Αναζήτηση αναρτήσεων

Αρλεκίνος

>> 21/3/10

Η σκηνή ήταν δύσκολο να μαζευτεί. Έπρεπε πρώτα να διπλωθούν τα ακριανά πετάσματα, να ταχτοποιηθούν σε ρολά και να φορτωθούν στο μεγάλο κάρο. Στην συνέχεια, οι πιο ευλύγιστοι - κατά προτίμηση, οι Δίδυμοι - σκαρφάλωναν πάνω, στην κορυφή, χρησιμοποιώντας μια πτυσσόμενη εσωτερική σκάλα και βγαίνοντας έξω διαμέσου μιας επιδέξια καλυμμένης οπής. Από εκεί, τραβούσαν και μάζευαν με την βοήθεια λουριών τις εσωτερικές τέντες, μικρότερες σε μέγεθος αλλά πιο δύσκαμπτες από τις εξωτερικές. Με την ολοκλήρωση αυτών των εργασιών, ερχόταν η ώρα για την αποσύνδεση του σκελετού. Με υπομονή κι επιμονή, χαλάρωναν τους κοχλίες των μεγάλων τεγίδων της οροφής που συγκρατούσαν τα υφασμάτινα πετάσματα και σιγά σιγά τις κατέβαζαν κάτω. Στην συνέχεια αποσυναρμολογούσαν το ζευκτό, δίνοντας προσοχή στο να αποσυνδέουν εναλλάξ έναν ορθοστάτη και μια διαγώνια ράβδο ανά κίνηση, για να μην καταρρεύσει όλη η κατασκευή πάνω στα κεφάλια τους. Έχοντας τελειώσει και με αυτό, αφαιρούσαν τους διαγώνιους χιαστί συνδέσμους και τα υποστυλώματα στην περίμετρο της αρένας, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις βάσεις τους. Τελικά, ο Μαραγκός και ο Αρκούδας, όντες οι πιο ρωμαλέοι από όλους, ασχολούνταν με το αποφτιασίδωμα, την μεταφορά και το πακετάρισμα των θέσεων, των επάλξεων και των μικρών κερκίδων, ενώ όλοι οι υπόλοιποι τακτοποιούσαν ο καθένας και η καθεμιά τα αντικείμενά τους - τα ρούχα, τον εξοπλισμό και τα παιχνίδια τους. Πριν να ξημερώσει είχαν κιόλας τελειώσει.
Ο Σακάτης δεν ασχολήθηκε με τίποτα από όλα αυτά. Δεν είναι ότι δεν ήθελε, αλλά έτσι κι αλλιώς θα μπλεκόταν στα πόδια των άλλων και πιο πολύ θα τους ενοχλούσε παρά θα τους βοηθούσε. Ήταν το ξύλο που είχε φάει, ήταν και το πρόβλημα που είχε, αυτό που του είχε δώσει το παρατσούκλι του - μια δυσπλασία στο γόνατο, όχι ιδιαίτερα ενοχλητική όταν περπατούσε, ούτε ιδιαίτερα απωθητική στην όψη, σαν ένα στραβωμένο καρούμπαλο. Την είχε εκ γεννετής και ποτέ δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, ούτε τον εμπόδιζε να περπατάει, να κάνει τα νούμερά του, ακόμα και να βρίσκει πληρωμένη συντροφιά στις περιοχές όπου περιοδεύανε. Ήταν άλλωστε μόλις δεκαεννιά χρονών, με υγρά, γκρίζα, αεικίνητα μάτια, μαύρα κορακίσια μαλλιά, ένα πρόσωπο κανονικό, όμορφο, πολύ αρρενωπό για την ηλικία του, που όμως ασχήμαινε κάπως από τις ακατάστατες φούντες νεανικού μουσιού που φύτρωναν εδώ κι εκεί, ένα σώμα λιπόσαρκο, ξερακιανό αλλά σμιλεμένο από μια ζωή νομαδικής ζωής με τον θίασο. Παρ'όλ'αυτά, για πιο απαιτητικές δουλειές, όπως το τρέξιμο, το σκαρφάλωμα, το κουβάλημα - εκεί δεν μπορούσε να προσφέρει, ούτε οι άλλοι ήθελαν να τους καθυστερεί.
Ο Σακάτης είχε καταλάβει από πολύ μικρός ότι ήταν βάρος για τον θίασο. Τον είχε βρει ο Αρκούδας εγκαταλελειμένο μέσα σε ένα καλαθάκι πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν ο θίασος περιόδευε σε μια μακρινή πολιτεία, ένα βράδυ που γυρνούσε στην σκηνή του συντροφιά με την Λευκή... την καημένη την Λευκή, σκέφτηκε ο Σακάτης. Ήταν η γελωτοποιός της κομπανίας και αυτή που του έμαθε όλα τα κόλπα που χρησιμοποιεί ένας σωστός αρλεκίνος για να εκμαιεύσει το γέλιο από τους θεατές.  Το όνομα αυτό, Λευκή, της το έδωσε ο Σακάτης λόγω της αναιμικής χλωμάδας της και της στο χρώμα του χιονιού επιδερμίδας της. Τον αγαπούσε πολύ και τον φρόντιζε σαν να ήταν η μάνα του, ποτέ αφήνοντας να την προβληματίσει το πώς, γιατί και από ποιόν εγκαταλείφθηκε το σακάτικο παιδί. Αυτή η τρυφερή και ζεστή σχέση δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Αρκούδο, ο οποίος από μια περίεργη δεισιδαιμονία σχετικά με τους "απρόσκλητους επισκέπτες" και τα "διαβολικά μωρά", ενσταλαγμένη μέσα του από τον καιρό που, παιδί ακόμα, έβλεπε το τρομερό φεγγάρι και τις τερατογεννήσεις μέσα στις παγωμένες και ατέλειωτες νύχτες της μακρινής βόρειας χώρας από την οποία καταγόταν, επέμεινε να μην δοθεί όνομα στο παιδί, ούτε να του επιτραπεί να φωνάζει τον υπόλοιπο θίασο με τα δικά τους - κάτι που και έγινε. Αλλά τον Σακάτη δεν τον πείραζε... σκέφτηκε πως και το "Σακάτης" μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί σαν όνομα, και όσο για τους άλλους, είχε συνηθίσει τόσο πολύ να τους φωνάζει με τα παρατσούκλια που ο ίδιος τους έβγαλε, που και μπροστά του να συνομιλούσαν, ήταν σαν να μην τους άκουγε καθόλου. Εξάλλου, ορισμένα από τα "πραγματικά" τους ονόματα του φαίνονταν γελοία... Όπως ο Αρκούδας για παράδειγμα. Τον λέγανε στην πραγματικότητα Όλαφ. Όλαφ! Ο Σακάτης κάγχαζε όποτε το αναθυμόταν. Σαν πορδή ακούγεται!
Καθώς ο Σακάτης μεγάλωνε και άρχιζε να αποκτάει το κορμί και το σφρίγος ενός νεαρού άντρα, τόσο οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής άρχιζαν να γίνονται διαφορετικές. Εξάλλου, όταν αυτός ήταν δεκαπέντε ετών, εκείνη ήταν μόλις εικοσιεννέα - καθώς ο Αρκούδας την είχε μαζί του ήδη από τα δώδεκα της και την είχε κάνει δική του στα δεκατέσσερα, όταν ο ίδιος ήταν γύρω στα τριάντα - ακριβώς την εποχή που βρέθηκε ο μικρός. Τα τυχαία ακουμπήματά της, τα πεταρίσματα των βλεφάρων της, το κοκκίνισμα στα μάγουλά της, το φούσκωμα του στήθους της, τα χαϊδολογήματά της όταν τον εκπαίδευε, τον τάιζε, του έκανε μπάνιο, ακόμα και οι μελωδίες που του έπαιζε αργά τα δειλινά με τον αγαπημένο της αυλό - δεν ήταν πλέον εκείνα της μάνας προς το παιδί της, αλλά μιας γυναίκας που ποθούσε την αγκαλιά και το χάδι του, μιας γυναίκας που ποτέ δεν ένιωσε έρωτα απέναντι στον μεγαλύτερο άντρα με τον οποίον ήταν μαζί, ούτε αισθάνθηκε ποτέ οποιουδήποτε είδους σεξουαλική απόλαυση.
Ο Σακάτης αναθυμήθηκε την νύχτα που έμελλε να αλλάξει την ζωή του. Καθόταν με την Λευκή στο κέντρο της σκηνής ένα βράδυ κι έκαναν προπόνηση για τα νούμερα της επόμενης μέρας. Η Λευκή ήταν ιδιαίτερα νευρική, όπως συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, και όπως διαγράφονταν κάτω από το πολύχρωμο και λεπτά υφασμένο αρλεκίνικο κοστούμι της, οι ρώγες του μικρού και στητού της στήθους ήταν τσιτωμένες. Ο Σακάτης δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά η θέα τους του προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Σε κάποια στιγμή, πιασμένος καθώς ήταν με την παρτενέρ του και προσπαθώντας να εκτελέσει μια αστεία φιγούρα, το λειψό του γόνατο τον πρόδωσε και μπλέκοντας τα πόδια του σωριάστηκε φαρδύς πλατύς κάτω, παρασέρνοντας από πάνω του την Λευκή. Άξαφνα βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, με τα χείλη τους σχεδόν να ακουμπάνε, ανασαίνοντας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Ο Σακάτης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τρελά και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε μια τρομερή στύση. Το κάτω χείλος της Λευκής έτρεμε κι ασθανόμενη και η ίδια το κάλεσμα του μικρού, ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνάει. Χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε τα ρούχα της, αποκαλύπτοντας τα υπέροχα μικρά στήθη της, την γυμνασμένη επίπεδη κοιλιά της, τους σφριγηλούς της γλουτούς, τα μακριά της πόδια και τον μικρό ξανθό θύσανο στην ήβη της. Ταυτόχρονα ο Σακάτης έβγαλε ταχύτατα το ξεφτισμένο του πουκάμισο και το σκισμένο πουά παντελόνι του, και μόνο όταν αποκάλυψε την γύμνια του στην Λευκή που ήδη τον φιλούσε υγρά, παθιασμένα, σχεδόν απελπισμένα, ένιωσε ένα τεράστιο κύμα ντροπής. Την ξεκόλλησε από τα χείλη του και σπρώχνοντάς την κοίταξε με τα μεγάλα μάτια του και την ρώτησε με φωνή που είχε σπάσει "Λευκή; Τί κάνουμε;" Η Λευκή ήταν ετοιμόλογη. "Δεν ήμουν ποτέ η μάνα σου. Ούτε καν η μεγάλη αδερφή σου. Το ξέρεις αυτό. Ήμουν πάντα η μεγάλη σου φίλη... ήμουν πάντα αυτή που σε αγαπούσε. Αλλά σε αγαπούσα χωρίς να μπορώ να το εκφράσω όπως θέλω." Έκανε μια παύση και τυλίχτηκε γύρω του. "Θέλω να σε αγαπήσω με όλους τους τρόπους." Τον χάιδεψε αναστατώνοντάς τον και συνέχισε "και βλέπω ότι το θέλεις κι εσύ". Του έδωσε ένα γλυκό φιλί ενώ ο Σακάτης, που είχε τρομοκρατηθεί, την ξαναέσπρωξε και ρώτησε "και ο Αρκούδας;" "Ο Όλαφ;" ανταπάντησε η χλωμή γυναίκα. "Δεν με νοιάζει ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι... το μόνο που με νοιάζει είσαι εσύ, είμαι εγώ, είμαστε εμείς. Ήμουν παιδούλα, κοντά είκοσι χρόνια πριν όταν μπήκα στον θίασο. Ήμουν γεμάτη όνειρα. Αλλά σύντομα κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα έκανα αυτό που ήθελα, ποτέ δεν έπαιρνα αυτό που προτιμούσα. Θα ήμουν πάντα η αστεία, η υπηρέτρια και, αν δεν ήταν ο Όλαφ, μπορεί και η πουτάνα του θιάσου. Αλλά και μαζί του δεν περνούσα καλά... Με ήθελε δούλα, να τον φροντίζω, να του μαγειρεύω, να τον ικανοποιώ, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια... κλεισμένη στην σκηνή και υπομένωντας την αποφορά του ιδρώτα του... μου επέτρεπε να βγαίνω μόνο για να κάνω τα νούμερά μου στην σκηνή. Αλλά φτάνει πια. Φτάνει. Σε αγαπώ εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Και ούτε που ξέρω πότε άρχισα να σε ερωτεύομαι. Σε θέλω τώρα. Μαζί μου, δίπλα μου, μέσα μου... Θα με διώξεις;" Αλλά ο Σακάτης, κινημένος καθαρά από το ένστικτό του, είχε αρχίσει ήδη να την χαϊδεύει. Δεν ήξερε πού - όπου τον πήγαιναν τα τρεμάμενα χέρια του. 'Εχοντας ήδη αποδεχτεί την ήττα του αλλά κάνοντας με μισή καρδιά μια τελευταία προσπάθεια ψιθύρισε "μα δεν ξέρω τί να κάνω". Η Λευκή τον έγλειψε απαλά στα χείλη, έπειτα στο στήθος και την κοιλιά του και φτάνοντας πιο κάτω, του είπε απλά "δεν πειράζει. Ξέρω εγώ." Ύστερα η φιδίσια της κίνηση άπλωσε τα σπαστά πυρόξανθα μαλλιά της στην κοιλιά του και το φιλήδονο στόμα της τον έστειλε στα ουράνια.
Ο Σακάτης δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε έτσι. Δεν είχε αγγίξει ούτε τον είχε αγγίξει άλλη γυναίκα, και το γεγονός ότι αυτό συνέβη τότε, εκεί, με την μοναδική που αγαπούσε, τον συγκλόνισε. Κατάλαβε ότι και αυτός έβλεπε την Λευκή αλλιώς - και είχε αρχίσει να αισθάνεται έτσι από τότε που, μπαίνοντας στην εφηβεία, εγκατέλειψε την αγορίστικη υπόστασή του στο δρόμο του για να γίνει άντρας. Τώρα, όλα έβγαζαν νόημα - οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής, το τρέμουλό της, το άγχος της όταν τον έβλεπε γυμνό, με το νευρώδες σώμα και τον πλούσιο ανδρισμό του, αλλά και οι δικές του ανατριχίλες, τα λοξά του βλέμματα, οι αναπάντεχες στύσεις του όταν την πετύχαινε να γδύνεται, που τόσο ντροπή του προκαλούσαν. Πράγματι, δεν ήταν η μητέρα του - και ποτέ δεν την αγάπησε ως τέτοια. Βαθιά μέσα του ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της... απλά είχε αρχίσει μόνο πρόσφατα να το καταλαβαίνει.
Η Λευκή είχε παρασυρθεί στον παροξυσμό του πάθους της. Τα μάτια της ήταν κλειστά, τα αυτιά της δεν άκουγαν, όλο της το είναι είχε συγκεντρωθεί στον χείμαρρο των συναισθήσεων που πήγαζε από το στόμα της. Πόσο καιρό - πόσο καιρό ήθελε να το κάνει αυτό. Και τώρα ήταν εδώ, στην μέση της σκηνής, γυμνή, έχοντας φαινομενικά στον έλεγχό της τον μικρό αλλά ξέροντας η ίδια ότι του ήταν υποταγμένη, σκυμμένη από πάνω του, τρυγώντας τους χυμούς του, γευόμενη τον πόθο του. Η αίσθηση την τρέλαινε και το νεανικό του σφρίγος της έκοβε την ανάσα σε σημείο που την έπνιγε. Μπορεί να ήταν η πρώτη του φορά, αλλά ήταν σίγουρα και η πρώτη φορά που εκείνη απολάμβανε ό,τι έκανε.
Ξαφνικά ένιωσε τις φλέβες του να διογκώνονται και τον άκουσε να βογγάει σιγανά και λαχανιασμένα. Κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει. Τραβήχτηκε, συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει απαλά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Όλο αυτό ήταν πολύ για τον Σακάτη. Την τράβηξε απότομα και την έφερε από πάνω του, δαγκώνοντάς την στον λαιμό. Η Λευκή πόνεσε - αλλά της άρεσε αυτή η άγρια ένδειξη του πρωτόγονού του πάθους. Ύστερα, άγαρμπα αλλά ακολουθώντας τις αλάνθαστες επιταγές του ενστίκτου του, άρχισε να βασανίζει με τα χείλη και την γλώσσα του τα στήθη της, κρατώντας την από την μέση με τον ένα χέρι, ενώ με το άλλο γλύστρησε προς τα κάτω, χαϊδεύοντάς την πρώτα στο εσωτερικό των μηρών κι έπειτα κατευθυνόμενος στο ενδιάμεσο. Την άγγιξε εκεί - ήταν υγρή κι έκαιγε. Με το που ένιωσε τα δάχτυλά του άρχισε να τρέμει ακατάσχετα. Ναι, ήταν αδέξιος - αλλά την άγγιζε όπως δεν την είχε αγγίξει κανείς. Η Λευκή ήξερε, ένιωθε ότι θα την έφτανε μέχρι το τέλος - το τέλος που δεν είχε γευτεί ποτέ της πριν. Τώρα ήταν προετοιμασμένη για αυτό.
Κυλίστηκαν στο πλάι. Η Λευκή ήταν τώρα από κάτω, έτοιμη όσο ποτέ άλλοτε να τον δεχτεί, παραδομένη τελείως και απόλυτα ηδονισμένη με αυτήν την αντιστροφή των ρόλων. Πριν λίγο ο νεαρός είχε αφεθεί να γίνει υποχείριό της - τώρα θα την έκανε εκείνος ό,τι ήθελε. Και μόνο στην σκέψη ένιωθε μέσα της εκρήξεις προσμονής. Ο Σακάτης πήρε μια ελαφρώς πλάγια στάση για να μην ταλαιπωρεί το γόνατό του... κι έπειτα ενώθηκε μαζί της. Απλά, δυνατά, λες και η θέση του ήταν πάντα εκεί. Οι κινήσεις του ήταν άγριες, σίγουρες αλλά ταυτόχρονα τρυφερές. Και μόνο το να βλέπει και να ακούει την υπέροχη γυναίκα που ήταν μαζί του να αγκομαχεί, να βογγάει όλο και δυνατότερα, να τον παροτρύνει  να γίνεται όλο και πιο άγριος, όλο και πιο βίαιος, να τον γρατζουνάει στην πλάτη, να τον σφίγγει πάνω της, να τον φιλάει και να τον δαγκώνει όπου βρίσκει, να δακρύζει σχεδόν από την έκστασή της, τον έκανε να χάνεται αλλά και να είναι απόλυτα σίγουρος ότι αυτό που έκανε, μπορεί να μην το έλεγχε, να μην το καταλάβαινε, αλλά σίγουρα το έκανε καλά.
Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα και τα άκρα του είχαν βρωμίσει με χώμα, σε αντίθεση με την Λευκή, που το απλωμένο στο πάτωμα της σκηνής πέτασμα πάνω στο οποίο την είχε κυλίσει την προστάτευε. Ένιωθε σαν ζώο - και του άρεσε. Αλλά σιγά σιγά κάτι περίεργο άρχισε να απλώνεται στο σώμα του - μια ακαθόριστη αίσθηση που ξεκίνησε από τους λαγώνες του και μεταδόθηκε στο στομάχι, το στήθος, τα πόδια, τα χέρια του, ώσπου έφτασε στο κεφάλι του και τον ζάλισε. Τί απόλαυση - σιγά σιγά ξεκίνησε να γίνεται όλο και εντονότερη και ήθελε να την φτάσει στο τέρμα. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Άρχισε να ανεβάζει ταχύτητα, να βογγάει όλο και πιο δυνατά, και η Λευκή κατάλαβε. "Σε παρακαλώ" του είπε λαχανιασμένη και παθιασμένη σε σημείο τρέλας, "σε παρακαλώ, όχι ακόμα." Ήθελε πολύ λίγο, πολύ λίγο για να φτάσει μαζί του. Αλλά όχι εκείνη την στιγμή. Αντιλαμβανόμενη όμως ότι ο μικρός δεν μπορούσε να κρατηθεί, ότι κόντευε να σκάσει, τον έσπρωξε απαλά και τον απομάκρυνε. Η ξαφνική αυτή διακοπή του παραληρήματός του έκανε τον Σακάτη να αφηνιάσει. Πήγε να ορμήσει στην Λευκή, αλλά αυτή τον σταμάτησε με ένα βαθύ, πολύ υγρό φιλί. "Μαζί" του ψιθύρισε. Και τότε ο νεαρός κατάλαβε. Πονούσε, ήθελε να την ξεσκίσει, αλλά κατάλαβε. "Μαζί" της αντιγύρισε, αγγίζοντας με τα χείλη του τα δικά της.
Ο Σακάτης ξάπλωσε και η Λευκή έσκυψε πάλι από πάνω του. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν θα τον παίδευε με το στόμα της όπως στην αρχή, αλλά αυτή αρκέστηκε στο να τον δαγκώσει απαλά κι έπειτα να τον οδηγήσει μέσα της, στα άδυτα των αδύτων της.
Τον ένιωθε τόσο βαθιά, να την αγγίζει σε μέρη που ποτέ πριν δεν είχαν αγγιχτεί, ποτέ πριν δεν είχαν εξερευνηθεί, να την γεμίζει, να γίνεται ένα μαζί της, που σύντομα ένα ασταμάτητο τρέμουλο άρχισε να την συνταράζει ανεξέλεγκτα και να της κόβει την ανάσα. Και ύστερα... η έκρηξη. Ο οργασμός της ήταν τόσο δυνατός, που απλώθηκε σαν καυτό λάδι σε όλο της το κορμί, ζαλίζοντάς την, κάνοντάς την να χάνεται και να νιώθει την ηβική της χώρα να μουδιάζει, ακόμα και να πονάει. Ούρλιαζε σαν δαιμονισμένη, θέλοντας να κρατήσει αυτή η αίσθηση για πάντα, όταν αυτή η αίσθηση ήταν τόσο παράφορα δυνατή που θα την οδηγούσε στο να λιποθυμίσει.
Εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια κατί απρόσμενα ζεστό να την πλημμυρίζει και σαν να ξεχώρισε έναν άλλο ήχο ανάμεσα από τα ουρλιαχτά της. Χωρίς να σταματήσει να φωνάζει, άνοιξε με κόπο τα δακρυσμένα βλέφαρά της και είδε ότι ο έρωτας της ούρλιαζε κι εκείνος. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε μπήξει τα νύχια της μέσα στο στήθος του σε τέτοιο βαθμό που σε ορισμένα σημεία αυτός είχε ματώσει, την ίδια στιγμή που ο Σακάτης την έπιανε τόσο σφιχτά από τους γλουτούς που την είχε μελανιάσει.
Ναι, παρά την διακοπή, παρά την αλλαγή, το είχαν καταφέρει.
Τελείωναν μαζί - αν και ο ταυτόχρονος οργασμός τους δεν είχε τέλος.
Ο Όλαφ ξύπνησε ακούγοντας κάτι ακαθόριστα αγκομαχητά. Σαν από ένστικτο διαισθάνθηκε τί μπορούσαν αυτά να είναι και κατευθύνθηκε προς το μέρος από όπου πήγαζε ο θόρυβος - την σκηνή. Στο δρόμο για εκεί περιμάζεψε και τον βούρδουλα που χρησιμοποιούσε για να τιθασεύει τα άλογα όταν παραζωήρευαν στα νούμερα που έκαναν επί σκηνής. Φτάνοντας, η εικόνα της Λευκής να χτυπιέται πάνω από τον νεαρό και να ουρλιάζουν μαζί κραυγές ηδονής, απόλαυσης και οργασμού, του οργασμού που ποτέ αυτός δεν κατάφερε ούτε προσπάθησε να της χαρίσει, τον χτύπησε κατακούτελα και τον έκανε να αφρίσει από λύσσα. Βγάζοντας έναν απάνθρωπο βρυχηθμό όρμησε κατά πάνω τους. Η ξαφνική θέα του τεράστιου μαινόμενου θηριοδαμαστή ήταν αρκετή για να κλονίσει τον αναιμικό, ασθενικό - και ήδη καταβεβλημένο από τον τρομερό, τον πρώτο και τελευταίο που θα είχε ποτέ, οργασμό που την είχε συνταράξει σύγκορμα - οργανισμό της Λευκής. Τρόμαξε τόσο που το σοκ ήταν πολύ για να το αντέξει η αδύναμη καρδιά της. Φτάνοντάς τους ο Όλαφ, την παραμέρισε βίαια, μην ξέροντας ότι ήταν ήδη νεκρή, και άρχισε να κλωτσοβαράει και να κοπανάει με τον βούρδουλα τον Σακάτη. "Μπάσταρδε! Κοπρόσκυλο! Γιατί το έκανες αυτό, ε; Δεν σε μάζεψα; Δεν σε μεγάλωσα; Δεν σε έκανα μέλος του θιάσου; Κι εσύ σαν αντιγύρισμα πλάγιασες με την μάνα σου; Θα σε σκοτώσω!" Και πράγματι θα το είχε κάνει, αν όλη αυτή η φασαρία δεν είχε ξυπνήσει τους πάντες στον καταυλισμό του θιάσου. Πάνω που ο Όλαφ είχε σπάσει καναδυό πλευρά, έναν βραχίονα και ήταν έτοιμος να λιανίσει το κρανίο του Σακάτη, τέσσερα ζευγάρια χέρια - του Μουσάτου του ταχυδακτυλουργού, του Φαλακρού που έκανε κόλπα με φωτιές και των Διδύμων, δύο από τους ακροβάτες -  τυλίχτηκαν γύρω του και τον απομάκρυναν με δυσκολία πριν ξεκάνει τελείως το παιδί. Αργότερα, και μεταφέροντάς του τα συντριπτικά νέα του θανάτου της Λευκής, τον μαλάκωσαν και τον έπεισαν να αφήσει τον Σακάτη να ζήσει - εξάλλου, χρειαζόντουσαν έναν γελωτοποιό και ο νεαρός είχε διδαχθεί όλα τα νούμερα από την μακαρίτισσα. Άλλωστε ήταν και κουτσός - και αυτό τον έκανε πιο αστείο.
Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του Σακάτη, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο πίσω μέρος ενός κάρου και άκουγε το ρυθμικό ροχαλητό των αντρών και γυναικών που κοιμόντουσαν κουρασμένοι από το μάζεμα της σκηνής. Την αυγή τους περίμενε μια εξίσου κουραστική δουλειά, το μάζεμα του καταυλισμού και το ξεκίνημα για μια νέα πολιτεία, μια νέα χώρα... ποιός ξέρει πότε και πού θα ξανασταματήσουμε, σκέφτηκε. Καλύτερα να την πέσω λίγο, γιατί αύριο δεν θα μπορέσω να την σκαπουλάρω έτσι εύκολα - θα πρέπει να τρέξω και να βοηθήσω κι εγώ, συμπλήρωσε μες στο μυαλό του και τυλίχτηκε σφιχτά με μια λινάτσα.
Αλλά ο χείμαρρος των αναμνήσεων που είχε μόλις ξεχυθεί μπροστά στα μάτια του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Μετά από εκείνη την νύχτα και τον θάνατο της Λευκής, και παρά το έλεος που του είχαν δείξει, όλοι πλέον τον είχαν του πεταματού. Τον έβριζαν, τον έφτυναν, τον κλωτσούσαν, προσέχοντας όμως να μην το παρακάνουν κι έχοντας τον νου τους στον Όλαφ, ο οποίος συχνά έδειχνε διάθεση να ξεφεύγει. Ο Σακάτης δεν τον κατηγορούσε, ούτε τους άλλους. Άλλωστε ένιωθε και ο ίδιος ενοχές για τον θάνατο της εύθραυστης αρλεκίνου, αν και καταλάβαινε ότι ό,τι έγινε δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να το αποτρέψει ή να το αλλάξει. Και μαζί με τις ενοχές ένιωθε πόνο - τον πόνο της απώλειας, του έρωτα που μαράθηκε πριν καν αρχίσει, τον πόνο της αβάσταχτης δυστυχίας που δεν μπορούσε να έχει μαζί του την μοναδική γυναίκα που είχε μέχρι στιγμής γνωρίσει τόσο βαθιά και αγαπήσει τόσο πολύ και με τόσους διαφορετικούς τρόπους. Είχε συναναστραφεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια με πολλά κορίτσια, πόρνες και μη, με τις οποίες κοιμόταν μετά τις παραστάσεις που έκανε με τον θίασο σε κάθε τόπο που επισκέπτονταν. Αλλά δεν ένιωθε τίποτα... πιο πολύ εκτόνωνε τις νεανικές του ορμές.
Ένας ήχος από γυαλί που σπάει τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ανασηκώθηκε και είδε την τεράστια κοιλιά και τα τριχωτά μπράτσα του Αρκούδα να γυαλίζουν στο σεληνόφως, καθώς εκείνος παραπατούσε μεθυσμένος και κοίταζε με μια ηλίθια έκφραση το μπουκάλι  με το ουίσκι που μόλις είχε κατά λάθος σπάσει πάνω σε ένα προεξέχοντα βράχο, καθώς τίναζε δεξιά κι αριστερά, άγαρμπα και μέσα στην παραζάλη του, τα χέρια του.
Μια ξαφνική οργή πλημμύρισε τον νεαρό - μια οργή που σιγόβραζε ήδη από το μεσημέρι, από το ξύλο που του είχε ρίξει ο Μαραγκός ύστερα από την χλιαρή σημερινή υποδοχή των νουμέρων του από τους θεατές. Είχε καιρό να ανασκαλέψει τις αναμνήσεις του και τώρα που το είχε κάνει, η θέα του φαλακρού πλέον κοιλαρά τον γέμισε αηδία και ξύπνησε μέσα του ένα πρωτόγονο και πρωτόγνορο μίσος. Αυτός φταίει, σκέφτηκε. Αυτός και όχι εγώ. Με μια ξαφνική παρόρμηση τινάχτηκε από την κλίνη του και κατευθύνθηκε προς τον μεθύστακα. Είχε μια τρελή επιθυμία να προκαλέσει τον Αρκούδα... και μια ακόμα πιο τρελή επιθυμία να ανταποκριθεί εκείνος στην πρόκλησή του.
Φτάνοντας κοντά του, του φώναξε "τι κάνεις γέρο; Πάλι τα έπινες; Άκουσα από μακριά το μουρμουρητό σου, αλλά και να μην το άκουγα με πρόφτασε η μυρωδιά σου." "Εξαφανίσου" γρύλισε ο τεράστιος θηριοδαμαστής. Αλλά ο Σακάτης ήθελε να το πάει ως τα άκρα. "Ξέρεις", είπε, "πάντα αναρωτιόμουν αν αυτός που βρωμάει πιο πολύ είναι τα ζώα στα κλουβιά ή εσύ. Λογικό να αναρωτιέμαι, αφού έτσι κι αλλιώς κι εσύ στα κλουβιά κοιμάσαι τελευταία, ανάμεσα στις σβουνιές των αλόγων. Θα πρέπει να αισθάνεσαι πολύ άν..." Με μια άναρθρη κραυγή και μια θολή λάμψη στα μάτια του, ο Όλαφ όρμησε κατά πάνω του θέλοντας να κάνει κιμά τα μούτρα του αρλεκίνου με τα σπασμένο του μπουκάλι. Οι μεθυσμένες όμως κινήσεις του βαριού του κορμιού ήταν αδέξιες και ο Σακάτης πιο γρήγορος, εκπαιδευμένος στις κυματιστές κινήσεις του γελωτοποιού και έχοντας μάθει να ξεπερνάει το πρόβλημά του, τον απέφυγε εύκολα. Με μια πλάγια κίνηση που πόνεσε το δύσμορφό του γόνατο μπέρδεψε τον μεσήλικα γίγαντα και του έβαλε τρικλοποδιά. Εκείνος παραπάτησε κι έπεσε με τα μούτρα πάνω στο νοτισμένο γρασίδι, την ίδια στιγμή που ο νεαρός μάζευε ένα μυτερό κλαδί από κάτω. Σχεδόν αυτόματα, λες και υπάκουγε σε κάποια ανώτερη δύναμη, περίμενε τον Όλαφ να τιναχτεί αλαφιασμένος και να γυρίσει το πρόσωπό του προς τα πάνω, και την επόμενη στιγμή του κάρφωσε το κλαδί μέσα στο μάτι. Ο γίγαντας ούρλιαξε αλλά η ανάσα του τελείωσε γρήγορα. Σπαρτάρησε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πάγωσε και παρέμεινε ακίνητος.
Μην έχοντας συνειδητοποιήσει ακόμα το φονικό που είχε μόλις διαπράξει, ο Σακάτης βρήκε τον εαυτό του να τρέχει. 'Ετρεχε όπως μπορούσε, αγνοώντας τον πόνο στο στραβό του πόδι και ξέροντας ότι αν δεν προλάβει να απομακρυνθεί εγκαίρως, ο σχετικά αργός του ρυθμός θα τον πρόδιδε. Η επιθανάτια αγωνία του Αρκούδου είχε ξυπνήσει τον καταυλισμό και οι αγουροξυπνημένοι θιασώτες τινάχτηκαν έξω από τις σκηνές τους, κρατώντας κεριά και τουφέκια. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει εδώ - τίποτα που να τον συνδέει πια με τους υπόλοιπους. Το είχε καταλάβει ότι ο οποιοσδήποτε δεσμός μαζί τους είχε κοπεί την στιγμή που αποφάσισε να κάνει τον καμπόσο στον μεθυσμένο. Ή ίσως και να είχε κοπεί και πιο παλιά, από τότε που αποφάσισε να παραδώσει την ψυχή και το κορμί του σε εκείνη που του παρέδιδε αυτά και πολλά περισσότερα - όπως την αξιοπρέπεια και την ζωή της. Μπορεί και να μην υπήρχε εξαρχής κάποιος δεσμός... ούτε ακόμα και τότε που τον βρήκαν, χλωμό και μικροσκοπικό, μέσα στο καλάθι του.
Στην φυγή του πάνω άκουσε ένα κοντινό γάβγισμα. Ήταν ο Γελαστός, το μαλλιαρό σκυλάκι που είχε περιμαζέψει μερικούς μήνες πριν, έχοντας το βρει σαν κουταβάκι μέσα σε κάτι αποφάγια από μια άθλια ταβέρνα στον προηγούμενο σταθμό τους. Οι υπόλοιποι δυσανασχέτησαν που τον είχε πάρει μαζί του αλλά τελικά δεν έδωσαν παραπάνω σημασία, αρκεί να μην έμπλεκε στα πόδια τους και να του έδινε ο Σακάτης από το δικό του φαγητό. Κοντοστάθηκε και τον είδε να ορμάει με λατρεία πάνω του, να τον μυρίζει και να παίζει. Σκέφτηκε ότι άμα έφευγε, η μοίρα του σκυλιού ήταν προδιαγεγραμμένη - ή θα χανόταν, ή θα το σκότωναν. Έτσι του σφύριξε για να τον ακολουθήσει και συνέχισε το κουτσό του τρέξιμο, ακούγοντας παράλληλα από τον καταυλισμό οργισμένες φωνές και βρισιές. Οι θιασιώτες είχαν βρει το πτώμα του Αρκούδου και μάλλον είχαν ήδη φανταστεί ποιός είχε κάνει την ζημιά. Και αυτήν την φορά δεν θα έκαναν χάρες.
Ο καταυλισμός βρισκόταν στις παρυφές της βρώμικης κωμόπολης, κοντά στα καπηλειά, τα πανδοχεία και τα πορνεία και σχεδόν καταμεσής των παράξενων ερειπίων που απλώνονταν ακτινωτά σε μια τεράστια έκταση γύρω της, σαν τιτάνιοι ρημαγμένοι ομόκεντροι κύκλοι. Ο Σακάτης σκέφτηκε ότι αν έμπαινε μέσα στα στενά σοκάκια και μπερδευόταν, ήταν χαμένος. Έτσι λοξοδρόμησε προς το πυκνό δάσος που άπλωνε τις σημύδες, τις βελανιδιές και τις ιτιές του στην άλλη πλευρά του οικισμού, διακοπτόμενο από ένα ρυάκι μόνο, από την κατεύθυνση που είχαν έρθει και όπου σίγουρα δεν θα γυρνούσαν. Εδώ είναι πιο έυκολο να χάσουν τα ίχνη μου, σκέφτηκε... ή μπορεί και να μην με ψάξουν καθόλου. Προσπαθούσε να μην κουράζει το μυαλό του ούτε με την σκέψη της προοπτικής του να τον κυνηγήσουν με τα άλογα, ούτε με το τί θα έκανε στην αντίθετη περίπτωση που κατάφερνε και ξέφευγε - πού θα πήγαινε και πώς θα επιβίωνε. Τώρα το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κρυφτεί.
Μπαίνοντας στα πρώτα σύδεντρα με τον Γελαστό κατά πόδας (ευχαριστούσε όλους τους θεούς που ήξερε για το ότι ο πιστός του φίλος δεν είχε γαβγίσει από τότε που άρχισαν την τρεχάλα) γύρισε στιγμιαία και κοίταξε με ικανοποιήση τα φώτα από τα κεριά των διωκτών του να κατευθύνονται προς την κωμόπολη. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός, ο λιπόσαρκος σακάτης, θα είχε το κουράγιο να αντιμετωπίσει τους κινδύνους του μεταμεσονύχτιου σκοταδιού του δάσους; Έπειτα συνέχισε, προχωρώντας όλο και βαθύτερα, νιώθοντας πιο πολύ παρά βλέποντας πού πηγαίνει, αισθανόμενος που και που ένα μαλλιαρό άγγιγμα στα πόδια του.
Σιγά σιγά ο αέρας έγινε πηχτός, παλιός, ποτισμένος ταυτόχρονα με τις μυρωδιές της αποσύνθεσης και της ζωής. Το σκοτάδι έγινε σχεδόν αδιαπέραστο, απτό και πυκνό, αφού τα μπλεγμένα κλαδιά από τις κορυφές των δέντρων δεν άφηναν ούτε καν το φως του φεγγαριού και των αστεριών να διαπεράσουν την δασοσκεπή. Οι ήχοι των ανθρωποκυνηγών και της πόλης είχαν σβήσει και αντικατασταθεί από το παράπονο της κουκουβάγιας και του γκιώνη, τα τσιρίγματα της νυφίτσας και του σκίουρου, τον κρυστάλλινο ήχο του νερού, το θρόισμα των φυλλωμάτων των μεγαλόπρεπων δέντρων και διάφορα σουρσίματα, γλυστρήματα και πλαταγίσματα.
Ο Σακάτης ήταν ανήσυχος, το ίδιο και ο Γελαστός δίπλα του, ο οποιός τώρα γάβγιζε - από φόβο. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον ησυχάσει, δεν θα είχε αποτέλεσμα έτσι κι αλλιώς. Κι όμως, δεν ήταν ούτε οι ήχοι ούτε το σκοτάδι που τους ανατρίχιαζαν. Ήταν κάτι άλλο που πλανιόταν στην παμπάλαια ατμόσφαιρα... ο νεαρός και ο σκύλος του ένιωθαν πως τους παρακολουθούσαν. Ένιωθαν μάτια καρφωμένα πάνω τους, όχι μάτια κάποιου νυχτόβιου αρπαχτικού, αλλά μάτια αλλόκοσμα, ανεξιχνίαστα, γεμάτα από αβυσσαλέα λογική και συναίσθηση. Ένιωθαν αδιόρατες κινήσεις σκιών που ήταν πιο μαύρες και από το κενό, πίσω, μπροστά και πάνω από τα κεφάλια τους. Ένιωθαν τα δέντρα να μουρμουρίζουν.
Προχωρούσε τρομαγμένος αλλά και γοητευμένος, δίνοντας λίγη προσοχή στο σακάτικο πόδι του που είχε πλέον μουδιάσει. Είχε ήδη κανένα τρίωρο που διέσχιζε το απόκοσμο δάσος. Ο Γελαστός τον προϋπαντούσε γαβγίζοντάς του, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τον κάνει να σταματήσει. Καταλαβαίνοντας όμως ότι δεν τα κατάφερνε κατέληξε να τον ακολουθεί, με την ουρά κατεβασμένη και κλαψουρίζοντας σιγανά.
Ξάφνου και κόντρα σε κάθε λογική, αφού η αυγή αργούσε καναδυό ώρες ακόμα κι έτσι κι αλλιώς πολύ λίγο ηλιόφως θα εισχωρούσε στα δασερά άδυτα, το σκοτάδι άρχισε να ξεδιαλύνεται και να παραχωρεί την θέση του σε ένα μεταλλικό ημίφως. Το χρώμα του ήταν απροσδιόριστο, ούτε γκρίζο, ούτε μπλε σκούρο, ούτε πράσινο. Η παρουσία του όμως και μόνο ήταν κάτι το τρελό. Το όλο δάσος δονούνταν, λες και το χώμα, το γρασίδι, τα δέντρα και το ρυάκι περιείχαν υποδόρια αγγεία που συνταράζονταν από καρδιακούς σφυγμούς. Μια θολούρα ερχόταν κι έφευγε προς και από τα μάτια του και τον έκανε να αισθάνεται ότι περπατούσε ανάμεσα από αραχνοΰφαντα πέπλα, που κάποιος αόρατος μαριονετίστας άπλωνε και μάζευε μπροστά του σαν κουρτίνες. Η φυσιολογική νυχτερινή οχλαγωγία του δάσους είχε πάψει και αυτή, και το μόνο που ακουγόταν τώρα ήταν ένα ανεπαίσθητο και απίστευτα μπάσο μπουμπουνητό. Ο σκύλος πίσω του, με το αλάνθαστο ζωικό του ένστικτο, έκανε δύο τρία διστακτικά βήματα κι έπειτα λούφαζε - συνέχιζε παρ'όλ'αυτά να προχωράει, αλλά μόνο εξαιτίας της αφοσίωσής του.
Η σκηνή ήταν πομπική. Ο Σακάτης είχε τρομοκρατηθεί και καταγοητευθεί συνάμα. Η όλη ατμόσφαιρα του φάνηκε τόσο ξένη, τόσο μη ανθρώπινη και μη φυσιολογική, που ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη για κάποιο στήριγμα. Γύρισε την πλάτη του και προχώρησε μερικά κουτσά βήματα ώσπου έφτασε τον Γελαστό. Έσκυψε, κάθισε με το πλάι για να ξεκουράσει το παραμορφωμένο του γόνατο και πήρε τον μαλλιαρό του φίλο αγκαλιά, όπου άρχισε να τον χαϊδεύει και να του ψιθυρίζει κάτι ακατάληπτο. Το σκυλάκι τον υποδέχτηκε με λυπημένη χαρά, όταν ξαφνικά γρύλισε και στύλωσε την ματιά του κάπου πίσω από την πλάτη του αφεντικού του.
Ο Σακάτης γύρισε - και τότε τους είδε.
Χρωματιστά κοστούμια. Παρδαλά καπέλα. Ζωγραφισμένες γύψινες μάσκες που αποτύπωναν εκφράσεις χαράς, λύπης και θυμού. Βαμμένα κατσαρά μαλλιά. Ψιλόλιγνα αιθέρια κορμιά που έκαναν κωλοτούμπες, έπαιζαν με μπαλάκια, σέρνονταν κάτω ή ήταν σκαρφαλωμένα σε ξυλοπόδαρα. Και όλοι γελούσαν, γελούσαν, γελούσαν, πετούσαν κομφετί, σταύρωναν κοροϊδευτικά τα χέρια τους μπροστά από τις μάσκες τους, του έγνεφαν. Το δάσος ήταν γεμάτο με αρλεκίνους.
Οι αρλεκίνοι έδειχναν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα στο απροσδιόριστο ημίφως και ενδιάμεσα των μπλεγμένων σαν δάχτυλα κλαδιών. Έμοιαζαν με προβολές καλειδοσκοπίου, με είδωλα μέσα σε παραμορφωμένους καθρέφτες, με αντανακλάσεις πάνω σε μόλις ταραγμένη επιφάνεια νερού. Στέκονταν για μια στιγμή πάνω στο γρασίδι, μέσα σε κάποια κουφάλα, πάνω σε ένα κλαδί, και ύστερα χάνονταν για να επανεμφανιστούν κάτω από μια ρίζα, ισορροπώντας σε κάποιο βραχάκι, γελώντας ξαπλωμένοι στο χώμα. Ο Σακάτης είχε πετρώσει αποσβολωμένος στην θέση του, με τον Γελαστό πλέον να τρέμει πιο πολύ παρά να γρυλίζει. Ο νεαρός σήκωσε ένα τρεμάμενο δάχτυλο και είπε, λες και ο σκύλος μπορούσε να τον καταλάβει, "κοίτα. Είναι στα δέντρα." Όμως σύντομα συνειδητοποίησε το λάθος του. Η ταχύτητα των εναλλαγών τους, η ρευστότητα αλλά και στιβαρότητα των κινήσεων τους, το άρρηκτο δέσιμό τους με τα κλαδιά, τις ρίζες, τους κορμούς υποδήλωνε κάτι άλλο. "Όχι" μονολόγησε τελικά, ξεροκαταπίνοντας. "Είναι τα δέντρα."
Τότε συνέβη μια απότομη αλλαγή. Οι αρλεκίνοι χάθηκαν, το ημίφως έγινε πιο έντονο, σαν να ξημέρωσε στην καρδιά των σύδεντρων, η ένταση έφυγε, το μπουμπουνητό σταμάτησε. Και αμέσως μετά ακούστηκε από μακριά, σαν από αντίλαλο, κάτι τόσο ξένο για ετούτο το μέρος αλλά τόσο οικείο για τον Σακάτη που του έφερε σχεδόν αυτόματα δάκρυα.
Ακούστηκε η μελωδία ενός αυλού. Όχι μια τυχαία μελωδία και όχι ενός τυχαίου αυλού. Ήταν η μελωδία με την οποία νανουριζόταν μικρός όταν έπαιζε δίπλα στο κρεβάτι του η Λευκή με τον δικό της αυλό.
Μπροστά του απλώθηκε αργά, προοδευτικά, ένα μικρό ξέφωτο, λες και τα δέντρα παραμέρισαν περπατώντας με τις ρίζες τους. Έπειτα, οι κορμοί τους αναδεύτηκαν, τρεμούλιασαν και γέννησαν αμέτρητες πανομοιότυπες αρλεκίνικες φιγούρες. Αυτές συγκεντρώθηκαν στο ξέφωτο, σε μια τέλεια παράταξη και άρχισαν να χορεύουν, να στριφογυρίζουν, να παίζουν πάλι την ίδια μελωδία με τους αυλούς τους και να τραγουδούν:

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το γέλιο.

Από το φως το φεγγαριού
μάνταρε το βέλο της.
Κάτω από το φως του φεγγαριού
το έχασε κι εχάθη.

Πού είσαι Βεργολυγερή,
κόρη της νύχτας;

Ζήλεψαν τα άστρα
το πρόσωπο σου το λευκό;
Φθόνησαν τα δέντρα
που δεν έχουν την φωνή σου;
Σε άρπαξε ο χείμαρρος
στις υγρές του αγκάλες;
Σε κατάπιε η γη που ανατρίχιαζε
απ' του ποδιού σου τ' άγγιγμα;

Πού είσαι Βεργολυγερή,
σπορά του ανέμου;

Σε μάζεψε το δάσος
στον στοργικό του κόρφο;
Σε ρούφηξε το χώμα
σαν τις στάλες της βροχής;
Σε παρέσυραν οι κουρούνες
στον κοροϊδευτικό τους χορό;
Σε κάλεσαν οι αράχνες
στο αέρινό τους σπιτικό;

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το πρωινό.

Πόσα συναισθήματα, πόσες μνήμες, πόσο πόνο του ξυπνούσε αυτό το τραγούδι - και πόσο τρόμο. Όταν η Λευκή του έπαιζε την μελωδία για να τον νανουρίσει, τόσα χρόνια πριν, απέφευγε πάντα να του τραγουδά τους στίχους. Τώρα καταλάβαινε το γιατί. Τί παράπονο, τί σκοτάδι, τί λύπη χώρεσε μέσα του... εκείνη, μια γελωτοποιός! Ήταν σίγουρος, όπως μάλλον κι εκείνη, ότι άμα του τους έλεγε όταν ήταν μικρός θα τρόμαζε. Κι όμως, ταίριαζαν τόσο απόλυτα, τόσο τέλεια με την μελωδία του αυλού. Το αρρωστημένο όμως ήταν ότι ταίριαζαν και με την σκηνή στην οποία τώρα γινόταν μάρτυρας.
Η μελωδία σταμάτησε. Το τραγούδι έπαψε. Ο χορός διακόπηκε. Οι αρλεκίνοι γύρισαν προς το μέρος του. Τον κοίταξαν μέσα από τις μάσκες τους και την επόμενη στιγμή άρχισαν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, να συμπτύσσονται, να ενώνονται, να αφομειώνονται.
Στο τέλος έμεινε μόνο ένας. Τα ακάλυπτα από το κοστούμι μέρη του σώματός του άφηναν να φανεί μια κατάλευκη επιδερμίδα. Είχε ένα χαριτωμένο φούσκωμα στο ύψος του στήθους και τώρα, που στεκόταν ακίνητη, φαινόταν καθαρά η όμορφη, γυναικεία κοψιά της φιγούρας.
Ο Σακάτης ήξερε, αν και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το ένιωθε, αν και μια αδύναμη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού του ούρλιαζε απελπισμένα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ήταν σίγουρος. Και πράγματι, όταν η αέρινη σιλουέτα πέταξε από πάνω της την μάσκα του αρλεκίνου, εμφανίστηκε το ονειρικό πρόσωπο της Λευκής.
Η αποκάλυψη έκοψε την ανάσα του Σακάτη. Ακούμπησε δίπλα του τον Γελαστό, μην ακούγοντας καν τα άγρια γαβγίσματά του. Σηκώθηκε και βηματίζοντας αργά, χωρίς να αισθάνεται το προβληματικό του γόνατο, πλησίασε εκείνη. Σαν σε όνειρο, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να σταματήσει την πορεία του, ότι κάτι παντοδύναμο και ακαταμάχητο τον τραβούσε. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής από την προσωπική του οπτασία, τα ρούχα του και τα δικά της χάθηκαν, έλιωσαν, εξατμίστηκαν και απόμειναν γυμνοί να κοιτάζουν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου, καθώς το μικρό ξέφωτο είχε πλημμυρίσει  από ένα χρυσαφί φως, ένα φως που εξέπεμπαν τα κορμιά τους.
Η Λευκή τον άγγιξε στο πρόσωπο και τότε μόνο, νιώθοντας τα δάχτυλά της πάνω στο υγρό του μάγουλο, συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε. "Λευκή" είπε με ραγισμενη φωνή, "τί...;" "Σσσσσσσσσ" τον πρόετρεψε η λαμπερή δρυάδα, "δεν χρειάζεται να πεις τίποτα." Ο Σακάτης ένιωσε τόσο αδύναμος αλλά και πλήρης όσο ποτέ άλλοτε. "Μα δεν ξέρω τί να κάνω" ψέλλισε. Η Λευκή χαμογέλασε γλυκά, τα μάτια της βάθυναν, η ακτινοβολιά του κορμιού της έγινε εκτυφλωτική και του απάντησε με τα ίδια λόγια που κάπου, κάποτε, τον είχε καθησυχάσει και πάλι. "Δεν πειράζει. Ξέρω εγώ."
Τύλιξε τους βραχίονές της γύρω από τον αυχένα του όπως κι εκείνος γύρω από την μέση και τους γλουτούς της κι ένωσαν τα χείλη τους.

*****

Ο Στέτσον και οι αδελφοί Κρόουλ έψαχναν εδώ και αρκετές ώρες. Είχαν ξεσκονίσει την πόλη και λίγο μετά τα ξημερώματα αποφάσισαν να μπουν στο δάσος, μήπως και πετύχουν τον Σακάτη εκεί ("ελπίζω ξεκοιλιασμένο από καμιά αγέλη λύκων" συμπλήρωνε με κακία ο Στέτσον). Κοιτώντας πάνω και ξεχωρίζοντας κάποια μπαλώματα ουρανού μέσα από τις φυλλωσιές διεπίστωσαν ότι ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά - σημάδι ότι μεσημέριαζε. Πράγματι, έψαχναν για κάμποσο χρόνο.
"Δεν γυρνάμε πίσω λέω 'γώ; Τζάμπα χάσιμο χρόνου" γρύλισε ο κολπαδόρος. "Ας προχωρήσουμε λίγο ακόμα" τον προέτρεψε ένας από τους δίδυμους ακροβάτες. "Καταραμένο κωλόπαιδο" είπε μέσα από τα δόντια του ο Στέτσον. Όχι μόνο καθυστερούσαν κι έμειναν άυπνοι, αλλά το έκαναν κιόλας για ποιόν; Για το σακάτικο μυγόχεσμα που πήδηξε τη μάνα του! Θετή του μάνα έστω, αλλά τί σημασία είχε; Χώρια που σιχαινόταν το παρατσούκλι που του είχε βγάλει. Φαλακρός! Ούτε "Φλογερός", ούτε "Δασύστηθος" ή τέλος πάντων κάτι που άρεσε και στις γυναίκες, αλλά Φαλακρός! Ανάθεμα τον Όλαφ και τις βασκανίες του. Το παρατσούκλι που του είχε βγάλει το μπάσταρδο φάνηκε τόσο αστείο σε όλους, που πλέον τον φώναζαν έτσι. Άκου εκεί Φαλακρός! Δεν ήταν φαλακρός, απλά είχε ψηλό μέτωπο!
Χαμένος στις σκέψεις του, μόλις που αντιλήφθηκε τους αδελφούς να τρέχουν. "Προχώρα!" του φώναξαν κι εκείνος, έχοντας συνέλθει πλήρως, τους πήρε στο κατόπι. Σύντομα κατάλαβε κι εκείνος την αιτία της τρεχάλας τους. Από κάπου μπροστά τους ακουγόταν ένα γνώριμο γάβγισμα.
Παραμερίζοντας κάτι πυκνά κλαδιά και κάτι αγκαθωτά βάτα έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο, όπου βρήκαν το αδέσποτο που είχε περιμαζέψει ο Σακάτης να γαβγίζει και να περιφέρεται γύρω από ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο, άγνωστης ράτσας, στο κέντρο της επίπεδης έκτασης.
Ξαφνικά ένας δυσοίωνος αέρας φύσηξε και τους γέμισε με μια απροσδιόριστη ανησυχία κι αίσθηση απειλής, παρασύροντας ταυτόχρονα το παλιό φθαρμένο μπερέ από μπροκάρ που φορούσε ο Στέτσον. "Για άκου εδώ να σου πω, Γουίλ Κρόουλ" άρχισε να λέει αλαφιασμένος ο Φαλακρός σε έναν από τους διδύμους, όταν ο ακροβάτης, εξίσου ανήσυχος, τον διέκοψε "δεν είμαι ο Γουίλ, είμαι ο Τζουλς." "Όποιος κι αν είσαι!" αντιγύρισε απηυδισμένος ο Στέτσον. "Είστε και μια κοψιά ολόιδιοι, πανάθεμά σας. Λοιπόν, δεν ξέρω εσείς τί θα κάνετε, πάντως εγώ φεύγω για τον καταυλισμό. Δεν έχω σκοπό να διακινδυνέψω να ξεκινήσουν τα κάρα του θιάσου χωρίς εμένα, μόνο και μόνο για το ότι χάθηκε ποιός ξέρει πού αυτό το απολειφάδι! Χέσ'τον, θα βρούμε στην επόμενη πόλη άλλο γελωτοποιό." Ξερόβηξε και συμπλήρωσε "συν τοις άλλοις, δεν μου αρέσει αυτό το δάσος. Με τρομάζει. Μου τα'χαν πει, εμένα - αμ πώς!" Ο ένας από τους διδύμους - ο Γουίλ; Ο Τζουλς; - γύρισε απότομα και τον ρώτησε "τι σου είχαν πει;" Ο Στέτσον τους κοίταξε σκεφτικά. "Τα ξημερώματα στην πόλη λοξοδρόμησα προς την μεριά των ερειπίων της εισόδου, μήπως και ο Σακάτης κρυβόταν στα χαλάσματα. Εκεί καθόταν μια ξεδοντιάρα γριά, τί άσχημη που ήταν! Σε κάποια φάση κι ενώ έψαχνα τριγύρω, γυρνάει απότομα και μου λέει ""δεν θα τον βρείτε."" ""Μπαρδόν;"" της κάνω εγώ. ""Το αγόρι που ψάχνετε. Δεν θα τον βρείτε."" ""Τί λες κυρά μου; Μήπως ξέρεις που είναι; Μήπως τον κρύβεις; Πες μου τί εννοείς, γριά, και κοίτα μην μου πεις ψέματα, δεν έχω μεγάλη υπομονή!"" Αλλά η μπάμπω αγνόησε πλήρως τα λόγια μου και στύλωσε τα τσιμπλιασμένα μάτια της κάπου πίσω μου. Κατόπιν άρχισε να μιλάει, λες και τα διάβαζε από κάπου. ""Συνέβη πριν γεννηθεί ο παππούς του παππού μου. Ένας άνεμος, μια αποφορά και μια ησυχία είχαν εξαπλωθεί εκείνο το βράδυ σε όλη την περιοχή και την πόλη. Πόσο μεγάλη και τρανή ήταν τότε! Γιγάντια, τετραπλάσια σε έκταση και δεκαπλάσια σε πληθυσμό, ένα εμπορικό σταυροδρόμι σου λέω. Και ξαφνικά, εκείνο το ξημέρωμα, ένα τεράστιο δάσος είχε εμφανιστεί γύρω από την πόλη. Είχαν φυτρώσει αμέτρητα δέντρα ξαφνικά, σαν ζιζάνια, σαν αγριόχορτα. Οι κάτοικοι το είδαν με έκπληξη, τρόμο, αλλά και πολύ κακό μάτι. Το δάσος φύτρωσε παντού και ακατάστατα, ακόμα και πάνω στους δρόμους, κόβοντας την πρόσβαση στα  καραβάνια και αποκόπτοντας την πόλη από όλους τους εμπορικούς της προορισμούς. Ω, τι συμφορά! Αυτό θα ήταν το τέλος. Έτσι, και μια και δυο, άρχισαν την αποξύλωση και το χτίσιμο του τόπου, επεκτείνοντας τα όρια της πόλης. Έκοβαν, έκαιγαν κι έχτιζαν πάνω στις ρίζες για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και κάθε φορά που ένα τσεκούρι τσάκιζε κάποιο κλαδί, κάθε φορά που ένα πόδι πατούσε κάποιο μπουμπούκι, κάθε φορά που μία κολώνα τσάκιζε μία ρίζα, ένας παλμός συντάραζε το δάσος. Και την νύχτα της μέρας που σωριάστηκε το τελευταίο δέντρο και μπήχτηκε η τελευταία πέτρα, ένας τρομερός σεισμός σώριασε όλα τα καινούρια χτίσματα κι έθαψε στα ερείπια όσους είχαν βιαστεί να τα κατοικήσουν."" Στο σημείο αυτό σταμάτησε για να γλύψει τα σκασμένα της χείλη κι έπειτα συνέχισε. ""Όταν συνήλθαν οι άνθρωποι εντός της πόλης είδαν με απόγνωση ότι ό,τι έχτιζαν τόσα χρόνια είχε καταστραφεί. Κάμποσοι είχαν χάσει συγγενείς κι αγαπημένους. Αλλά αυτό που τους έσπρωξε στα όρια της τρέλας ήταν ότι ένα μικρό δασάκι είχε και πάλι φυτρώσει στα όρια των ερειπίων. Αυτό το δασάκι."" είπε και μου έδειξε το δάσος που είμαστε τώρα. Εγώ γέλασα με τις μπαρούφες που μου τσαμπουνούσε και της έκοψα τον αέρα λέγοντας ""τι μας λες τώρα, γριά. Αυτό είναι δασάρα, όχι δασάκι!"" Η γριά γέλασε κοροϊδευτικά. ""Τώρα είναι δασάρα. Τότε ήταν ένα μικρό άλσος... κανένας άλλος δεν έμαθε την αυθεντική ιστορία, όπως εγώ. Το δάσος άρχισε να απλώνεται μετά."" Για να πω την αλήθεια, διασκέδαζα με την γριά. ""Δεν ήταν ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ξαναφυτεύουν. Απλά συγκλονισμένοι από την εκ νέου εμφάνιση των δέντρων, αποφάσισαν να τα αφήσουν στην ησυχία τους - εξάλλου, έτσι λίγα και απομακρυσμένα που ήταν, δεν τους ενοχλούσαν. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Όχι, δεν ήταν αρκετό. Το δάσος ζητούσε ικανοποίηση. Ζητούσε ψυχές. Ζητούσε δοχεία για να εξαπλωθεί και πάλι."" Η όλη μου διασκέδαση με τις γεροντικές της ζουρλαμάρες είχε τώρα χαθεί. ""Από τότε και κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες άνθρωποι. Για αυτό έχουμε πλέον μείνει τόσοι λίγοι... εγώ η ίδια έχω χάσει δύο γιούς και μια κόρη... πιθανόν να χαθώ κι εγώ. Είναι το δάσος. Στέλνει μανίες, στέλνει οπτασίες, στέλνει όνειρα, διαφορετικά και ξεχωριστά για τον καθένα, και τραβάει τους ανθρώπους στο εσωτερικό του σαν μαγνήτης. Κι εκεί χάνονται. Γίνονται ένα μαζί του. Και το δάσος δεν αφήνει ούτε αυτούς που δεν έχει ακόμα σαγηνέψει να φύγουν από την πόλη. Ω όχι, δεν τους αφήνει. Μια αόρατη δύναμη, σαν τείχος, κρατάει τους πάντες φυλακισμένους εδώ. Και τους κατοίκους... και τους επισκέπτες. Τους κρατάει μέχρις ότου το δάσος θερίσει την σοδειά του. Μέχρις ότου πληρωθεί το αντίτιμο για τα χιλιάδες νεκρά δέντρα. Μέχρις ότου νέοι σπόροι γεννηθούν από τα κορμιά των ανθρώπων που αιχμαλωτίστηκαν. Δεν θα το βρείτε ποτέ το αγόρι. Και, σημείωσε τα λόγια μου δύστυχε - είτε σας επιλέξει το δάσος είτε όχι, δεν πρόκειται ούτε εσείς να φύγετε ποτέ από εδώ."""
Ο Στέτσον τελείωσε την διήγηση του λέγοντας "φυσικά και δεν πήρα στα σοβαρά τα λόγια της παλιόγριας. Την παράτησα κι έφυγα γελώντας. Αλλά, που να πάρει, τώρα που βρίσκομαι εδώ, τώρα που φύσηξε αυτός ο βρώμικος άνεμος, ομολογώ πως δεν μ'αρέσει καθόλου αυτό το δάσος. Ας φύγουμε." Ο Γουίλ και ο Τζουλς Κρόουλ κοιτάχτηκαν. Δεν πίστευαν σε αυτές τις ανοησίες αλλά η ζωντανή περιγραφή του Στέτσον τους τσιμπούσε λίγο στο στήθος. "Εντάξει. Πάμε." Ο Γελαστός τους πλησίασε γαβγίζοντας λυπημένα. "Και με αυτόν τί θα κάνουμε;" ρώτησε ο  Τζουλς. "Τίποτα" απάντησε ο Φαλακρός. "Αν θέλει ας μας ακολουθήσει, αν όχι, παράτα τον. Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με την πάρτη του."
Ξεκίνησαν την επιστροφή με τον Γελαστό κατά πόδας, ο οποίος αποφάσισε πως λίγη ανθρώπινη συντροφιά ήταν καλύτερη από την μοναξιά. Πριν απομακρυνθούν από το ξέφωτο, ο Στέτσον υπάκουσε σε μια εσωτερική παρόρμηση και γύρισε να παρατηρήσει καλύτερα το δέντρο, στα ριζά του οποίου είχαν βρει τον σκύλο. Και αυτό που είδε του έκοψε τα πόδια.
Ο κορμός έμοιαζε εκπληκτικά με μια ανθρώπινη φιγούρα, με απλωμένα δύο μεγάλα κλαδιά εν είδει χεριών που σαν να κρατούσαν ή να αγκάλιαζαν κάτι. Στην βάση τους ξεπρόβαλλε προς τα πάνω ένας μεγάλος ακαθόριστος όγκος σαν κεφάλι χωρίς πρόσωπο, από τον οποίο ξεκινούσαν τα υπόλοιπα κλαδιά.  Ο κορμός συνέχιζε στιβαρός αλλά λεπτός προς τα κάτω, σε σχηματισμούς που έφερναν σε στήθος, πλάτη, κοιλιά, λαγώνες. Αλλά το πιο ανατριχιαστικό από όλα ήταν ότι σαν να ξεχώριζε σε δύο μέρη εκεί όπου θα μπορούσαν να είναι τα πόδια. Το ένα, το αριστερό, είχε λεία ξυλώδη επιφάνεια σαν της ελιάς αλλά όχι ακριβώς ίδια, όπως και ο υπόλοιπος κορμός. Αλλά το άλλο, το δεξιό, είχε στο σημείο του υποθετικού γονάτου ένα μεγάλο, δύσμορφο ρόζο.

Read more...

Ανάμεσα σε αντίθετα ρεύματα

>> 12/3/10

Την κάνω για ένα τριημεράκι με την παρέα στο Bansko στην Βουλγαρία, γνωστό χιονοδρομικό θέρετρο και αγαπημένο φοιτητικό και μη προορισμό. Πάμε για πολύ πολύ χιόνι, σκι, σπα, τζάκια και δεν συμμαζεύεται... Επιτέλους μια ευκαιρία για χαλάρωση. Στο μεταξύ και μέχρι να γυρίσω, είπα να σας γλυκάνω με κάτι εκ διαμέτρου διαφορετικό... Κάτι που δεν έχει καμία σχέση με τα κρύα, χιονισμένα και άγρια ηπειρωτικά όρη της χερσονήσου του Αίμου, αλλά αντιθέτως φέρνει στον νου ισπανικές μεσογειακές εξοχές, ποτισμένες με το άρωμα θυμαριού, λεβάντας, πουρναριού, ρομάνιας και αμυγδαλιάς, συνοδευόμενες από τον κελαρυστό ήχο ρυακιών και γεμάτες με έναν αέρα ταυτόχρονα βουνίσιο, από τους ανέμους που κατεβαίνουν από τα Πυρηναία αλλά και θαλασσινό, από τις προερχόμενες από το Port Ligat αλμυρές αύρες. Εδώ λοιπόν σας παρουσιάζω το "Entre dos aguas", (μεταφράζεται επί λέξει "ανάμεσα σε δύο νερά", εννοεί προφανώς σε δύο ρεύματα νερού), αγαπημένο κομμάτι του μέγιστου Ισπανού συνθέτη, βιρτουόζου και δεξιοτέχνη της κιθάρας Paco De Lucia (το πλήρες όνομα του οποίου είναι Francisco Sánchez Gómez), ενός καλλιτέχνη που ακόμα και τώρα, που διανύει την έβδομη δεκαετία της ζωής του, δεν διστάζει να ξεφεύγει από την πεπατημένη, αλλά πειραματίζεται και ανακαλύπτει όλο και περισσότερα στην τέχνη που υπηρέτησε και τον υπηρέτησε - την μουσική. Έτσι εκτός από το flamenco, στο οποίο διαπρέπει, έγραψε και συνεχίζει να γράφει και υπέροχα κομμάτια πάνω σε jazz, κλασικές και ethnic μελωδίες. Enjoy.



Τα λέμε από βδομάδα... Φιλιά σε όλες και όλους.

Read more...

Σε αυτήν την ανάρτηση δεν έχω να πω και πολλά.

>> 7/3/10

Απλά κοιτάξτε τις φωτογραφίες.


 

 



Ό,τι και να πει κανείς. Με οποιονδήποτε τρόπο και να δει το θέμα. Οποιαδήποτε κουβέντα και να ξεστομίσει ("έλα μωρέ, τι δουλειά είχε ο κωλόγερος μέσα στις φασαρίες;", ακόμα κι αν πει κάτι τέτοιο), ό,τι είδους κριτική και να κάνει, σε όποιο πολιτικό, κομματικό και κοινωνικό χώρο και να ανήκει. Όσο και να περάσει στα ψιλά αυτή η είδηση, όσο και να δοθεί έμφαση στο συγκριτικά ανούσιο γιαούρτωμα του Παναγόπουλου, όσο και να μην παίξει τελικά κανένα ρόλο η δημοσίευση των διακριτικών των μπάτσων που συμμετείχαν στο συμβάν, όσο και να ανακουφίζει τις συνειδήσεις μας το γεγονός ότι το θύμα βγήκε εν τέλει από την μονάδα εμφραγμάτων στην Α' Καρδιολογική Κλινική του "Ευαγγελισμού" και νοσηλεύεται τώρα εκτός κινδύνου, με πιθανότητα να πάρει σύντομα ή να πήρε ήδη εξιτήριο. Η ουσία ήταν και παραμένει η ίδια.

ΜΑΛΑΚΕΣ ΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΜΑΛΑΚΕΣ ΑΡΧΙΜΠΑΤΣΟΙ ΚΑΙ ΔΙΟΙΚΗΤΕΣ ΜΠΑΤΣΩΝ. ΓΟΥΡΟΥΝΙΑ, ΑΜΟΡΦΩΤΟΙ, ΣΚΑΤΟΦΛΩΡΟΙ ΚΑΙ ΝΤΑΗΔΕΣ ΤΗΣ ΠΟΥΤΣΑΣ. ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΕΧΕΤΕ ΜΕΓΑΛΟ ΘΡΑΣΟΣ ΓΙΑ ΝΑ ΨΕΚΑΖΕΤΕ ΜΕ ΧΗΜΙΚΑ ΤΟΝ ΜΑΝΩΛΗ ΓΛΕΖΟ ΚΑΙ ΝΑ ΤΟΝ ΣΤΕΛΝΕΤΕ ΜΕ ΕΜΦΡΑΓΜΑ ΣΤΟ ΝΟΣΟΚΟΜΕΙΟ. ΟΤΑΝ ΑΥΤΟΣ ΑΨΗΦΟΥΣΕ ΤΟΝ ΚΙΝΔΥΝΟ ΤΩΝ ΦΑΣΙΣΤΙΚΩΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΗΡΙΩΝ, ΤΗΣ ΣΥΛΛΗΨΗΣ, ΤΗΣ ΦΥΛΑΚΙΣΗΣ, ΤΗΣ ΕΞΟΡΙΑΣ Ή ΑΚΟΜΑ ΚΑΙ ΤΗΣ ΕΚΤΕΛΕΣΗΣ ΠΡΟΚΕΙΜΕΝΟΥ ΝΑ ΔΙΑΤΗΡΗΣΕΙ ΤΗΝ ΕΘΝΙΚΗ ΜΑΣ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ ΚΑΤΕΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΣΗΜΑΙΑ ΤΩΝ ΝΑΖΙ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΡΟΠΟΛΗ, ΑΠΟΤΙΩΝΤΑΣ ΦΟΡΟ ΤΙΜΗΣ ΣΤΗΝ ΓΑΛΑΝΟΛΕΥΚΗ ΠΟΥ ΜΕ ΤΟΣΟ ΠΕΡΗΦΑΝΕΙΑ ΕΧΕΤΕ ΤΩΡΑ ΩΣ ΔΙΑΚΡΙΤΙΚΟ ΣΤΑ ΚΡΑΝΗ ΚΑΙ ΤΙΣ ΚΩΛΟΣΤΟΛΕΣ ΣΑΣ, ΕΣΕΙΣ ΔΕΝ ΕΙΧΑΤΕ ΒΓΕΙ ΑΚΟΜΑ ΑΠΟ ΤΑ ΑΡΧΙΔΙΑ ΤΟΥ ΜΠΑΜΠΑ ΣΑΣ. ΤΖΑΜΠΑ ΜΑΓΚΕΣ ΚΑΙ ΤΖΑΜΠΑ ΠΑΤΡΙΩΤΕΣ. ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΑΤΕ ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ, ΝΑ ΜΗΝ ΞΕΡΑΤΕ ΤΙ ΕΚΑΝΕ, ΝΑ ΜΗΝ ΣΑΣ ΠΕΡΝΟΥΣΕ ΚΑΝ ΑΠΟ ΤΟ ΜΥΑΛΟ ΟΤΙ ΠΡΟΚΕΙΤΑΙ ΓΙΑ ΜΙΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΦΙΓΟΥΡΕΣ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ ΤΗΣ ΟΠΟΙΑΣ ΕΙΔΙΚΑ ΕΣΕΙΣ ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΝΑ ΤΙΣ ΦΙΛΑΤΕ ΤΑ ΠΑΠΟΥΤΣΙΑ, ΝΑ ΜΗΝ ΚΑΤΑΛΑΒΑΙΝΑΤΕ ΟΤΙ ΑΥΤΟΣ ΑΞΙΖΕΙ ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΟ ΑΠΟ ΤΟΝ ΚΑΘΕΝΑ ΑΠΟ ΕΣΑΣ ΚΑΙ ΑΠΟ ΕΜΕΝΑ ΝΑ ΛΕΓΕΤΑΙ "ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ", ΠΡΑΓΜΑ ΠΟΥ ΜΟΥ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΜΑΛΛΟΝ ΛΟΓΙΚΟ ΤΟΣΟ ΤΟΥΒΛΑ, ΖΩΑ ΚΑΙ ΣΤΟΚΟΙ ΠΟΥ ΕΙΣΤΕ, ΘΑ ΕΠΡΕΠΕ ΤΟΥΛΑΧΙΣΤΟΝ ΚΑΙ ΑΝ ΜΗ ΤΙ ΑΛΛΟ ΝΑ ΣΚΕΦΤΕΙΤΕ ΤΟ ΠΡΟΦΑΝΕΣ. ΟΤΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΟΛΑ ΤΑ ΑΛΛΑ, ΕΙΝΑΙ ΕΝΑΣ ΓΕΡΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΓΑΜΩ ΤΟ ΚΕΦΑΛΙ ΣΑΣ. ΨΕΚΑΣΑΤΕ ΜΕ ΧΗΜΙΚΑ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΙΓΟ ΝΑ ΞΕΚΑΝΕΤΕ ΕΝΑΝ 85ΑΡΗ ΑΝΘΡΩΠΟ.
 
ΕΛΠΙΖΩ ΝΑ ΕΙΣΤΕ ΠΕΡΗΦΑΝΟΙ. 

Read more...

Η αβάσταχτη ελαφρότητα της (υπό)κουλτούρας

>> 4/3/10


Θυμάμαι με νοσταλγία τις αθώες γυμνασιακές εποχές που είχα αρχίσει να βγαίνω συστηματικά και να ανακαλύπτω την underground κι εναλλακτική κίνηση της Θεσσαλονίκης. Τότε, που οι εφηβικές μου ορμόνες πρωτοάρχιζαν να εκρύγνηνται και κάθε πρωί μετρούσα τα σπυράκια μου, που είχα μαλλιά αρκετά μακριά για να μην θεωρούνται κοντά αλλά και αρκετά κοντά για να δίνουν στο κεφάλι μου ένα φριχτό σχήμα μανιταριού, που δεν είχα ανακαλύψει ακόμα τους φακούς επαφής, που άμα ξύριζα τα λίγα γένια που είχα τότε θα φαινόμουν φλώρος ενώ αν δεν τα ξύριζα απεριποίητος, που έδινα τα πρώτα μου φιλιά κι έβλεπα για πρώτη φορά face to tits κοριτσίστικα στήθη, που πρωτοάρχιζα να κολλάω, σε ένα παρανοϊκό συνδυασμό, αφίσες των Megadeth και του Paco De Lucia στο δωμάτιό μου, που ξερνούσα μετά τα πρώτα μου μεθύσια, που ξεκίνησα την ενασχόλησή μου με το PC, που έπαιζα πέντε ώρες την ημέρα μπάλα για να εκτονώσω την συσσωρευμένη τεστοστερόνη που λόγω σχολικής αγαμίας ταλαιπωρούσε εμένα και το 101% των γυμνασιόπαιδων, που ξεκίνησα να παίζω στις πρώτες μου μπάντες τραγούδια των Black Sabbath και των Ξύλινων Σπαθιών.... Εποχές πιο απλές, που ένα εισιτήριο για την συναυλία του αγαπημένου σου συγκροτήματος, ένας καλός βαθμός σε κάποιο δύσκολο διαγώνισμα και τα γλυκά μάτια που θα σου έκανε η γκομενίτσα που κυνηγούσε το μισό σχολείο αρκούσαν για να νιώσεις ευτυχισμένος. Ή ευτυχισμένη, αντίστοιχα.


Εκείνη λοιπόν την εποχή άρχισαν οι έξοδοί μου να γίνονται συστηματικότερες, ώσπου έφτασαν, φυσιολογικά, να γίνουν συνεχείς. Η πορεία εξέλιξης, με το κάθε βήμα να ακολουθεί το άλλο εντός μερικών εβδομάδων,  ήταν γνωστή και δοκιμασμένη εδώ και τουλάχιστον 10.000 χρόνια:

Βήμα 1ο) Έξοδος με ΟΛΗ ΤΗΝ ΤΑΞΗ (30, 40, 50 άτομα, δεν έχει σημασία) στις καφετέριες, τα μπαράκια, τα νυχτάδικα και τα ξενυχτάδικα "της γειτονιάς" (α ρε πολυτραγουδισμένη Τούμπα, έχεις θρέψει κόσμο και κόσμο).
Βήμα 2ο) Έξοδος με όλη την τάξη στις κεντρικές περιοχές της Θεσσαλονίκης, με προτίμηση, προφανώς, στα πιο in, trendy και high μέρη (τα οποία εντός λίγων εβδομάδων ή μηνών αποδεικνύονταν ότι είναι παρακμιακές τρύπες και γυφτοσκυλομπουλελέ και απλά πλασάρονταν  ως και γαμώ τα gathering spots για να προσελκύσουν τα κοπάδια των άβγαλτων και ανυποψίαστων νεανιών - δηλαδή εμάς).
Βήμα 3ο) Κουρασμένοι από τους ψευτόμαγκες που μας έλεγαν φυτά αλλά παράλληλα αηδιασμένοι από το μυξοπαράπονο των πραγματικών φυτών, αποστασιοποιηθήκαμε από την όλη τάξη και αρχίσαμε τις εξόδους μόνο με την στενή μας παρέα, η οποία αν και συνεστίαση μπακούρηδων, περιείχε εν τούτοις και μερικές ηρωικές κοπελίτσες που απορώ τί μας έβρισκαν και μας έκαναν χάζι.
Βήμα 4ο) Ανακάλυψη και όλο και συχνότερες επισκέψεις στα πιο εναλλακτικά, διαφορετικά, underground, κουλτουρέ, hipster ή όπως αλλιώς θέλετε να τα πείτε μέρη και ταυτόχρονη έκρηξη χαράς, λες και βρήκαμε ότι συνέβη κάτι κοσμογονικά ευχάριστο, όπως π.χ. μια πυρκαγιά εν μέσω του δελτίου ειδήσεων του STAR. Επιπλέον, στα μέρη αυτά πρωτοείδαμε τον πακτωλό από τις φοιτήτριες που ζούσαν και ζουν ανάμεσά μας και σαν άνθρωποι που κλείνουν το μάτι στο μέλλον μάθαμε να μας αρέσουν περισσότερο και ήδη από τότε οι γυναικείες και όχι απλώς οι κοριτσίστικες καμπύλες ("Τι είναι αυτά; Γοφοί; ΜΕΓΑΛΑ ΣΤΗΘΗ;!; WHATA FUCK?!?").
Βήμα 5ο) Αυτά. Τί, θέλετε κι άλλα;

Έτσι σιγά σιγά η διασκέδασή μας προσανατολίστηκε προς τα εκεί. Προσωπικά μιλώντας, το γεγονός ότι από το σπίτι μου είχα μια ευρύτατη (ή τουλάχιστον έτσι πιστεύω) παιδεία αλλά και ενασχόληση με την λογοτεχνία, τις καλές τέχνες, την μουσική, τον κινηματογράφο κ.ά. συνετέλεσε κατά πολύ στο να επιλέξω τέτοιου είδους μέρη για να βγαίνω. Μέρη που έβριθαν από κόσμο, με μουσική κοντά στα δικά μου γούστα, με οπτικοακουστικά ερεθίσματα, μέρη όπου μπορούσα να ακούσω κάτι παραπάνω από το τί έκανε τη περασμένη Κυριακή η Π.Α.Ο.Κ.άρα - όχι ότι και αυτό δεν με ενδιέφερε, αλλά το κάθε πράγμα στην ώρα του.
Σιγά σιγά τα χρόνια πέρασαν, τελείωσα το Λύκειο, φτάνω τώρα κοντά στο να τελειώσω και την σχολή, έχω ένα περιποιημένο μούσι και σκουλαρίκι, ντύνομαι μοδάτα και σε έναν συνδυασμό κυρίλας και hipsterισμού, έχω έναν κύκλο, επιδιώκω ψαγμένες καταστάσεις, έγινα μια ανυπόφορη ψωνάρα και οι απόψεις που έχω πλέον επί του θέματος είναι πολύ πιο ευρείες - και δυστυχώς, όχι τόσο κολακευτικές. Κι εξηγούμαι.


Καθώς μεγάλωνα και ανακάλυπτα όλο και πιο πολλά για την κίνηση της πόλης, στα παραπάνω spots ήρθαν και προστέθηκαν τα διάφορα φεστιβάλ κάθε είδους, οι εκθέσεις, οι galleries, οι μεταμεσονύχτιες προβολές, οι καμένες συναυλίες, η προώθηση artwork μέσα σε καταλήψεις, τα υπαίθρια events, τα εναλλακτικά και πανεπιστημιακά parties, το θέατρο και ούτε καθ'εξής. Παράλληλα όμως, και ήδη από το πρώτο έτος, ο εφηβικός μου φανατισμός άρχισε να καταλαγιάζει και μέρη που είχα μάθει να απορρίπτω ασυζητητί άρχισαν να μην μου φαίνονται τόσο δυσάρεστα. Ανακάλυψα ότι και τα μπουζούκια, τα σκυλάδικα, τα trendy clubάκια με τον πατείς-με-πατώ-σε κόσμο και τις απλησίαστες (μια φορά κι έναν καιρό) γκόμενες, οι καφετέριες που έπαιζαν μόνο NiVo και τα ξενυχτάδικα της περιοχής του αεροδρομίου μπορούσαν να είναι ανά περιπτώσεις εξίσου διασκεδαστικά ή ψυχαγωγικά, σε ένα λογικό πλαίσιο πάντα και αν πήγαινες εκεί με την κατάλληλη και αγαπημένη σου παρέα - σε τελική ανάλυση, αυτό είναι που συνήθως παίζει τον μεγαλύτερο ρόλο. Η βλακεία, η δηθενιά και η ελληναριά βέβαια πήγαινε σύννεφο, αλλά who cares; Ο κάθε φυσιολογικός  και ολοκληρωμένος άνθρωπος (που έχει την χωρική, χρονική και οικονομική δυνατότητα), οφείλει, επιδιώκει και εν τέλει του αρέσει να έχει ευρείς ορίζοντες, ακόμα και στην διασκέδασή του. Και στην τελική, όταν βαρεθεί κάποιος να πηγαίνει σε μέρη στα οποία βρίσκεται λίγο πολύ έξω από τα νερά του, αυτό αντισταθμίζεται από τις οπωσδήποτε σταθερότερες και συχνότερες επισκέψεις του στα πολυαγαπημένα, κλασικά μέρη στα οποία έβγαινε ανέκαθεν. Και σε αυτό ακριβώς το σημείο είναι που αρχίζουν και στραβώνουν τα πράγματα.


Όταν πλέον κάποιος έχει βγει παντού κι έχει ανακαλύψει όλη ή περισσότερη από την νυχτερινή και μη ζωή μιας πόλης, όπως της Θεσσαλονίκης, της Αθήνας, της Πάτρας κ.τ.λ., φτάνει στο αναπόφευκτο συμπέρασμα πως η δικτατορία του image και του δήθεν είναι γενικό φαινόμενο - και όχι απλά σε ό,τι θεωρείται πιο hot την εκάστοτε περίοδο. Όχι, αυτό που τελικά αποδεικνύεται είναι ότι οι περισσότεροι προσπαθούν απελπισμένα να καταδείξουν την διαφορετικότητά τους, χωρίς λόγο κι αιτία, σκλάβοι σε μια ανηλεή μηχανή που αλέθει προσωπικότητες και παράγει μαζοποιημένα ρομποτάκια, αλλά και τύραννοι μέσα στον μικρό, προσωπικό τους κύκλο. Όταν κάποιος έχει δει αρκετά ώστε να έχει την δυνατότητα να κάνει συγκρίσεις, διαπιστώνει πράγματα τόσο γελοία, τόσο ανούσια και τόσο ποζέρικα - πράγματα που ίσως, όπως συνέβη με την δική μου περίπτωση, τα έκανε και ο ίδιος ή η ίδια και τώρα τα αποφεύγει μετά βδελυγμίας - ώστε ο συμπερασματικός μονόδρομος είναι ότι ο,τιδήποτε θεωρούσε "σεπτό", "υπεράνω" και "πρώτο" δεν είναι παρά μια άλλη όψη του ίδιου νομίσματος. Ενός νομίσματος που έχει πολλές έδρες. Γιατί αγαπητοί μου και αγαπητές μου, για κάθε κάφρο Ελληνάρα που παρκάρει την Boxter που αγόρασε με δάνεια μπροστά από το "Vogue", κλείνοντας την είσοδο ΚΑΙ τον δρόμο, με τον πόθο να αυτοπροβληθεί και την ελπίδα πως θα τσιμπήσει κανένα μπάζο (στο μυαλό), υπάρχει κι ένας hipster που θα παρκάρει το επιτηδευμένα αρχαίο ματρακάνι του μπροστά στην "Ανεμόεσσα", αφού πρώτα το έχει τιγκάρει με Παλαιστινιακές σημαίες, CDs του Bob Marley που θα ακούσει μόνο όταν είναι κι άλλος κόσμος μπροστά και μια σάπια κιθάρα στο μικροσκοπικό πορτ μπαγκάζ του. Για κάθε ξιπασμένη που δεν θα σου κάτσει αν δεν είσαι ιδιοκτήτης του μισού Πανοράματος και των περιχώρων, υπάρχει και η ψωνισμένη με τις τζίβες στο μαλλί, το σάλι που θα το φοράει χειμώνα - καλοκαίρι  και τις φαρδιές καρώ φούστες, που θα καταδεχτεί να σου μιλήσει μόνο αν είσαι πιο "αριστερός", πιο "περπατημένος", πιο "εναλλακτικός", πιο "κουλτουριάρης", πιο "τζιμάνι", πιο "τζιβάτος" ή πιο "μπαφάτος" από αυτήν. Για κάθε τραγουδιάρη Γ' κατηγορίας που θα γκαρίξει στον "Σκορπιό", υπάρχει κι ένας, μην χέσω, "καλλιτέχνης", με έργα σκέτες αντιγραφές εκείνων του Μόραλη, του Δρούγκα και του Γαΐτη, που θα γεμίσει όλα τα stands της Πολυτεχνικής με φυλλάδια για την έκθεση που έστησε στον εξ επιτήδες χωρίς όνομα χώρο κάτω από το "Partisan" ή σε κάποια από τις αποθήκες του Λιμανιού (και το λέω αυτό με πλήρη σεβασμό προς τους αξιόλογους και καταβάλλοντες μόχθο νέους καλλιτέχνες, στους οποίους καταχρηστικά συμπεριλαμβάνω και τον εαυτό μου, και αναγνωρίζοντας πως στην τέχνη σπανίως υπάρχει παρθενογέννεση - απλά, η μη παρθενογέννεση από την αντιγραφή έχει διαφορά). Για κάθε καταγώγι που έκανε την τύχη του επειδή μια φορά κι έναν καιρό είχε σνιφάρει εκεί την κόκα του ο Γονίδης, υπάρχει και μια τρύπα που έκανε όνομα λόγω της φήμης ότι μέσα σε αυτήν είχε ξύσει κάποτε το αυτί του ο Keith Flint, πριν γίνει γνωστός με τους Prodigy και κατά την διάρκεια των διάσημων πλέον σε όλο το Ηλιακό Σύστημα αλλά μυστικών τα προηγούμενα χρόνια ταξιδιών του στην Θεσσαλονίκη και ιδίως στην Σταυρούπολη και - φυσικά - την Τούμπα. Για κάθε Δ.Α.Π.ίτη που νομίζει ότι ανακάλυψε τον κόσμο πηγαίνοντας στο "Dogs" ή το (εξαιρετικό, ομολογουμένως)  "Charro Negro", υπάρχει κι ένας πρήχτης που θα διηγήται επί δύο εβδομάδες τις συναρπαστικές του περιπέτειες με ΟΛΕΣ τις σερβιτόρες του "Μonroe". Για κάθε τύπισσα που τα κινηματογραφικά της ερεθίσματα περιορίζονται σε αμερικάνικες σεξοκωμωδίες που θα... παρακολουθήσει ξαπλωμένη μαζί με το αγόρι της, υπάρχει ο βασανιστής που θα σύρει την δύσμοιρη κοπέλα του στις πιο καμένες προβολές που θα βρει και θα απορρίψει ταινιάρες σαν το "The shining" ή ακόμα και το "District 9" (ενώ κατά βάθος του αρέσουν), γιατί "σαν τον Pasolini δεν έχει". Ο κατάλογος συγκρίσεων είναι ατελείωτος.


 

 

Βεβαίως, είναι όλα θέμα γούστου. Μπορεί ο καθένας να κάνει ό,τι του γουστάρει και να έχει την οποιαδήποτε γνώμη, χωρίς να δίνει ουδεμία σημασία στο τί λέω εγώ ή κάποιος άλλος μαλάκας, υιοθετώντας ή απορρίπτοντας κάποια απο τα παραπάνω ή όχι, και όλα αυτά γιατί τέτοια είναι η ιδιοσυγκρασία του και όχι γιατί ανήκει στερεοτυπικά σε κάποια περιορισμένη κοινωνική ομάδα. Πόσοι και πόσες όμως είναι τόσο ειλικρινείς; Το μόνο που τελικά βγαίνει προς τα έξω είναι ότι το κράξιμο και η ξιπασιά από όλες και προς όλες τις μεριές έχουν ξεπεράσει κάθε όριο, ενώ στην ουσία έχουμε να κάνουμε με una fatsa, una ratsa. Σε τελική ανάλυση, βέβαια, είναι κι αυτό προσωπικό δικαίωμα, αλλά όταν το εξασκείς, φίλε μου, πρέπει να αποδέχεσαι ότι ανάλογη κριτική θα δεχτεί και η αφεντομουτσουνάρα σου! Όταν κράζεις τους τρέντηδες που αν και 25 χρονών γομάρια φοράνε μέσα στην νύχτα στραβό καπέλο, γυαλιά ηλίου και το ταλαιπωρημένο τζιν παντελόνι με τον χαμηλό ως τον αστράγαλο κάβαλο (αν και δεν ανήκουν σε group που χορεύει breakdance ή κάτι παρόμοιο που δικαιολογεί αυτό το outfit) που τους κάνει να δείχνουν λες κι έχουν χεστεί πάνω τους, και τις γκόμενες που φοράνε wannabe σταράκι με τακούνι (ναι, αυτές οι μόδες, αν και πέθαναν στις αρχές των '00s, έχουν αναστηθεί κι επανέλθει δριμύτερες, μπρρρρρρρρ), πρέπει να δεχτείς κι εσύ την κριτική για το ότι έχεις κάνει piercing ακόμα και στα νύχια των ποδιών και το ότι μου βγαίνεις Σάββατο βράδυ και μέσα στο καταχείμωνο με το σανδάλι που φορούσες πρόπερσι στο camping του Αρμενιστή. Κι εσύ και ο άλλος μπορείτε κι ΕΠΙΒΑΛΛΕΤΑΙ να κινηθείτε, να ντυθείτε, να συμπεριφερθείτε και να ζήσετε όπως σας αρέσει, αλλά και μόνο το γεγονός ότι εκπροσωπείτε κατηγορίες ανθρώπων που ενδεχομένως φαίνονται στον άλλον ακραίες ή εξωγήινες θα πρέπει να σας χαλυβδώσει και να σας προετοιμάσει για το αντίστοιχο σχόλιο ή κράξιμο - και όχι να σας κάνει να κακιώνετε και κλαίτε σαν μυξιάρικα, την ίδια στιγμή που κάνετε τον άπλα και τον καμπόσο στους ομοίους σας. Μαλακισμένα.


Το καλύτερο που έχει να κάνει οποιοσδήποτε είναι να σταματήσει να ασχολείται με ανούσια θέματα όπως το image των άλλων και να επικεντρωθεί στην δική του ζωή και τον τρόπο που κινείται και συμπεριφέρεται, είτε αυτός είναι του Ελληνάρα, είτε του κουλτουριάρη, είτε του τζιβάτου, είτε του επαναστάτη, είτε του πλουσιόπαιδου, είτε κάτι που δεν ανήκει και δεν πρέπει να ανήκει σε κάποια κατηγορία και ούτε ταμπελάρεται. Και αν κάτι του φανεί πολύ γελοίο ή αστείο, ας το σχολιάσει, ας το βρίσει, ας γελάσει μαζί του, αλλά ας μην έχει την απαίτηση ότι ο άλλος θα έχει την υπομονή να τον ανέχεται ή να τον θεωρεί ανώτερο.
Αλλά και αν κάποιος είναι πραγματικά τόσο ανώτερος και νοητικά διαυγής ώστε να συμπεριφέρεται έτσι, γλιτώνει από τον ωκεανό της βλακείας και της wannabe κουλτούρας ή υποκουλτούρας; Αμ δε! Η τρύπα πλέον έχει γίνει πολύ βαθύτερη... Ας αναφέρω ένα παράδειγμα.
Όσοι από τους αναγνώστες κατοικούν στην Θεσσαλονίκη, θα έχουν πιθανώς υπόψη τους τα συνεχώς αυξανόμενης διασημότητας δρομάκια απέναντι από την Αντιγονιδών - την Συγγρού, την Λέοντος Σοφού, την Βαλαωρίτου και τα πέριξ. Εκεί είναι συγκεντρωμένα μερικά από τα πιο εκπληκτικά και πολύπλευρα, κατά την γνώμη μου, κέντρα διασκέδασης της πόλης, που συνδυάζουν ιδανικά τον πολύ κόσμο (όχι όμως στο σημείο του όχλου, όπως συμβαίνει στα μαγαζιά της Παραλιακής) με έναν αέρα πιο underground, εναλλακτικό κι έξω από τα συνηθισμένα... μέχρι στιγμής τουλάχιστον. Αυτό που έχει παρατηρηθεί τον τελευταίο καιρό είναι η ξαφνική κοσμοσυρροή στα μέρη αυτά. Και μάλιστα κόσμου που δεν φαινόταν να έχει τα περασμένα χρόνια ουδεμία σχέση με αυτό το ύφος εξόδου. Μπράβο, έλεγα από μέσα μου. Κοίταξε να δεις που αυτή η περιοχή μαζεύει πλέον λαοθάλασσα. Λαοθάλασσα που σαν παλιός θαμώνας δεν είχε ποτέ δει, ούτε τις εποχές που γυρνούσα από πρόβες στα υπόγεια studios των τριγύρω στενών και πήγαινα έπειτα για μπύρα μαζί με τους μαλλιάδες φίλους μου στην μοναδική ανοιχτή από τότε μπυραρία της Συγγρού, ούτε αργότερα, όταν με τα χρόνια η περιοχή αναβαθμίστηκε και γέμισε με bars, nightclubs, liveάδικα, indie - oriented μαγαζιά και galleries. Δυστυχώς η λύση στην απορία μου δόθηκε όταν άκουσα μια, απίστευτη κατά τα άλλα αλλά γέννημα - θρέμμα μπουζουκιών, κοπέλα να μου λέει "ε, βγαίνω κατά καιρούς εδώ για κάτι πιο κουλτουριάρικο"... SHIT MAN! DAT THING'S ALIVE! ΤΙ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΑ ΡΕ; Μήπως παρεξηγήσαμε κάποια πράγματα; Πώς ακριβώς ορίζεται το "κουλτουριάρικο"; Είναι μήπως το όχι τόσο συνηθισμένο; Αυτό που μένει αναλλοίωτο από τις ερχόμενες και παρερχόμενες μόδες της εποχής; Αυτό που έχει σχέση με την τέχνη ή με τους "καλλιτέχνες"; Αυτό που συγκεντρώνει άλλου είδους κόσμο; Αν είναι έτσι, τότε κουλτουριάρικο είναι και το πατσατζίδικο του μπαρμπα - Σταμάτη στην Ευκαρπία που μαζεύει μέσα στα μάυρα μεσάνυχτα τελειωμένους τύπους που συζητάνε για το αν τελικά είχε δίκιο o Brecht όταν έλεγε ότι αυτός που γελά δεν έχει ακούσει ακόμα τα κακά νέα... Ισχύει όμως; Προφανώς και όχι. Απλά ό,τι δεν είναι συνηθισμένο για κάποιους μεταφράζεται σε "κουλτουριάρικο", ενώ το αντίστοιχο για κάποιους άλλους μεταφράζεται σε "τρέντικο", σε μια διαδικασία που ευνοεί τους στερεοτυπισμούς και τα λανθασμένα πρότυπα. Και αυτό γιατί αντί να προέλθει κάτι καλό από την - επιτέλους - αναμόχλευση των μεν και των δε, αντί να αμβλυνθούν οι αντιθέσεις με την περιστασιακή έστω έξοδο εκείνων και των άλλων σε μέρη που δεν συνήθιζαν, τα πάντα οξύνθηκαν και ταυτόχρονα ισοπεδώθηκαν... γιατί πολύ απλά όλα γίνονται για την ποζεριά. Φιλαράκο με το ροζ Lacoste που φιλάς σταυρωτά και γιάπικα τους φίλους σου (τι συνήθεια κι αυτή), σταμάτα να μας τα ζαλίζεις για το εκπληκτικό rave party στο οποίο συμμετείχες σε ένα "καμένο" μαγαζί χτες το βράδυ. Το "καμένο" μαγαζί που λες ήταν το "Ζενίθ", σε είδα κι εγώ χτες εκεί που ήσουν σαν ξυλάγγουρο, και υπήρχε πολύ πριν το ανακαλύψεις εσύ. Το τελευταίο rave party που έλαβε χώρα εκεί ήταν στα '90s, όταν έβγαζαν αβέρτα δίσκους οι Orbital και είχαμε πάθει όλα τα νεαρά μπουμπούκια παράκρουση με την κυκλοφορία του Propane. Η μουσική που άκουσες χτες ήταν house, όχι rave. Άσχετε. Αντίστοιχα, κολλητέ με την μπλούζα των Cradle of filth, μην μας σπας τον υποθάλαμο ότι "η παρέα με έσυρε στα μπουζούκια και ήταν χάλια κ.τ.λ." Σου άρεσε, και πολύ μάλιστα. Ειδικά όταν είχες κατεβάσει καναδυό μπόμπες κι έβλεπες όλες τις κοριτσάρες ("παλλακίδες του Εωσφόρου" ή "μουνιά του Σατανά" όπως προτιμάς να τις λες) να χορεύουν καυτά τσιφτετέλια πάνω στα τραπέζια. Γι' αυτό βούλωνε.


Θα μου πείτε, γιατί με νοιάζει εμένα; Θα σας πω γιατί. Επειδή σε ένα μαγαζί στην Βαλαωρίτου είδα τις προάλλες, μέσα από το αμάξι μου και πριν κάτσω κάπου, κάτι το καινούριο και εντελώς αδιανόητο: φουσκωτό πορτιέρη. Έλεος. Και τί έκανε το πιθηκοειδές; Μοίραζε πόρτες σε άτυχες μπακουροπαρέες! Πού;!; Στην Βαλαωρίτου!!! ΤΙ ΠΟΥΣΤΙΑ ΘΕΕ ΜΟΥ! Οι παλιές μπακουροπαρέες συντηρούσαν για χρόνια αυτήν την shithole και τώρα που η περιοχή μεγάλωσε κι ευημέρησε κι άρχισε να μαζεύει στιλάτες γκόμενες με ρούχα από το Bershka και smokey μάτι, οι μαγαζάτορες γράφουν στα παλιά τους τα παπούτσια τους παλιούς και πιστούς πελάτες τους! ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ ΝΑ ΔΙΑΦΗΜΙΖΕΣΑΙ ΣΑΝ ΜΑΓΑΖΙ ΜΕ SKA ΚΑΙ REGGAE ΜΟΥΣΙΚΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΙΔΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΝΑ ΣΤΕΛΝΕΙΣ ΣΤΟΝ ΔΙΑΟΛΟ ΤΑ ΑΓΟΡΙΑ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΤΖΙΒΕΣ; ΚΑΙ ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΧΟΡΕΨΕΙ SKA ΒΡΕ ΜΠΑΜΠΟΥΙΝΕ; Ο ΤΥΠΟΣ ΜΕ ΤΟ ΚΟΚΚΑΛΙΝΟ DKNY ΓΥΑΛΙ ΚΑΙ ΤΟ ΗΜΙΧΡΥΣΟ PEPE ΠΑΠΟΥΤΣΙ; Λίγη τσίπα επιτέλους!
Αλλά δεν φταίνε αυτοί... εμείς φταίμε. Με την δική μας λανθασμένη και ψωριασμένη αντίληψη σχετικά με τον τύπο και το μέρος της διασκέδασής μας δίνουμε, όπως πάντα κάναμε, δικαίωμα στους άλλους να αποφασίζουν εκείνοι για τις προτιμήσεις μας. Καταλήξαμε μια μπουρζουαζία, έστω κι αν δεν έχουμε τα λεφτά για να θεωρούμαστε ως οι κατεξοχήν μπουρζουάδες, και μια νομενκλατούρα του κώλου, που πέφτουμε θύματα των εξ' απήνης επιθυμιών και των στεγανών που έβαλαν άλλοι για μας, στην ουσία όμως βάλαμε εμείς στους εαυτούς μας. Ως πού θα πάει αυτό;


Μ' αυτά και μ' αυτά, μου χάλασε η διάθεση. Ήθελα να βγω για καφεδάκι αλλά πού όρεξη πλέον; Όμως για στάσου... μπορώ να κάτσω στο σπίτι και να καλέσω για καφέ τις φοιτήτριες των Τ.Ε.Ι. που μετακόμισαν πρόσφατα απέναντί μου! Δεν είναι κακό... Το πιθανότερο βέβαια είναι να  εισπράξω μια χλυαρή αντίδραση (δεν είμαστε και σε κομεντί του Hollywood, που ο πρωταγωνιστής ζητάει ζάχαρη από την γειτόνισσα πρωταγωνίστρια κι εκείνη αυτόματα είναι έτοιμη να κάνει τα παιδιά του), αλλά δεν έχω να χάσω και τίποτις... Έφυγα!

Read more...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP