλώσεις βίαιου και σκληρού ρατσισμού;), από εργατική εκμετάλλευση (ο θεσμός του δουλοπάροικου είναι ακόμα ανθηρός εντός της Αφρικής, με χιλιάδες εργάτες - σκλάβους και ιδίως παιδιά να δουλεύουν 15 ώρες το 24ωρο στα εργοστάσια οικονομικών κολοσσών από την Αμερική και την Ευρώπη  για ένα κομμάτι ψωμί), και, το χειρότερο όλων, από την πείνα. Όπως λέχθηκε και παραπάνω, ανέκαθεν οι Αφρικανοί είχαν να αντιμετωπίσουν δύσκολες συνθήκες διαβίωσης. Το ενδεχόμενο του λιμού υπήρχε και θα υπάρχει πάντα και χωρίς την συνδρομή των τυράννων. Το ζήτημα είναι όμως ότι παλαιότερα οφειλόταν στις κλιματολογικές συνθήκες, σε ενδεχόμενη καταστροφή των σοδειών και άλλους συναφείς λόγους που μπορούσαν μέχρι ενός σημείου να αντιμετωπίσουν οι αυτόχθονες με τους παραδοσιακούς γι'αυτούς τρόπους. Αλλά η πείνα που μαστίζει τώρα την Μαύρη Ήπειρο είναι άλλο πράγμα - οφείλεται στην εκμετάλλευση μέχρι στραγγίξεως, από τους πλουτοκράτορες, των αφρικανικών εδαφών, τόσο όσων αφορά τις καλλιέργειες, όσο και όσων αφορά το υπέδαφος. Ως εκ τούτου, είναι ένα νέο, τρομερό είδος λιμού που δεν αντιμετωπίζεται - οι άνθρωποι δεν έχουν να φάνε γιατί δεν τους αφήνουν.
Τα νούμερα είναι τρομακτικά - η πείνα είναι ο χειρότερος εφιάλτης της Αφρικής, με εκατομμύρια θύματα ανά τα χρόνια, ξεπερνώντας όλες τις άλλες αιτίες, ακόμα και το AIDS ή τις εμφύλιες συρράξεις. Σκηνές σαν την φωτογραφία παραπάνω είναι δυστυχώς ακόμα και στις μέρες μας καθημερινό - και συνηθισμένο! - φαινόμενο στην μεγαλύτερη έκταση της ηπείρου, με καμία σοβαρή ελπίδα να διαφαίνεται στον ορίζοντα για αντιμετώπισή του. Ο Ο.Η.Ε., η UNICEF, ο Ερυθρός Σταυρός, οι Γιατροί Χωρίς Σύνορα και διάφορες άλλες διεθνείς οργανώσεις κάνουν ό,τι μπορούν αλλά οι προσπάθειές τους έχουν μικρής έκτασης αποτέλεσμα ή είναι τελείως ατελέσφορες - άλλωστε, τα ανθρώπινα τέρατα αρέσκονται στο να κρατάνε σε κατάσταση υποσιτισμού όλους αυτούς τους ανθρώπους, ώστε μετά όταν τους πάρουν για φτηνό εργατικό δυναμικό στα εργοστάσια - κολάσεις τους, οι δύστυχοι όχι μόνο να μην παραπονιούνται για τις άθλιες συνθήκες εργασίας τους, αλλά επιπλέον να λένε κι ευχαριστώ που τους δόθηκε η ευκαιρία να δουλέψουν για να κερδίσουν ένα πενιχρό ξεροκόμματο για να φάνε. Είναι σαδιστικό από όποια άποψη και να το δει κάποιος.
Αυτό κατάφερε ο δυτικός άνθρωπος. Μετέτρεψε εαυτόν σε τέρας, με πλήρη επίγνωση και μάλλον απόλαυση της μετατροπής αυτής.
Κλείνω με μια εικόνα. Είναι γνωστό ότι αρκετά κράτη της Αφρικής είναι χριστιανικά, λόγω της διδασκαλίας ιεραποστολών που επί σειρά ετών δραστηριοποιούνται εκεί. Το ζήτημα είναι ότι ενώ ο Χριστός απεικονίζεται στην αφρικανική τεχνοτροπία είτε με λευκό, όπως συνηθίζεται στον υπόλοιπο κόσμο, είτε με μαύρο δέρμα (λογικό είναι να έχει παραλλαχτεί ελαφρώς η αγιογραφική τεχνοτροπία από τους αφρικανούς αγιογράφους), εν τούτοις ο διάβολος απεικονίζεται πάντα με λευκό δέρμα.
Οι άνθρωποι ξέρουν ποιός τους έχει σύρει στην κόλαση που ζουν.

Read more...

Η πτώση - μέρος 3

>> 5/9/09

Φαινόταν ότι η λειτουργία είχε μόλις τελειώσει γιατί ένα μπουλούκι ανθρώπων ξεπρόβαλλε από την ξύλινη, έντονα σκαλισμένη εξώθυρα του Αγίου Σπυρίδωνα. Σε λίγο τα λευκά μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας γέμισαν με κόσμο που κατέβαινε. Ο Ιάσονας κοιτούσε νευρικά γύρω του, μήπως και βρει καμιά βολική θέση για παρκάρισμα. Θυμόταν ότι ο Μιχάλης έμενε λίγο πιο ψηλά, πάνω από το παλιό Λύκειο της Τριανδρίας, οπότε το να παρκάρει εδώ του φαινόταν ιδανικό. Ως εκ θαύματος, βρήκε ένα άνετο σημείο μπροστά από την μπουγατσαρία απέναντι από τον ναό. Χαμογέλασε γιατί η ευκολία που εντόπισε την θέση, του θύμισε έναν παλιό του φίλο από την σχολή που είχε έρθει από την Αγγλία μέσω Erasmus. Τον έλεγαν Λάρι και πραγματικά όποτε έψαχνε για θέση παρκαρίσματος ήταν λες και συνωμοτούσε το σύμπαν για να βρει αμέσως.
Κλειδώνοντας το αμάξι του, πρόσεξε μια γεροδεμένη φιγούρα να κατεβαίνει τα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνα. Ήταν ο Μιχάλης. Συνομήλικος του Ιάσονα, αλλά πολύ πιο εύσωμος, με πλατύτερους ώμους και ένα έντονα γωνιώδες πρόσωπο. Φορούσε κομψά κοκάλινα γυαλιά, μια χαλαρή μαύρη μπλούζα και είχε ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ, πράγμα που τόνιζε και το μυτερό μουσάκι που είχε στο πηγούνι του. Καμία σχέση με τους σπασίκλες θεολόγους που βλέπουμε στις ταινίες, σκέφτηκε ο Ιάσονας και κίνησε προς το μέρος του για να τον συναντήσει.
"Καλημέρες" φώναξε ο Ιάσονας όταν έφτασε στην βάση της σκάλας. "Βρε! Καλώς τον ναυαγό. Πώς και από εδώ τέτοια ώρα; Γιατί δεν είσαι κι εσύ χωμένος ανάμεσα σε δύο μπούτια όπως μαθαίνω ότι είναι και ο Τασάρας;" "Μιχάλη, ντροπή. Πώς μιλάς έτσι μπροστά στον Οίκο του Θεού;" τον πείραξε ο Ιάσονας. "Χμμμμμ. Πιστεύω ότι ο Θεός θα έχει σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί από τις γκομενοδουλειές μας!" απάντησε ο Μιχάλης και άρχισαν να χασκογελάνε και οι δύο. Γι'αυτό σε πάω ρε φίλε, σκέφτηκε ο Ιάσονας. Γιατί δεν είσαι κολλημένος στους τύπους, όπως τόσοι άλλοι. Ενδιαφέρεσαι για την ουσία. "Θέλω να σε μιλήσω για κάτι σοβαρό" του είπε κάπως απότομα διακόπτοντας το γέλιο τους. Ο Μιχάλης παραξενεύτηκε κάπως από την αλλάγη του ύφους του. "Πάμε από το σπίτι μου για έναν φραπέ. Θα μου τα πεις όλα εκεί" του απάντησε, και ξεκίνησαν την ανηφόρα.
Το διαμέρισμα του Μιχάλη ήταν μικρό και κάπως χαοτικό με όλα αυτά τα βιβλία που ήταν σκορπισμένα παντού - στους καναπέδες, στα τραπέζια, στο ξύλινο πάτωμα. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στους τίτλους τους, ο Ιάσονας είδε πως πραγματεύονταν θέματα φιλοσοφίας, θρησκειολογίας και σημειολογίας. Ο Μιχάλης ετοίμαζε πυρετωδώς την διδακτορική του διατριβή. Σε μια στιγμή το βλέμμα του Ιάσονα έπεσε σε μια φωτογραφία. Ήταν ο Μιχάλης με την κοπέλα του. Την είχε γνωρίσει στην Γεωπονική και ήταν μαζί από το δεύτερο έτος. "Δεν με λες, πόσο καιρό είστε αρραβωνιασμένοι με την Λίζα;" φώναξε. Η απάντηση ήρθε από την κουζίνα. "Κλείνουμε σε λίγο ενάμιση χρόνο. Γάλα βάζω;" "Βάλε. Μην το κάνεις αφρόγαλα όμως. Και τι λέει, δεν θα την σπιτώσεις επιτέλους; Αρκετά την βασάνισες την κοπέλα". Ο Μιχάλης ξεπρόβαλλε με τους δυο καφέδες. "Τι είσαι, η προξενήτρα μου;" είπε και γέλασε στραβά. "Θα δούμε. Σε καμιά εβδομάδα θα γυρίσει από ένα συνέδριο του Σ.Γ.Β.Ε. στην Αθήνα και μάλλον το θέμα θα τεθεί επί τάπητος. Εσύ τι λέει; Καιρό έχω να μάθω νέα σου. Παίζει τίποτα; Μην με πεις πως είσαι κολλημένος ακόμα με την Ειρήνη; Πέρασε κοντά ένας χρόνος..." άρχισε αλλά ο Ιάσονας τον έκοψε. "Όχι, όχι. Αλλά δεν ήρθα να μιλήσουμε για αυτό".
Τον κοίταξε. Ο Μιχάλης τον περίμενε να συνεχίσει με προσμονή και φανερή πλέον περιέργεια. Ο Ιάσονας αναστέναξε. Ήταν καλοί και παλιοί φίλοι αλλά θα τον περνούσε μάλλον για τρελό, χώρια που μπορεί να τον έθιγε και σε λεπτά θέματα πίστης. Όσο χαλαρός και να ήταν ο Μιχάλης, είχε και αυτός, σαν θεολόγος, κάποιες συγκεκριμένες ανοχές και αντοχές. Αλλά προκειμένου να βυθίστει σε ένα φαύλο κύκλο αντιφάσεων, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να του πει την ιστορία από την αρχή.
Καθώς ο Ιάσονας διηγούνταν, το πρόσωπο του Μιχάλη άλλαζε συνεχώς εκφράσεις - από την έκπληξη στο δέος και από εκεί στην δυσπιστία. "Αυτό είναι πολύ χοντρή πλάκα και δεν με αρέσει καθόλου" του είπε. "Καθόλου πλάκα. Σε παρακαλώ, έλα στο σπίτι να την δεις, μήπως βγάλεις εσύ κάποιο συμπέρασμα! Σε παρακαλώ φίλε, έχω πελαγώσει και φοβάμαι!" είπε με θέρμη ο Ιάσονας. Ο άλλος τον κοίταξε σοβαρά. "Πράγματι, φαίνεται πως σοβαρολογείς". Έχοντας το βλέμμα του Ιάσονα σταθερά καρφωμένο πάνω του, τελικά υποχώρησε. "Εντάξει. Πρέπει να περάσω το μεσημέρι από έναν καθηγητή για να συζητήσουμε για κάποιο θέμα, αλλά αργά το απόγευμα μπορώ να πάρω μια σχετική βιβλιογραφία και να έρθω". Ο Ιάσονας τον ευχαρίστησε θερμά και κινήθηκε προς την εξώπορτα. Πριν την ανοίξει για να φύγει, ο Μιχάλης τον σταμάτησε κρατώντας τον από το μπράτσο. "Είμαι σίγουρος ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι μάλλον μια παρανόησή σου. Παρ'όλ'αυτά θα σε συμβούλευα προς το παρόν να μην μιλήσεις σε κανέναν άλλον για αυτό". "Δεν είχα τέτοιο σκοπό, έτσι κι αλλιώς" απάντησε ο Ιάσονας και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια. Ο Μιχάλης έκλεισε την εξώπορτα και κοίταξε προβληματισμένος το ποτήρι με τον φραπέ που κρατούσε στο άλλο του χέρι.
Στον δρόμο του γυρισμού ο Ιάσονας οδηγούσε σαν τρελός. Βιαζόταν να την ξαναδεί, αλλά ταυτόχρονα ένιωθε και έναν αδιόρατο φόβο. Μια ανησυχία για το τί να κάνει τώρα το υπέροχο πλάσμα που είχε στο σπίτι. Μα πιο πολύ τρελαινόταν με την πιθανότητα να είχε όντως φανταστεί τα πάντα και τίποτα να μην συνέβη στην πραγματικότητα. Αλλά γρήγορα απέδιωξε αυτήν την σκέψη από το μυαλό του.
Φτάνοντας, ξεκλείδωσε πυρετικά την εξώπορτα και πετάχτηκε μέσα στο χωλ. Στην λαχτάρα του να την ξαναδεί ξέχασε την πόρτα ανοιχτή. Ανέβηκε δύο δύο τα σκαλοπάτια μέχρι το σαλόνι του πάνω ορόφου. Και τότε ξαφνικά πισωπάτησε. Δύο υπέροχα τυρκουάζ μάτια ήταν ήδη στυλωμένα πάνω του, λες και τον περίμεναν να ξεπροβάλλει στην κορυφή της σκάλας. Αυτή ήταν ακόμα ολόγυμνη, μπρούτζινη, απαλή, κουλουριασμένη σαν γάτα σε έναν καναπέ, σε μια απίστευτα σεξουαλική πόζα. Ο Ιάσονας ξεροκατάπιε. "Πλησίασε" του είπε αυτή και εκείνος υπάκουσε. "Έκρυψες το φως. Εμφάνισέ το πάλι" τον παρακάλεσε και αυτός άρχισε μηχανικά να ξεμανταλώνει και να ανοίγει τα παντζούρια. Καθώς το έκανε πάλευε να απομακρύνει από πάνω του την μεθυστική επιρροή του τυρκουάζ βλέμματος. Έτσι, όταν τελείωσε, γύρισε και την κοίταξε αποφασιστικά. Πράγματι, αισθανόταν τώρα καθαρότερο το μυαλό του. Το αν είχε όμως καταφέρει να απελευθερωθεί από την χαύνωση μόνος του ή αν τον είχε αφήσει εκείνη ελεύθερο, του ήταν άγνωστο.
Το πρόσωπό της πήρε μια γλυκιά έκφραση. "Γιατί δεν έφυγες; Γιατί με έσωσες;'' τον ρώτησε τρυφερά. "Δεν ξέρω", απάντησε. 'Ελεγε την αλήθεια. "Απλά σε είδα να υποφέρεις. Έπειτα σε είδα να κείτεσαι αναίσθητη και ανυπεράσπιστη. Δεν μπορούσα να σε αφήσω έτσι. Εγώ..." Δεν τελείωσε την φράση του. Την ξανακοίταξε. Το βλέμμα του πετάρισε για μια στιγμή στο υπέροχο στήθος της κι έπειτα ξαναβυθίστηκε στις θάλασσες των ματιών της. Τώρα η έκφρασή της ήταν απροσδιόριστη.
"Πώς σε λένε;" την ρώτησε. "Δεν μπορείς να προφέρεις το όνομά μου" του είπε. "Αν νιώθεις την ανάγκη να με φωνάζεις με κάποιο άλλο όνομα, κάνε το. Για μένα δεν έχει σημασία". Ο Ιάσονας είπε το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό. "Εύα. Μπορώ να σε φωνάζω Εύα;" Προς μεγάλη του έκπληξη, εκείνη χαμογέλασε. "Μου είναι γνωστός αυτός ο μύθος σας. Εντάξει. Εύα λοιπόν". Μύθος. Μάλιστα. Σίγουρα μια δήλωση που θα ιντρίγκαρε τον Μιχάλη, σκέφτηκε ο Ιάσονας. "Εύα, είμαι ο Ιάσονας". Με το που το είπε αυτό, η Εύα τον πλησίασε ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής. Το πρόσωπό της απείχε λίγα μονάχα εκατοστά από το δικό του. Μπορούσε να την μυρίσει... Το δέρμα της, τα μαλλιά της, ο αέρας που εξέπνεε, όλα ανέδυαν μια ανεπαίσθητη, υπέροχη ευωδιά. Δεν μπορούσε να την προσδιορίσει. Ήταν σαν μύρο, αλλά και σαν μέλι, και σαν καρύδα, και σαν αμυγδαλιά, και σαν... λες και όλες οι μυρωδιές που μπορούσαν να ανταριάσουν τις αισθήσεις του είχαν συγχωνευτεί στο άρωμά της. Ο Ιάσονας ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Ήξερε, ένιωθε ότι αυτή η προσέγγιση δεν σήμαινε τίποτα για αυτήν από όσα σήμαινε για εκείνον. Αλλά η στάση της, με τα χέρια της στο στήθος του και την καλλίγραμμη κοιλιά της να ακουμπάει στον κάβαλό του, ήταν τόσο επώδυνα ερωτική που ο Ιάσονας αναρωτήθηκε για πόσο ακόμα θα άντεχε πριν υποκύψει στα ένστικτά του. Μια κίνηση που θα είχε τελείως άγνωστη κατάληξη, αν και όπως υποψιαζόταν θα ήταν μάλλον άσχημη - για εκείνον.
"Ιάσονας" είπε με την πλούσια, αισθησιακή φωνή της. "Ώστε έτσι είσαι γνωστός εδώ. Μα έχεις κι εσύ άλλο όνομα, δικό σου, ξεχωριστό, που όμως δεν μπορείς να το προφέρεις, όπως δεν μπορείς να προφέρεις το δικό μου". "Μα τι λες;" κατάφερε να αρθρώσει αποσβολωμένος. "Έπεσα" του αντιγύρισε. "Έκανα αυτό που δεν έπρεπε και με τιμώρησαν. Όταν έπεσα στερήθηκα τα πάντα. Μέσα από το μαρτύριο και τον πόνο, προσπάθησα να βρω την λύτρωση στην ανυπαρξία. Να γίνω ένα με δομή του κόσμου και να μην είμαι πλέον μια παραφωνία που διαλύει την αρμονία. Και θα το πετύχαινα στα αλήθεια, αν δεν είχες εμφανιστεί εσύ. Με στέρησες από αυτό που ήθελα πιο πολύ, το τέλος της τωρινής μου ύπαρξης. Έπρεπε να φύγεις και να αφήσεις την σκιά να μεγαλώσει γρήγορα τις πληγές μου, μέχρι να γίνω ένα με την γη και τον αέρα. Αλλά εσύ με πήρες και με έβγαλες στο φως και με βοήθησες να ζήσω. Θα έπρεπε να σε μισώ για αυτό. Αλλά το έκανες από άγνοια και για έναν άλλο λόγο, που δεν τον καταλαβαίνω... Οπότε δεν μπορώ να σε κατηγορήσω. Αλλά θα σου δείξω αυτά που δεν είναι για να δεις. Θα σε κάνω να μοιραστείς το μαρτύριό μου".
Με την κουβέντα αυτή, κλωστές από ένα χρυσαφί φως, παρόμοιο με αυτό που ακτινοβολούσε στην αρχή από το κορμί της αλλά πολύ πιο αχνό, ξεχύθηκαν από τα ακροδάχτυλά της μέσα στο στήθος του και από εκεί σε όλο του το κορμί. Ένιωσε μια ζεστή αύρα να τον τυλίγει από την κορυφή ως τα νύχια. Στην αρχή ήταν ευχάριστη αλλά σιγά σιγά άρχισε να τον καίει όλο και περισσότερο. Τρομεροί πόνοι άρχισαν να διαπερνούν το σώμα του. Αισθανόταν σαν να καιγόταν ζωντανός. Ούρλιαζε, ούρλιαζε με όλη του την δύναμη και προσπαθούσε να ξεφύγει από την θανατερή λαβή της. Τίναζε απεγνωσμένα το κορμί του δεξιά κι αριστερά, προσπαθούσε να την τραβήξει από πάνω του, να την διώξει, αλλά ήταν λες και αυτή είχε γίνει ένα με το δικό του κορμί. Σε μια τελευταία στιγμή επιθανάτιας αγωνίας, ο πόνος του έφτασε σε τέτοια κλιμάκωση που ούρλιαξε μέχρι να τελειώσει ο αέρας από τα πνευμόνια του.
Ξαφνικά, η αγωνία του άρχισε να καταλαγιάζει. Μια ανακουφιστική δροσιά απλώθηκε σε όλο του το σώμα. Άνοιξε τα δακρυσμένα από τον πόνο μάτια του και απόρησε με αυτό που είδε. Βρισκόταν σε μια τεράστια κατασκευή σαν εξέδρα. Πατούσε πάνω της, αλλά η επιφάνειά της δεν του δημιουργούσε καμία αίσθηση. Μήπως δεν είχε την αίσθηση της αφής; Κι όμως, ένιωθε μια απαλή αύρα να του χαϊδεύει το κορμί. Ήταν τελείως γυμνός. Παντού γύρω του υπήρχαν λωρίδες ομίχλης που ενώνονταν σε συσσωματώματα και ύστερα ξαναδιαλύονταν. Κοίταξε μπροστά του. Μια αδιαπέραστη θολούρα, σαν βρώμικο γυαλί, τον εμπόδιζε να δει καθαρά. Προσπάθησε να προχωρήσει προς τα εκεί, αλλά σχεδόν αμέσως ένιωσε πως δεν έπρεπε να συνεχίσει. Ήταν τόσο απαίσιο, τόσο ανίερο αυτό που έκανε, που γεμάτος αηδία για τον εαυτό του πισωπάτησε. Μόλις όμως προχώρησε κάπως προς τα πίσω, του φάνηκε γελοίο αυτό που αισθάνθηκε πριν λίγο. Ξαναγύρισε μπροστά προς την θολούρα, αλλά ένιωσε πάλι τόσο ένοχος που πισωπάτησε ξανά. Μην προσπαθώντας να εξηγήσει τα ανεξήγητα, γύρισε από την άλλη και προχώρησε ως το χείλος της κατασκευής. Αυτό που είδε τον ζάλισε.
Αμέτρητες παρόμοιες κατασκευές ήταν διάσπαρτες στο κενό. Προσπαθώντας να συλλάβει την κοσμική τους κλίμακα συμπέρανε ότι αυτές που μπορούσε να δει σε όλη τους την έκταση βρίσκονταν σε μάλλον τεράστια απόσταση από αυτόν. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δει ολόκληρο το περίγραμμα αυτών των κατασκευών που είχαν το μέγεθος πόλεων; Από κάθε μία ξεπρόβαλλε ένα τιτάνιο ημισφαίριο από το ίδιο υλικό με την θολούρα που τον ταλαιπώρησε προηγουμένως. Αυτά τα ημισφαίρια κάλυπταν σχεδόν απ'άκρη σ'άκρη τις βάσεις τους, αφήνοντας ένα στενό δαχτυλίδι εδάφους, αν βέβαια μπορούσε να ονομαστεί έδαφος αυτό το αιθέριο, ανεπαίσθητο υλικό. Αντιλήφθηκε ότι και ο ίδιος θα πρέπει να ήταν πάνω σε ένα τέτοιο δαχτυλίδι.
Δεν υπήρχε καμία προφανής στήριξη των κατασκευών αυτών. Απλά ίπταντο στον... ουρανό; Δεν ήξερε πώς να το ονομάσει. Το χρώμα του ήταν ένα απαλό κόκκινο - μενεξελί που δεν είχε συλλάβει ποτέ σε κανέναν από τους πίνακές του. Ήταν γεμάτος από μυριάδες αστέρια που κινούνταν όλα συγχρονισμένα όπως τα χορευτικά που κάνουν τα σμήνη των μεταναστευτικών πουλιών. Πού και πού μαζεύονταν σε νεφελώματα και ξαναδιαλύονταν αφήνοντας μια χρυσή αύρα. Το θέαμα ήταν πανέμορφο. Μερικά έμοιαζαν να είναι τόσο κοντά, που του δημιουργούνταν η ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να τα αγγίξει.
Ο Ιάσονας έμεινε πολλή ώρα να θαυμάζει το μπαλέτο των αστεριών, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν και με ποιόν τρόπο ήρθε εδώ, αλλά προφανώς είχε να κάνει με το μαρτύριο που του είχε επιβάλλει η Εύα. Και τώρα όμως; Πού θα μπορούσε να πάει, τί θα μπορούσε να κάνει χωρίς καθοδήγηση; Το να κάνει τον γύρο του δαχτυλιδιού του φαινόταν γελοίο. Το να πηδούσε στο κενό του φάνηκε ακόμα χειρότερο - και αν έπεφτε για πάντα; Ούτε που ήξερε αν υπήρχε πυθμένας σε αυτό το μέρος. Οπότε γύρισε προς την μόνη του επιλογή. Έπρεπε να περάσει μέσα από το τυραννικό τείχος της θολούρας.
Έκανε μερικά βήματα και ξανά ένα αίσθημα βαθιάς ενοχής άρχιζε να του ροκανίζει τα σωθικά. Προχώρησε παραπέρα και η φρίκη που του προκαλούσε ο εαυτός του άρχισε να μεγαλώνει. Όλα τα ψέμματα, όλες οι φαύλες σκέψεις που έκανε ποτέ στην ζωή του, ακόμα και οι πιο ασήμαντες, γιγαντώθηκαν τώρα μπροστά του και ξέσκιζαν σαν αγκίστρια την ψυχή του. Όλα τα πράγματα που έκανε ή είπε και για τα οποία ντρεπόταν και βασάνιζαν το υποσυνείδητό του, από τότε που άρχισε να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του ως τώρα, αποκτούσαν νέα ανείπωτη μορφή και τον τραβολογούσαν σε μαρτύρια που δεν μπορούσε καν να συλλάβει ο ασήμαντος ανθρώπινος νους του. Και μέσα σε όλα, ορθωνόταν τρομερότερη η βρώμικη σκέψη που έκανε για την Εύα. Πώς τόλμησε να σκεφτεί ότι του αρέσει; Πώς τόλμησε να νιώσει πως την είχε ερωτευτεί; Και πώς τόλμησε να διανοηθεί ότι ήθελε να κάνει σεξ μαζί της; Αυτός ο αηδιαστικός, ο απαίσιος, ο εμετικός, αυτή η κατώτατη μορφή ζωής, να διεισδύσει μέσα στο υπέροχο, άσπιλο κορμί της Εύας και να το μαγαρίσει; Φρίκη! Φρίκη! Δεν μπορούσε να το αντέξει άλλο. Έκλαιγε, έκλαιγε γοερά. Ήθελε να τελειώσει, να πεθάνει, να πάρει ο ίδιος την ζωή του αν χρειαστεί, για να σταματήσει επιτέλους αυτό το μαρτύριο. Αλλά στην συνειδητοποίηση ότι πάλι σκεφτόταν για τον εαυτό του, για τον μικρό, ασήμαντο, φριχτό εαυτό του, ένιωσε ένα νέο, τεράστιο κύμα ενοχής να τον κατακλύζει. Όχι. Θα έμενε εδώ, ζωντανός, και θα υπέφερε. Για πάντα.
Ανεπαίσθητα, κάθε ατέλειωτη στιγμή της αγωνίας του σερνόταν σιγά σιγά προς τα μπροστά. Όταν πλέον είχαν στερέψει όλα του τα δάκρυα και το κλάμα του είχε μεταβληθεί σε ένα ξερό αγκομαχητό, ένιωσε στα ακροδάχτυλα του μια απαλή σαν μετάξι αίσθηση, σε αντίθεση με την γλιτσερή αρπάγη της θολούρας. Σύρθηκε λίγο παραπάνω και η αίσθηση αυτή ανέβηκε ως τον αγκώνα του. Μαζί ένιωσε κι ένα ψήγμα γλυκού πόνου στην καρδιά - μια ανεπαίσθητη αισιοδοξία ότι τίποτα δεν είναι ασυγχώρητο, ότι όλα μπορούν να διορθωθούν. Συνέχισε να προχωρά και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι άρχισε να βγαίνει από την θολούρα. Μια ανείπωτη αίσθηση χαράς, ευφορίας και αισιοδοξίας πλημμύρισε κάθε του κύτταρο - μέχρι που ξέφυγε εντελώς από το σύνορο της ασάφειας. Όλα αυτά που ένιωσε πριν, όλο του το μαρτύριο, όλος του ο πόνος, έμοιαζαν πλέον πολύ μακρινά, σαν μια από καιρό θαμμένη ανάμνηση.
Αδυνατώντας και ο ίδιος να πιστέψει αυτά που του συμβαίνουν αλλά χαρούμενος που ξέφυγε πλέον από αυτόν τον εφιάλτη, γύρισε επιτέλους από την άλλη μεριά για να κοιτάξει τί ήταν αυτό που για να το φτάσει υπέφερε τόσο πολύ στον δρόμο του μέσα από το σύνορο του πόνου.
Κοίταξε - κι έμεινε εκστατικός. Μέσα σε μια συμφωνία συμπανικής ομορφιάς, σε μια αρμονία απόλυτης τελειότητας, τους είδε. Όλους.

Read more...

Σας ευχαριστώ πολύ για την υποστήριξη!


Πραγματικά δεν έχω λόγια να εκφράσω την χαρά και την ευγνωμοσύνη μου που υποστηρίζετε αυτό το blog! Δεν περίμενα ότι θα είχα τέτοια θερμή ανταπόκριση, και μάλιστα όχι μόνο από τους κοντινούς μου ανθρώπους και τους φίλους μου που με δείχνουν αμέριστη συμπαράσταση (και... υπομονή), αλλά και από άλλους bloggers και γενικότερα άλλους χρήστες του διαδικτύου! Χαίρομαι που πλέον ίσως αρχίζω και γίνομαι ενεργό μέλος της κοινότητας των bloggers, αυτής της μικρογραφίας της ιντερνετικής κοινωνίας.
Ιδιαίτερα θα ήθελα να αναφερθώ σε αυτήν την ιστορία που γράφω σε συνέχειες, την Η πτώση. Από ό,τι βλέπω άρεσε και χαίρομαι πολύ γι'αυτό! Αυτό που θα ήθελα να συμπληρώσω εδώ είναι πως έχω στο μυαλό μου να γίνει αυτή η ιστορία interactive - να αλληλεπιδρά διαδραστικά με τους αναγνώστες. Δηλαδή, με άλλα λόγια, άμα κάποιος έχει κάποια ιδέα για την συνέχεια της πλοκής, κάποιο "σπάσιμο" της ροής της υπόθεσης, ενδεχομένως μια ανατροπή, θα με ευχαριστούσε πολύ να μου την πει μέσω ενός σχολίου ή στέλνοντάς την στο e-mail μου κι εγώ να την ενσωματώσω στην ιστορία! Έχω ήδη τον σκελετό της ιστορίας έτοιμο, και να μην γίνει κάποια κίνηση από τους αναγνώστες θα την συνεχίσω κανονικά, απλά σας λέω ότι οποιαδήποτε ιδέα θα συζητηθεί κι ενδεχομένως θα υλοποιηθεί!
Κλείνοντας θα ήθελα να πω, ίσως λίγο ετεροχρονισμένα, ότι (κλασικά) όλα τα πρόσωπα ή καταστάσεις που αναφέρονται στην ιστορία είναι φανταστικά και το αν ενδεχομένως θυμίσουν σε κάποιον τρίτο υπαρκτά άτομα ή ο,τιδήποτε άλλο συναφές, είναι συμπτωματικό. Βέβαια, για να πούμε την αλήθεια, ίσως οι πολύ κοντινοί μου φίλοι συναντήσουν διασκεδαστικές αναφορές σε διάφορα εντός της παρέας ιστορικά γεγονότα. Αλλά όπως είπα, αυτό αφορά αποκλειστικά την τσακαλοπαρέα.
Τέλος πάντων, αυτά για την ώρα. See you later alligator!

Read more...

Η πτώση - μέρος 2

Έτρεχε φρενιασμένος προς το μέρος της πυρκαγιάς. Η αγωνία του για το αν θα προλάβαινε την εξάπλωση της φωτιάς, αλλά κυρίως για το τί θα αντίκριζε, έκανε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή - ο χτύπος της λες και ακουγόταν δυνατότερος από κάθε άλλον ήχο, ακόμα και από αυτόν τον θρήνο που τον βασάνιζε. Ένιωθε τα μηνίγγια του να σφυροκοπάνε.
Ξάφνου, και χωρίς να σταματήσει να προχωρά προς το σημείο μηδέν, συνειδητοποίησε κάτι προφανές, κάτι που μόνο η παραζάλη του τον έκανε να παραλείψει. Το δάσος ήταν γεμάτο εύφλεκτα κωνοφόρα και το αλσύλιο στο οποίο είχε εισχωρήσει δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο Ιάσονας δεν έκανε παρά ελάχιστη ώρα να δέσει το τραύμα του και να τρέξει προς το σημείο της πτώσης - το πολύ κανένα δεκάλεπτο. Αυτό όμως θα ήταν αρκετό για να πάρει διαστάσεις η πυρκαγιά, ιδιαίτερα με το απαλό αεράκι που φυσούσε. Και όμως. Η φωτιά παρέμενε εγκλωβισμένη σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο, εκεί που η πορεία της ιπτάμενης σκιάς ανακόπηκε απότομα. Δεν υπήρχε άλλος καπνός εκτός από εκείνον της εστίας, ούτε η μυρωδιά καμένου ρετσινιού - μα να, τώρα που έφτανε επιτέλους είδε δέντρα να καίγονται. Να καίγονται;
Όχι. Δεν καιγόταν κανένα δέντρο. Τα δέντρα φλέγονταν, αλλά δεν καίγονταν. Ο Ιάσονας παρατηρούσε εκστατικός το θέαμα των πύρινων γλωσσών να χαϊδεύουν τα κλαδιά, να παιχνιδίζουν πάνω στα κουκουνάρια, να χορεύουν πάνω στα φύλλα. Τα δέντρα όχι μόνο δεν καρβούνιαζαν, αλλά φάνταζαν ανανεωμένα, καταπράσινα, σαν να ακτινοβολούσαν από ζωή, ζωή τέτοια που προκαλούσε μια εσωτερική πυρκαγιά.
Ο Ιάσονας πίεσε τον εαυτό του να προχωρήσει. Προσπερνώντας και τα τελευταία φλεγόμενα δέντρα, έφτασε επιτέλους στο ξέφωτο της πτώσης. Το κλαψούρισμα που ακουγόταν είχε τώρα μεταβληθεί σε έναν πνιχτό ρόγχο. Θορυβημένος σκέφτηκε πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που παρήγαγε αυτούς τους ήχους, ίσως τώρα να πέθαινε. Άφησε τους πυροσβεστήρες στο έδαφος και παραμερίζοντας και τα τελευταία σπασμένα από την πτώση κλαδιά, άνοιξε μια στενή δίοδο από όπου πέρασε. Και τότε το είδε.
Σε αντίθεση με το υπόλοιπο απείραχτο άλσος, στο ξέφωτο επικρατούσε μια εικόνα καταστροφής. Παντού γύρω υπήρχαν καμμένα πουπούλα και σπασμένα κλαδιά. Στο χώμα υπήρχε ένας κύκλος από στάχτες και μαύρο καμμένο χώμα που οριοθετούσε το σημείο της πτώσης. Και στο κέντρο αυτού του κύκλου... Ο Ιάσονας ένιωσε έναν φριχτό τρόμο να του διαλύει τα σωθικά. Προσπάθησε να ουρλιάξει αλλά η φωνή κόλλησε στο λαρύγγι του και βγήκε μόνο μια σφυριχτή ανάσα. Αυτή ήταν γονατιστή με τα χέρια ριγμένα άτονα στο πλάι. Ήταν ολόγυμνη, με ανοιχτό μπρούτζινο δέρμα και κατάξανθα ίσια μαλλιά που μάκραιναν ως τους γλουτούς της. Από το κορμί της πήγαζε ένα χλωμό χρυσαφί φως που τρεμόπαιζε και θύμιζε το φως του Ήλιου τα απογεύματα του Σεπτέμβρη. Είχε το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό κι ένας χείμαρρος από άλυκο υγρό - αίμα; - ανάβλυζε από τα μάτια της. Ήταν τόσο πολύ που είχε ξεχυθεί στον λαιμό της, στο στέρνο της και πάνω στο στήθος της που παλλόταν σε ένα ανατριχιαστικό λαχάνιασμα.
Από την πλάτη της ξεκινούσαν δύο τεράστιες φτερούγες που ακόμα σιγόκαιγαν. Είχαν ολότελα καρβουνιάσει και μόνο κοντά στην βάση διατηρούσαν το αρχικό κατάλευκο χρώμα τους. Όλα σχεδόν τα πούπουλα είχαν καεί και ο άνεμος παράσερνε σιγά σιγά τις στάχτες τους, αφήνοντας απογυμνωμένο τον σκελετό - ένα θλιβερό σύμπλεγμα από οστάρια που έτριζαν κι έτρεμαν, προκαλώντας αβάσταχτο πόνο σε εκείνη. Σιγά σιγά και αυτά άρχισαν να αποκολλώνται, να σπάζουν με έναν ξερό θόρυβο και να σωριάζονται στο έδαφος.
Σε μια στιγμή αυτή ησύχασε. Ο Ιάσονας πάλευε να ξαναβρεί τη ανάσα του, προσπαθώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε, όταν με μια απότομη κίνηση γύρισε και τον κοίταξε. Μια παράλυση ξεχύθηκε στα πόδια του και γονάτισε. Το φως που πήγαζε από το ίδιο της το κορμί ήταν αρκετό για να την δει καθαρά, παρά το σκοτάδι γύρω του. Τα μάτια της ήταν πανέμορφα, τεράστια, με μια εκπληκτική τυρκουάζ ίριδα. Παρά την τρομερή όψη που τους έδινε το πηχτό αίμα που ανάβλυζε από αυτά, η ομορφιά τους έλαμπε σαν τα γαλαζοπράσινα νερά μιας τροπικής θάλασσας στο μεσημεριανό φως. Το πρόσωπό της, αν και πασαλειμμένο και λεκιασμένο από τα αιμάτινα δάκρυα, είχε μια απίστευτη, αλλόκοσμη ομορφιά. Τα μάτια της, η μύτη της, τα ζυγωματικά της, τα μάγουλά της, το στόμα της, το πηγούνι της - όλα έδεναν τόσο τέλεια και τόσο απόλυτα, λες και ο συνδυασμός τους αντιπροσώπευε την ίδια την ουσία της έννοιας ομορφιά. Στην θέα της ο Ιάσονας, ακόμα και στην θέση που βρισκόταν, ένιωσε μια μαγνητική έλξη, μια σχεδόν σεξουαλική ηδονή να τον πλημμυρίζει, μια απόλαυση που δεν τον άφηνε να πάρει τα μάτια του από πάνω της - την ίδια στιγμή που ένα αβάσταχτο αίσθημα ντροπής τον πρόσταζε να αποδιώξει το βλέμμα του, αυτόν που δεν ήταν άξιος να αντικρίσει τέτοια τελειότητα.
Το στόμα της άνοιξε. "Φύγε". Η φωνή της, χωρίς ίχνος από το προηγούμενο αγωνιώδες λαχάνιασμα, ήταν πλούσια και μεθυστική, με μια εξαίσια χροιά που χάιδεψε τα αυτιά του. Στο άκουσμά της ένιωσε μια θέρμη να εξαπλώνεται σε όλο του το κορμί. Η παράλυσή του πέρασε, μαζί όμως ήρθε και στα λογικά του, όσο μπορούσε βέβαια εν μέσω αυτής της αλλόκοτης κατάστασης. Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι αυτή του μιλούσε - και μάλιστα στην γλώσσα του! Ήταν δυνατόν; Ανακάθησε, χωρίς να σταματήσει να την κοιτάζει και νιώθοντας το θάρρος του να επανέρχεται.
"Φύγε" ξαναείπε εκείνη. Το αιθέριο κοντράλτο της φωνής της ξαναξεχύθηκε, αν και ο Ιάσονας αντιλήφθηκε τον ικετευτικό τόνο που είχε αυτήν την φορά. "Γιατί;", τόλμησε να ρωτήσει. "Είσαι πληγωμένη, μπορώ..."... "ΦΥΓΕ!!!", ούρλιαξε τότε αυτή και από την ορμή της κραυγής της ξεσηκώθηκε ένας τρομερός άνεμος που χτύπησε κατάστηθα τον Ιάσονα και τον παρέσυρε ως ένα σπασμένο κλαδί. Έπεσε βαριά με το κεφάλι και στις ελάχιστες στιγμές που κράτησε ακόμα τις αισθήσεις του πρόλαβε να δει τις απόκοσμες φλόγες που δεν έκαιγαν να τραβιούνται από τα δέντρα και να μαστιγώνουν βίαια το κορμί της. Στην συνέχεια μια λάμψη χωρίς έκρηξη. Και ύστερα τίποτα παρά το σκοτάδι.
Ξύπνησε από την ζέστη του Ήλιου που έπεφτε πάνω στο μάγουλό του και από ένα ενοχλητικό γαργαλητό στον λαιμό. Ένα μυρμήγκι έτρεχε αλαφιασμένο πάνω του. Το τίναξε εκνευρισμένα με το χέρι του και στριφογύρισε για να μη τον πιάνει το ηλιόφως. Ένιωθε το κεφάλι του βαρύ και να πονάει και μια παράξενη θολούρα κάλυπτε τις πρόσφατες αναμνήσεις του. Έπιασε το μέτωπό του κι ένιωσε ένα μεγάλο ακανόνιστο καρούμπαλο. Πού στην ευχή βρισκόταν; Μισοάνοιξε τα μάτια του - και τότε τινάχτηκε ηλεκτρισμένος. Ένα αιθέριο κορμί βρισκόταν ξαπλωμένο μπροστά του. Ξαφνικά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας επανήλθαν στο μυαλό του και χτύπησαν σαν ριπές πολυβόλου το λογικό του. Αυτή ήταν εκεί, κουλουριασμένη σε μια εμβρυακή στάση, με τα πόδια και τα χέρια της μαζεμένα στον κόρφο της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το πανώριο πρόσωπό της είχε μια γαλήνια έκφραση. Ήταν άραγε νεκρή;
Ο Ιάσονας δεν ήξερε τι να κάνει. Να την πλησιάσει ή όχι; Ήδη τα νεύρα του ήταν κουρελιασμένα και με δυσκολία έπειθε τον εαυτό του ότι όλα αυτά δεν ήταν μια τρελή παραίσθηση κι ότι δεν του είχε στρίψει εντελώς. Τελικά το κατάφερε και με δυο δρασκελιές βρέθηκε από πάνω της. Παρατήρησε ότι ανέπνεε. "Είναι ζωντανή", μονολόγησε, και στην διαπίστωση αυτή ένιωσε, χωρίς να ξέρει γιατί, ανακούφιση. Το αίμα πάνω στο πρόσωπο, τον λαιμό και το στήθος της είχε ξεραθεί και είχε πάρει ένα άρρωστο καφέ χρώμα. Έκανε έναν κύκλο γύρω της. Το παλλόμενο χρυσαφί φως του κορμιού τους είχε πλέον πάψει να ακτινοβολεί και στην ωμοπλάτη της είχε δύο τεράστιες καψαλισμένες πληγές, με ίχνη από πούπουλα κολλημένα πάνω τους.
Βλέποντας την τραγική της κατάσταση, ένιωσε έναν κόμπο να ανεβαίνει στο στήθος του. Τρυφερά, προσεκτικά, έτεινε το χέρι του και την άγγιξε. Έκαιγε λες και είχε πυρετό. Ο Ιάσονας σκέφτηκε ότι ίσως είχε αρρωστήσει από τα τραύματα και τις κακουχίες της. Πολύ απαλά την σήκωσε από την μέση, την γύρισε μπρούμυτα και την πήρε στην πλάτη του. Ήταν πανάλαφρη και η αίσθηση του απαλού της δέρματος του προκάλεσε ταχυπαλμία.
Βγαίνοντας από την συστάδα κουβαλώντας την, την χτύπησε το φως του Ήλιου στις πληγές της. Με έκπληξη παρατήρησε ότι το τρομερό κάψιμο άρχισε να συρρικνώνεται μέχρι που στην ράχη της δεν έμειναν παρά δυο αχνές ουλές. Ακόμα, το ξεραμένο αίμα τρίφτηκε, ξεφλούδισε και παρασύρθηκε από το αεράκι σαν φθινοπωρινά φύλλα. Είχε απομείνει το μπρούτζινο κορμί της πεντακάθαρο, άσπιλο, χωρίς κανένα σημάδι που να προδίδει το πρόσφατο μαρτύριό του.
Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι έτρεξε και την απίθωσε απαλά στο κρεβάτι του. Έπειτα έκατσε στην άκρη του και την κοίταξε αχόρταγα. Το ονειρικό κορμί της σχεδόν τον πονούσε με την τελειότητά του. Τα στήθη της ήταν στητά και οι θηλές της είχαν ένα σκούρο καραμελί χρώμα. Η γραμμή του λαιμού της, οι ώμοι της, η μέση της, οι μηροί της, όλα ήταν μια σειρά από θεσπέσιες καμπύλες. Τα πέλματά της και οι παλάμες της ήταν τόσο απαλά, τόσο τρυφερά, λες και δεν τα είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Το κορμί της ήταν τελείως άτριχο, σαν νεογέννητου μωρού - ακόμα και το εφηβαίο της. Ακόμα και πιο κάτω... Ο Ιάσονας έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει εκεί και ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι εδώ και ώρα είχε στύση. Ντροπιασμένος απέστρεψε το βλέμμα του. Πώς μπορούσε, μετά από όλα όσα είχαν συμβεί, να σκέφτεται αυτό; Μην προσπαθώντας να το εξηγήσει και αποφεύγοντας να κατσαδιάσει τον εαυτό του σηκώθηκε, πήρε από το ντουλάπι πάνω από το κρεβάτι ένα σεντόνι και την σκέπασε. Ύστερα γύρισε να φύγει. Φτάνοντας στην πόρτα του δωματίου έστρεψε το κεφάλι του, την θαύμασε μία ακόμα φορά και ύστερα βγήκε κι έκλεισε βαριά την πόρτα.
Το ρολόι δίπλα στο σύνθετο που είχε την τηλεόραση, στο σαλόνι, έδειχνε περασμένες εννιά. Θα πρέπει να ήμουν κανένα τρίωρο αναίσθητος, σκέφτηκε. Κάθησε αποκαμωμένος στον μεγάλο γωνιακό καναπέ του - του Τάσου, υπενθύμισε στον εαυτό του - και κοίταξε σιωπηλός το χάος από σπασμένα τζάμια στο δάπεδο και στην βεράντα. "Και τώρα τί;", είπε. "Τί κάνουμε;" Παρατήρησε ότι το ρεύμα είχε επανέλθει. Κάποια υπολείμματα καπνού έβγαιναν από την κεντρική μονάδα του υπολογιστή του, σημάδι ότι είχε καεί το τροφοδοτικό. Το τηλέφωνο όμως λειτουργούσε. Να επικοινωνούσε με κάποιον; Και να του έλεγε τι; Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του. Δεν ένιωθε ακόμα έτοιμος να αποκαλύψει σε κάποιον τι του είχε συμβεί. Ούτε και στους πιο στενούς του ανθρώπους, στην μητέρα του ή τους λίγους καλούς του φίλους. Ακόμα και ο Τάσος το πιθανότερο ήταν να τον διαολόστελνε που τον πήρε πρωί πρωί τηλέφωνο και τον ξύπνησε, πιθανώς από ύπνο όχι στο δικό του κρεβάτι.
Ζύγισε τις πιθανότητες. Κάπως έπρεπε να μάθει, κάτι έπρεπε να κάνει για αυτήν... την... πώς να την πει; Μόνο μια λέξη του ήρθε στον νου. Άγγελος. Ήταν άγγελος... ή τουλάχιστον αυτήν την ονομασία έδινε σε τέτοιες μορφές το συλλογικό υποσυνείδητο και μαζί και αυτός. Ήταν λοιπόν αυτό το πλάσμα στο οποίο αναφερόταν ο Χριστιανισμός αλλά και άλλες θρησκείες με παραλλαγμένα ονόματα; Δεν ήταν σίγουρος. Βλέποντας την ένιωθε κάθε άλλο παρά θρησκευτικό δέος, περισσότερο αισθανόταν απόλαυση αλλά και ταπείνωση και πλήρη αδυναμία μπροστά στην ανώτερη φύση της. Επιπλέον ήταν αλήθεια ότι δεν πίστευε και πολύ, χωρίς όμως και να απορρίπτει εντελώς την όλη ιδέα περί Θεού και τα συναφή.
Ακόμα πιο μπερδεμένος από πριν λοξοκοίταξε μια μικρή ηλεκτρονική οθόνη πάνω στο γραφείο του που έδειχνε την ημερομηνία. Ήταν Κυριακή, 23 Αυγούστου. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος. Είχε αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει.
Το σπίτι βρισκόταν σε ένα απόμερο μέρος, εκτός πόλης. Είχε λοιπόν παντζούρια που κλείδωναν με βαριά μάνταλα και συναγερμό. Ο Ιάσονας τα ασφάλισε όλα. Πήρε τα κλειδιά του και πριν φύγει πήγε στην κρεβατοκάμαρα να την κοιτάξει άλλη μια φορά. Ανάσαινε γαλήνια και δεν είχε σαλέψει από την στάση που την άφησε. Φαινόταν σαν να κοιμόταν. Με ένα αίσθημα ενοχής έφυγε βιαστικά, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες ως το χωλ του ισογείου και βγήκε έξω.
Καθώς κλειδαμπάρωνε και την εξώπορτα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι την φυλάκιζε έτσι για να την προστατέψει μέχρι αυτός να επιστρέψει. Αλλά μέσα του ήξερε ότι ένιωθε και ένα εγωιστικό αίσθημα κτητικότητας. Δεν ήθελε να του φύγει. "Μαλάκα" , κατηγόρησε τον εαυτό του. Πήγε στο πάρκινγκ του και είδε ότι τα τζάμια του Golf του ήταν και αυτά σπασμένα. "Ωραιότατα. Την τύχη μου μέσα", είπε. Δεν το είχε ακόμα αποπληρώσει. Χωρίς όμως να κάτσει να ψειρίσει το θέμα μπήκε μέσα, άναψε την μηχανή και κατέβηκε από τον διπλανό χωματόδρομο προς τον Περιφερειακό.
Στην Τριανδρία έμενε ένας φίλος του θεολόγος, από τους λίγους που είχαν σπουδάσει στην Θεολογική Σχολή γιατί το ήθελαν και όχι γιατί απλά έτυχε να περάσουν εκεί. Τον λέγανε Μιχάλη. Αφού αποφοίτησε έκανε ένα μεγάλο ταξίδι ανά τον κόσμο, μελετώντας θρησκευτικές κάστες, απόκρυφα κείμενα κι εκπονώντας το διδακτορικό του - το θέμα αφορούσε τις διαθρησκευτικές ομοιότητες και τα διάφορα μυθώδη πλάσματα που χρησιμοποιούσαν όλες οι θρησκείες ως σύμβολα προσέγγισης, προσηλυτισμού ή προσπάθειας περιγραφής του θείου. Είτε αυτά ήταν πνεύματα, είτε δρυάδες, είτε δαίμονες... είτε άγγελοι. Τον θεωρούσε έμπιστο και σοβαρό άτομο και τον καταλληλότερο για να τον κατατοπίσει. Ο Άγιος Σπυρίδωνας, η εκκλησία της ενορίας της Τριανδρίας, είχε ακόμα λειτουργία εκείνη την ώρα και το θεώρησε σίγουρο ότι θα τον βρει εκεί.
Ο Ιάσονας έστριψε στον στροφή του ανισόπεδου κόμβου που οδηγούσε στην Τριανδρία. Κατηφορίζοντας, πέρασε δίπλα από το Καυταντζόγλειο Στάδιο και παρατήρησε την κίνηση που, αν και Κυριακή, είχε πυκνώσει στην Αγίου Δημητρίου. Σταμάτησε στο φανάρι και άναψε αριστερό φλας. Καθώς περίμενε την πράσινη ένδειξη, κοίταξε στα δεξιά του. Στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου ήταν ένα καθισματάκι με ένα μωρό, ηλικίας το πολύ ενός έτους. Τον κοιτούσε και αυτός του έσκασε ένα χαμόγελο. Γρήγορα όμως το ακίνητο και διαπεραστικό του βλέμμα τον ανησύχησε. Χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί, αγχώθηκε και απέστρεψε βιαστικά την ματιά του.
Το φανάρι άναψε επιτέλους πράσινο. Έστριψε και πήρε με ταχύτητα την ανηφόρα. Πέρασε το Δημαρχείο της Τριανδρίας και στα επόμενα πενήντα μέτρα ξεπρόβαλλε μπροστά του η εκκλησία.

Read more...

Η πτώση - μέρος 1

>> 3/9/09

Είχε βγει στην βεράντα. Έξω ένιωθε κρύο, αλλά το προτιμούσε από την ζέστη που είχε μέσα στο σπίτι του. Γέλασε σιγανά. Σκέφτηκε το σπίτι του, αλλά δεν ήταν στην ουσία δικό του. Εδώ και έναν χρόνο περίπου έμενε εδώ, μόνο και μόνο επειδή ο κολλητός του ο Τάσος του το είχε παραχωρήσει. Είναι αλήθεια βέβαια ότι ο Τάσος δεν το είχε ανάγκη - ήταν εισοδηματίας με οικόπεδα και δύο τρία διαμερίσματα που νοίκιαζε. Όποτε του κάπνιζε πήγαινε και στο εργοστάσιο του πατέρα του για να παίξει το αφεντικό... αλλά έφευγε πάντα γρήγορα. Ποτέ δεν πολυγούσταρε να ανακατεύεται με τα τσιμέντα.
Ο Ιάσονας ένιωσε την ανάγκη να ανάψει ένα τσιγάρο. Καθώς πετάχτηκε η σπίθα του αναπτήρα, πρόσεξε στο σύντομο φως της ότι ένα αλογάκι της Παναγίας είχε καθήσει πάνω σε ένα από τα ξύλα της βεράντας που έδεναν χιαστί το περβάζι. Θαύμασε για μια στιγμή την ομορφιά του αλλά σχεδόν αμέσως ξαναβυθίστηκε στις σκέψεις του. Ήταν πράγματι ευχής έργον που είχε αυτό το σπίτι και μάλιστα χωρίς να πληρώνει νοίκι. Βρισκόταν σε μια ανοιχτωσιά του Σέιχ Σου, πάνω από την στροφή της Περιφερειακής Οδού πριν την Τριανδρία. Η θέα ήταν εκπληκτική - ο Ιάσονας μπορούσε να δει όλη την ανατολική Θεσσαλονίκη, ένα μέρος του κέντρου και σχεδόν όλη την παραλία μέχρι τον Κεντρικό Σταθμό Αποβίβασης. Κοιτούσε τα συνεχώς κινούμενα φώτα που έδειχναν τον παλμό της πόλης, την ζωή της... Πολλές φορές είχε καθήσει εδώ να αναρωτηθεί ποια να είναι η ιστορία του κάθε ανθρώπου που ζούσε στην πόλη, και τι έκανε γενικά όλους τους κατοίκους να είναι συνέχεια στο πόδι οποιαδήποτε ώρα της ημέρας και της νύχτας - πρωί, μεσημέρι, βράδυ, ακόμα και τις μικρές ώρες πριν το ξημέρωμα, όπως συνέβαινε και με αυτήν την νύχτα. Για δουλειά, για διασκέδαση, για επιβίωση, ή για οποιονδήποτε άλλο μεμπτό ή άμεμπτο σκοπό... Όλοι ζούσαν τις ζωές τους με τον έναν ή τον άλλον τρόπο.
Όπως προσπαθούσε να συνεχίσει κι αυτός την δική του. Όταν αποφοίτησε από την Καλών Τεχνών πριν από έξι εφτά χρόνια έκοψε την αναβολή του στρατιωτικού του κι έκανε την θητεία του. Αφού τελείωσε με αυτήν την "άχρηστη υποχρέωση", όπως την έλεγε, έφυγε εσπευσμένα για την Βαρκελώνη. Ποτέ δεν είχε σκοπό να μείνει εκεί μόνιμα, κι όντως δεν κατέληξε έτσι. Απλά, στην αναζήτησή του για νέες φόρμες είχε πάρει την απόφαση να επισκεφτεί την κοιτίδα των σύγχρονων ευρωπαϊκών καλλιτεχνικών ρευμάτων. Είχε μεγάλο ταλέντο στην ζωγραφική και το σχέδιο, κάτι που αναγνώριζαν ακόμα και οι όμοιοι του. Εν τούτοις ποτέ δεν ήταν ευχαριστημένος με την ενασχόλησή του με τα ίδια τετριμμένα πράγματα που είχαν ήδη απασχολήσει τόσους άλλους πριν από αυτόν. Το να σχεδιάζει κόμικς για ερασιτεχνικές εκδόσεις, σαν παράπλευρο χόμπι, του πρόσφερε μια διέξοδο. Αλλά ούτε κι αυτό τον γέμιζε πλήρως. Έτσι προσπάθησε να γεμίσει αυτό το κενό στην Βαρκελώνη. Όμως δεν το κατάφερε. Έπειτα από δύο σχεδόν χρόνια καλλιτεχνικής περιπλάνησης, κατάλαβε ότι ακόμα και στην Μέκκα του σουρεαλισμού δεν υπήρχε κάτι να τον κρατήσει. Κι έτσι γύρισε πίσω.
Με τον γυρισμό του αποφάσισε πως το επιτακτικότερο σε εκείνη την φάση της ζωής του ήταν να επιβιώσει. Έψαξε για δουλειά σε πολλά μέρη. Ο Τάσος, άρτι αφιχθείς από την Αγγλία όπου σπούδασε Διοίκηση Επιχειρήσεων, τον βοήθησε να πιάσει δουλειά σε μία διαφημιστική εταιρεία όπου σχεδίαζε storyboards. Ο Ιάσονας πάντα ένιωθε ότι αυτή η δουλειά του κατέστρεφε την διάθεση για πραγματική δημιουργία. Αλλά στην δεδομένη φάση, και μέχρι να βρει κάτι πραγματικά ενδιαφέρον, το αποδέχτηκε. Ο πατέρας του δεν ζούσε πλέον και η μητέρα του τα έφερνε δύσκολα βόλτα με την σύνταξή της, οπότε δεν μπορούσε να υπολογίσει σε αυτήν για οικονομική βοήθεια. Η δουλειά αυτή του πρόσφερε έναν ικανοποιητικό μισθό που του επέτρεψε να νοικιάσει μια γκαρσονιέρα στην Άνω Πόλη.
Σε εκείνη την φάση γνώρισε και την Ειρήνη. Την είχε δει για πρώτη φορά σε μια έκθεση ενός κοινού τους γνωστού στο φουαγιέ του Βασιλικού Θεάτρου. Η έλξη ήταν στιγμιαία. Δεν μπορούσε να ξεκολλήσει από πάνω της το βλέμμα του... Τα πράσινα της μάτια, τα μακριά, σπαστά, καστανόμαυρα μαλλιά της που έφταναν ως την σαν δαχτυλίδι μέση της, η λεπτή της μύτη, τα σαρκώδη της χείλη, το λεπτό αλλά με καμπύλες κορμί της... Του φάνηκε τέλεια. Αν και, αν πρόσεχε πολύ μπορούσε να παρατηρήσει εδώ και εκεί καναδυό απειροελάχιστες ατέλειες... πράγμα που την έκανε να του αρέσει ακόμα πιο πολύ. Το λάτρεψε από την πρώτη στιγμή που ήταν τόσο όμορφη αλλά ταυτόχρονα τόσο γήινη. Και όταν την γνώρισε από κοντά λάτρεψε και τον χαρακτήρα της - τον αυθορμητισμό της, την εξυπνάδα της, το αβίαστο γέλιο της. Την είχε ερωτευτεί. Το ίδιο κι εκείνη.
Αλλά δεν έμελλε να κρατήσει. Μετά από τρία χρόνια σχέσης το διέλυσαν - και με πολύ έντονο τρόπο. Δεν την κατηγορούσε για αυτό. Ήταν ανέκαθεν πάρα πολύ αφηρημένος και ονειροπόλος - την έκανε, χωρίς να το θέλει, να νιώθει ότι δεν ήταν εκεί, ότι απλά είχε βολευτεί μαζί της. Αυτό ήταν κάτι που εκείνη δεν το άντεχε - το εκλάμβανε ως απόρριψη, μια αίσθηση που επέτεινε το γεγονός ότι συζούσαν. Έτσι χώρισαν. Αργότερα έμαθε ότι έφυγε για την Γαλλία, όπου έπιασε δουλειά ως ανταποκρίτρια σε ένα τοπικό κανάλι της Λιλ. Ο Ιάσονας ένιωθε εκείνη την περίοδο ότι είχε χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια του - ήταν πολύ συναισθηματικός, κι ας μην το έδειχνε πολύ.
Και ο χωρισμός ήταν μόνο το πρώτο από τα πολλά που τον βρήκαν εκείνο τον καιρό. Σε λίγο καιρό έχασε και την δουλειά του - οι συνέπειες της οικονομικής κρίσης. Αναγκάστηκε να ξενοικιάσει. Τότε τον πλησίασε ο Τάσος, που του πρόσφερε οικονομική βοήθεια. Πάνω στην απελπισία του, σκέφτηκε να την δεχτεί, αλλά γρήγορα η περηφάνιά του υπερίσχυσε. Ποτέ δεν ζήλεψε τον Τάσο για τα χρήματά του, και μάλιστα εκτιμούσε που η οικονομική του επιφάνεια δεν είχε αλλοιώσει τον χαρακτήρα του ή την φιλία τους. Αλλά το να εξαρτάται οικονομικά από αυτόν ήταν άλλο θέμα. Πάντως, μετά από επιμονή του Τάσου δέχτηκε το σπίτι, και τα λοιπά του έξοδα τα έφερνε κάπως κάπως βόλτα με δουλειές που έκανε από εδώ και από εκεί. Τώρα δούλευε ως γελοιογράφος σε μια τοπική εφημερίδα και ήταν σχετικά ικανοποιημένος.
Το αλογάκι της Παναγίας επέστρεψε. Ο Ιάσονας γύρισε προς το μέρος του κι εκείνο τον είδε και πήρε αμέσως στάση μάχης. Τι θαυμάσιο πλάσμα, σκέφτηκε. Τόσο λεπτεπίλεπτο και όμως τόσο θανάσιμο για τους εχθρούς και τα θηράματά του. Αν και ήταν λίγο πριν τα ξημερώματα, ακριβώς την ώρα που είναι κατάμαυρος ο ουρανός, του ήρθε μια ξαφνική έμπνευση να το σκιτσάρει. Τεντώθηκε, έσβησε το τσιγάρο του και γύρισε για να μπει μέσα και να πάρει από το σαλόνι το μπλοκάκι του. Ξαφνικά όμως, ένιωσε μια σκιά να περνάει πάνω από την βεράντα. Σχεδόν αντανακλαστικά, γύρισε να κοιτάξει αυτό που είχε νιώσει. Κι αυτό που είδε, του πάγωσε το αίμα.
Μια τεράστια σκιά είχε περάσει πετώντας πάνω από το σπίτι. Η πορεία της ήταν καθοδική και στην τροχιά της άφηνε σημάδια απο στάχτες και καπνό. Ο Ιάσονας δεν μπορούσε να διακρίνει με σαφήνεια το περίγραμμά της μέσα στο σκοτάδι, αλλά από τα λίγα που είδε ξεχώρισε δυο φτερούγες. Δύο φτερούγες;!; Και μάλιστα, από ότι αντιλήφθηκε, με άνοιγμα γύρω στα πέντε μέτρα η καθεμιά! Έτριψε τα μάτια του για να διακρίνει καλύτερα. Δεν είχε ακούσει για πουλί με συνολικό άνοιγμα φτερών δέκα μέτρα κι εν πάσει περιπτώσει δεν περίμενε να βρει κάτι τέτοιο στο Σέιχ Σου.
Πριν προλάβει να δει κάτι παραπάνω, αυτό, ό,τι κι αν ήταν, προσγειώθηκε σε μια πυκνή συστάδα δέντρων γύρω στα τριακόσια μέτρα από το σπίτι. Και τότε έγινε κάτι που μετέτρεψε τον απλό αρχικό φόβο και περιέργεια του Ιάσονα σε πραγματικό τρόμο. Με την ανακοπή της πτώσης της σκιάς, υψώθηκε ένα ξαφνικό ουρλιαχτό και μια τσιρίδα που κυριολεκτικά τον ζάλισε. Κάτι τέτοιο δεν είχε ακουστεί ποτέ ξανά εκεί, και ίσως πουθενά αλλού, και ενόχλησε ακόμα και την τόσο ήσυχη κοινωνία του δάσους - την κραυγή άρχισε να συνοδεύει ένα πανδαιμόνιο από άλλες κραυγές προερχόμενες από τα ζώα του δάσους. Ξαφνικά άρχισαν να αναβοσβήνουν τα φώτα του σπιτιού του αλλά και όλα τα φώτα εκεί κοντά και οι λάμπες στον Περιφερειακό. Τα αντικείμενα μέσα στο σπίτι άρχισαν να τρέμουν, να κουνιούνται και να πέφτουν. Το ουρλιαχτό συνέχισε σε αμείωτη ένταση μέχρι που όλα τα τζάμια έσπασαν και ένα θραύσμα τινάχτηκε και καρφώθηκε στον καρπό του Ιάσονα. Αλλά αυτός ούτε που το ένιωσε, γιατί προσπαθούσε να κλείσει σφιχτά τα αυτιά του και να μην λιποθυμίσει από την κραυγή που του σφυροκοπούσε το κρανίο.
Σιγά σιγά, μειώθηκε η ένταση της κραυγής και κατέληξε σε ένα σιγανό κλαψούρισμα. Ο Ιάσονας έμεινε παγωμένος από τον τρόμο για λίγα λεπτά, μέχρι που το αρχικό σοκ πέρασε. Ένιωσε απίστευτα ζαλισμένος. Πήγε να σηκωθεί, αλλά κατέρρευσε στο πρώτο βήμα. Η ζαλάδα ήταν τέτοια που έκανε εμετό. Τότε μόνο αισθάνθηκε κάπως καλύτερα και παρατήρησε το πληγωμένο του χέρι. Έβγαλε προσεκτικά το γυαλί από τον καρπό του και ξεκίνησε τρεκλίζοντας για να μπει μέσα και να φροντίσει το τραύμα του. Αλλά τότε είδε ένα φως στο σημείο της πτώσης. Δεν υπήρχε αμφιβολία. Είχε πιάσει φωτιά.
Ο Ιάσονας αποφάσισε πως δεν ήταν δυνατόν να αφήσει μια φωτιά που ξέσπασε μπροστά στα μάτια του να εξαπλωθεί. Μπήκε τρέχοντας στο σπίτι για να πάρει τηλέφωνο αλλά τζίφος. Οι γραμμές ήταν κομμένες. Δοκίμασε με το κινητό, αλλά κι εκεί τα ίδια. Το ρεύμα είχε κοπεί, οπότε δεν μπορούσε να κάνει τίποτα ούτε μέσω Internet. "Γαμώτο!", φώναξε δυνατά. Τι να έκανε; Μέχρι να έπαιρνε το αμάξι του και να πήγαινε στον κοντινότερο αντιπυρικό σταθμό ή να κατέβαινε στην πόλη να ειδοποιήσει κάποιον, η φωτιά θα εξαπλωνόταν.
Ξαναβλαστήμησε δυνατά. Είχε πάρει την απόφασή του. Έδεσε πρόχειρα με έναν επίδεσμο από τις Πρώτες Βοήθειες τον καρπό του, πήρε δύο πυροσβεστήρες που είχε στο σπίτι καθώς κατέβαινε στο ισόγειο, βγήκε έξω και άρχισε να τρέχει προς τον τόπο της καταστροφής.
Καθώς πλησίαζε άκουγε και το κλαψούρισμα να δυναμώνει. Και τότε κοντοστάθηκε. Ο θρήνος ήταν ανθρώπινος - αν και με ένα βάθος που αποκλείεται να προερχόταν από ανθρώπινο λαρύγγι. Στην συνειδητοποίηση αυτή αποσβολώθηκε κι ένιωσε ένα ρίγος να ανεβαίνει στην ραχοκοκαλιά του. Αλλά πίεσε τον εαυτό του να συνεχίσει. Έπρεπε να μην αφήσει την φωτιά να ξεφύγει. Άλλωστε, ό,τι κι αν ήταν αυτό το άλλο, θα το έβλεπε έτσι κι αλλιώς αργά ή γρήγορα. Αυτή του η σκέψη τον γέμισε με μια νέα αποφασιστικότητα κι επιτάχυνε το βήμα του.
Μετά από λίγο έφτασε επιτέλους στις παρυφές της συστάδας. Στα γρήγορα χώθηκε ανάμεσα στα δέντρα κι ένιωσε την ζέστη να τον τυλίγει...

Read more...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP