Αναζήτηση αναρτήσεων

Παραβολή

>> 30/5/10

Οφείλω πάντως να του παραδεχτώ κάτι του Γιώργου Αλκαίου. Μπορεί το τραγούδι του να είναι επιεικώς αδιάφορο, για να μην πω κάτι άλλο (άσχετο αν λόγω της υπερ - υπερ - υπερέκθεσής μας σε αυτό θα το συνηθίσουμε και θα το χορεύουμε όλοι στα καλοκαιρινά clubs, εδώ ακόμα και με την απονενοημένη "μπαλάντα" - ουρλιαχτό της Βίσση το είχαμε κάνει) και να ομοιάζει ύποπτα με παλιότερο τραγούδι του Νταλάρα (έχει βουίξει ο κόσμος, ακούστε εδώ), μπορεί η φωνή του να είναι λίγη έως ανύπαρκτη, αλλά αν μη τι άλλο ο άνθρωπος είναι χαμηλών τόνων. Ούτε πρωθύστερες θριαμβολογίες και διθύραμβοι, ούτε συνεπακόλουθη ελεύθερη και ανώμαλη πτώση. Βγήκε, είπε ότι θα χτυπήσει θέση μέσα στην πρώτη δεκάδα, το έκανε και γειά σας. Άλλες χρονιές γινόταν της πουτάνας από υπερφίαλες δηλώσεις περί αδιαφιλονίκητου φαβορί, σίγουρης πρωτιάς, νίκης από τα αποδυτήρια και λοιπά και λοιπά και λοιπά και τρώγαμε τελικά τα μούτρα μας. Φέτος η κατάσταση εξομαλύνθηκε, πράγματι...
Περιττό να πω ότι θεωρώ την Eurovision ένα κιτς πανηγυράκι για να έχουν κάτι να ασχολούνται τα διεθνή - συμπεριλαμβανομένων προφανώς και των ελληνικών - tabloids και κουτσομπολίστικα talk shows. Θα μου πείτε, εγώ γιατί κάθομαι και τη σχολιάζω αφού το παίζω τόσο ανώτερος και κουλτουρόκαφρος; Δεν είναι εκεί το θέμα. Όπως και κάθε χρόνο, το μυαλό μας πιπιλίζεται τόσο πολύ από ΟΛΕΣ τις πηγές οπτικοακουστικής ενημέρωσης και/ή ψυχαγωγίας - σχετικά με κάθε ανατριχιαστική λεπτομέρεια για τον αμουσικό αυτό διαγωνισμό -, που στο τέλος όλο και κάτι θα πούμε περί αυτού. Όλοι, μηδενός εξαιρουμένου. Το ζήτημα είναι, όμως, να μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Γιατί κακά τα ψέματα, η όλη ιστορία είναι ένα βραδυφλεγές φιάσκο. Τα τραγούδια είναι, στο μεγαλύτερο τους ποσοστό, επιπέδου νηπιαγωγείου. Τόσο στιχουργικά και μουσικά, όσο κι ερμηνευτικά. Επιπλέον, αρκετά είναι ΤΟΣΟ ΜΑ ΤΟΣΟ αντιγραφές παλιότερων σουξέ των '80s, των '90s, ακόμα και των '00s, που όταν τα ακούς δεν πιστεύεις στα αυτιά σου για την εκάστοτε κλεψιτυπία κι έλλειψη έμπνευσης. Τέλος, η περίφημη ιδέα και το βαθύτερο ιδανικό πίσω από το γενικότερο concept του διαγωνισμού της Eurovision (το οποίο είναι στην ουσία η σύσφιγξη των δεσμών φιλίας κι ευγενούς άμιλλας μεταξύ των ευρωπαϊκών χωρών μέσω της μουσικής και των καλλιτεχνικών δρωμένων γενικότερα) στην ουσία δεν υφίσταται, αφού καλώς ή κακώς έχουν δημιουργηθεί εδώ και χρόνια "συμμαχίες" που διαμορφώνουν λίγο εώς πολύ το τελικό αποτέλεσμα με συγκεκριμένο τρόπο και δίνοντας standard βαθμολογίες (Ελλάδα - Κύπρος, οι σκανδιναβικές χώρες μεταξύ τους, η Ρωσία με μικρότερες πρώην χώρες της Ε.Σ.Σ.Δ. κ.ο.κ., με μια συνέπεια και συνέχεια που σπανίως σπάει τα τελευταία χρόνια).
Παρ'όλ'αυτά, πάντοτε υπάρχουν εξαιρέσεις που επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Από την Eurovision έχουν ξεπεταχτεί, αν και κυρίως κατά την διάρκεια περασμένων δεκαετιών, ταλέντα όπως η Celine Dion και οι ABBA. Επιπλέον, μια στο τόσο αναδεικνύονται μέσα από την σαβούρα και τραγούδια πραγματικά διαμάντια, όπως το εκπληκτικό "Lane Moje" ("Лане моје") του Σέρβου Željko Joksimović, που βγήκε τρίτο στον διαγωνισμό του 2004 και σύμπλεκε τον λυρικό του στίχο με μια υπέροχη μουσική, αλλά βεβαίως και η δική μας πρωτιά το 2005 με το "My number one" που ερμήνευσε η Παπαρίζου το οποίο, κακά τα ψέματα, και γαμάτο είναι ως χορευτικό κομμάτι, και τον πικάντικο στίχο του έχει, και η μουσική του είναι ενδιαφέρουσα με την προσθήκη της λύρας, και η Έλενα το απογειώνει με την τεράστια φωνή της. Αλλά, όπως είπαμε, αυτά κι ελάχιστα ακόμα αποτελούν εξαιρέσεις.
Στον αντίποδα, αυτήν την φορά θα σας παρουσιάσω ένα δυσκολοχώνευτο, για όσους δεν είναι fan τέτοιου είδους μουσικής, αλλά παρ'όλ'αυτά μοναδικό κομμάτι ενός μοναδικού μέσα στα μοναδικά groups. Μιλάω για τους Tool. Ένα συγκρότημα που οποιοσδήποτε ακούει rock ή metal οφείλει να ανακαλύψει, και όταν αυτό (σίγουρα) γίνει, η ανακάλυψη αυτή θα αποτελέσει σταθμό στην  περεταίρω διαμόρφωση των μουσικών του γούστων. Ένα συγκρότημα που όποτε βγάζει καινούριο album σαρώνει τα βραβεία Grammy, πουλάει εκατομμύρια δίσκους και χτυπάει πρωτιές σε charts, αλλά που παρ'όλ'αυτά είναι αντιδραστικό και αντισυμβατικό με την όλη ανθρωποφάγα μουσική βιομηχανία - σε σημείο που αν και πιέζεται, βάσει συμβολαίου, από τις εκάστοτε δισκογραφικές εταιρείες για την κυκλοφορία καινούριων albums μέσα σε μια καθορισμένη προθεσμία, εν τούτοις τους γράφει όλους στα παλιά του τα παπούτσια και κυκλοφορεί νέο δίσκο όποτε του καπνίσει ή έχει την ανάλογη έμπνευση (χαρακτηριστικό είναι ότι από την δημιουργία της μπάντας το 1990 έχουν κυκλοφορήσει όλα κι όλα τέσσερα albums). Ένα συγκρότημα που παρ'όλη την προαναφερθείσα δισκογραφική του σπανιότητα και την συνθετότατη και σουρεαλιστική μουσική και στιχουργική δομή των τραγουδιών του, έχει καταφέρει παρ'όλ'αυτά να γίνει σημείο αναφοράς.
Ένα ακόμα χαρακτηριστικό των Tool, πέρα από τον εντελώς προσωπικό post - progressive art rock/metal και δεν ξέρω κι εγώ τι στο καλό ήχο τους, είναι το artwork των albums αλλά και των video clips τους. Μιλάμε για ΠΟΛΛΑ ΝΑΡΚΩΤΙΚΑ! Έχουμε να κάνουμε με γνήσιο υπερρεαλισμό, με σκηνές φαντασίας, Ε.Φ. και φιλοσοφικής ενατένισης, καλειδοσκοπικές εικόνες, παραβολικές προβολές, τοπία α λα Dali, μεταμορφώσεις, παραμορφώσεις και ό,τι άλλο μπορείτε να φανταστείτε. Πραγματικά, οι άνθρωποι ή δεν την παλεύουν καθόλου ή την παλεύουν πολύ καλά.
Για να μην μακρυγορώ, όλα τα παραπάνω θα τα διαπιστώσετε μόνοι σας παρακολουθώντας το ακόλουθο video. Είναι το official video clip ενός διπλού κομματιού των Tool, του "Parabol/Parabola" από τον δίσκο Lateralus (2001) που προσωπικά τον θεωρώ ως το αριστούργημά τους. Μέχρι το τέταρτο και κάτι λεπτό εκτυλίσσεται το ήρεμο, εσωτερικό και σχεδόν παραισθησιακό κομμάτι "Parabol", που λειτουργεί ως πρελούδιο για το εξαίσιο "Parabola" που ξεσπάει από το 04:07 και μετά. Η μουσική είναι, όπως είπαμε, προοδευτικά εξελισσόμενη από την αρχή ως το τέλος και αρκετά σύνθετη για όσους δεν έχουν συνηθίσει σε τέτοια ακούσματα, όμως πάντα υπέροχη και ιδιοφυής. Οι στίχοι είναι και αυτοί ιδιαζόντως πολυεπίπεδοι και δυσερμήνευτοι, αν και διαβάζοντάς τους κανείς μπορεί να διαπιστώσει την σύνδεσή τους με την φιλοσοφία της υπαρξιακής πολλαπλότητας και του κάρμα. Το ζήτημα όμως εδώ είναι άλλο. Το ζήτημα είναι το ίδιο το video clip. Μα την αλήθεια, το έχω δει πενήντα φορές και δεν έχω καταλάβει ακόμα τί στο διάολο γίνεται. Η πλάκα είναι ότι και στα σχόλια στο YouTube υπάρχει μεγάλη διχογνωμία. Κανείς δεν έχει συνειδητοποιήσει τί παίζει. Αν και με κάποιο διεστραμμένο τρόπο συνδέεται θαυμάσια με το τραγούδι, εν τούτοις ό,τι αναφέρεται στους στίχους δεν αντιστοιχεί ιδιαίτερα στα επί της οθόνης δρώμενα και το τί απεικονίζεται τελικά είναι ένα μεγάλο αίνιγμα.
Τί να πω. Παρακολουθήστε το, απολαύστε την τραγουδάρα και μετά, άμα σας έρθει κάποια έμπνευση και καταλάβετε τίποτα, γράψτε κανένα σχόλιο για το τί μπορεί να είδατε. Εμένα πάντως ο εγκέφαλός μου έχει καεί. Όσο και να'ναι, το να κάνεις ανελαστική βήμα - προς - βήμα ανάλυση σε υπερστατικό φορέα και μετά αντί να χαλαρώνεις βολτάροντας με κάποια φρέσκια θηλυκή ύπαρξη, κάθεσαι και βλέπεις οπτικοακουστικά αποτελέσματα ναρκοληψίας, είναι too much. Έλα όμως που το κάνουμε ΚΑΙ αυτό. (Σημείωση: αν ψάξετε και άλλα video clips των Tool θα ανακαλύψετε πολύ περισσότερο κάψιμο. Αυτό είναι από τα πιο χαλαρά... λίγο έως πολύ.)


Parabol

So familiar and overwhelmingly warm...
this one, this form I hold now.
Embracing you, this reality here,
this one, this form I hold now.
So wide eyed and hopeful.
Wide eyed and hopefully wild.

We barely remember what came before this precious moment,
choosing to be here right now.
Hold on, stay inside...
This body holding me, reminding me that I am not alone in -
this body makes me feel eternal. All this pain is an illusion.

Parabola

We barely remember who or what came before this precious moment.
We are choosing to be here right now.
Hold on, stay inside this holy reality, this holy experience.
Choosing to be here in -

this body. This body holding me. Be my reminder here that I am not alone in -
this body. This body holding me, feeling eternal.
All this pain is an illusion.

Alive, I...

In this holy reality, in this holy experience. Choosing to be here in -
this body. This body holding me. Be my reminder here that I am not alone in -
this body. This body holding me, feeling eternal.
All this pain is an illusion.

Twirling round with this familiar parabol.
Spinning, weaving round each new experience.
Recognize this as a holy gift and celebrate this chance to be alive and breathing.

This chance to be alive and breathing...

This body holding me reminds me of my own mortality.
Embrace this moment.
Remember, we are eternal.
All this pain is an illusion.

Read more...

Η τελευταία συγχορδία

>> 24/5/10

Το κεφάλι του πονούσε τρομερά. Ο αυχένας του ήταν πιασμένος, τα δάχτυλά του άκαμπτα, τα ματόκλαδά του ξερά και τσιμπλιασμένα και στο στόμα είχε μια ταγκή και στιφή γεύση. Μην έχοντας ακόμα συνέλθει τελείως από τον άσχημο ύπνο και το ακόμα πιο άσχημο ξύπνημά του, τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει. Εκείνη την στιγμή άγγιξε με την ανάστροφη του χεριού του κάτι λείο και απαλό και τότε συνειδητοποίησε την ολόγυμνη κοπέλα που κοιμόταν ήσυχα δίπλα του. Γάμησέ τα... σκέφτηκε. Ελπίζω τουλάχιστον να θυμήθηκα να φορέσω προφυλακτικό.
Με το ζόρι ανασηκώθηκε, έτριψε τα μάτια του και ανακάθισε στην άκρη του στρώματος, κοιτάζοντας γύρω του. Δεν ήταν στο σπίτι του. Ο χαμός από πεταμένα ρούχα κι εσώρουχα και κάτι στολισμένες με πούλιες χειροπέδες - χειροπέδες; - μαρτυρούσαν ότι, αν μη τι άλλο, το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει εκεί το σώσε.
Ένα τρυφερό χέρι τον χάιδεψε στην πλάτη. Ο Λεωνίδας γύρισε και είδε την γκομενίτσα, αγουροξυπνημένη, να του χαμογελάει με νόημα. "Θα φύγεις;" τον ρώτησε. "Εεεε, μάλλον ναι" απάντησε και σιγά σιγά, κοιτάζοντάς την, άρχισαν να του επανέρχονται στο μυαλό τα γεγονότα της νύχτας που είχε περάσει... το τέλος της εξεταστικής, η έξοδος με την παρέα στην Παραλιακή, το μεθύσι, η γνωριμία, το πρώτο φιλί, το δεύτερο κι έπειτα η φυγή με την μηχανή του και μαζί της κι ο ερχομός του στην Καλαμαριά.
Ο Λεωνίδας είχε πάντα παράξενο μεθύσι. Έπινε του κερατά αλλά παρ'όλ'αυτά την ίδια νύχτα ούτε ζαλιζόταν, ούτε τα έχανε, ούτε του ερχόταν να ξεράσει - για αυτό άλλωστε μπορούσε και να οδηγήσει χωρίς πρόβλημα. Μετά όμως από τον ύπνο... είχε ένα κεφάλι σκέτο καζάνι. "Μωρό μου, πρέπει πραγματικά να την κάνω" ξαναείπε βλέποντας ότι η κοπέλα, που μόλις θυμήθηκε ότι την έλεγαν Στέλλα, είχε μισοσηκωθεί, αφήνοντας το σεντόνι να πέσει από πάνω της και αποκαλύπτοντας δύο υπέροχα στήθη, μια σφιχτή κοιλίτσα και μια μέση δαχτυλίδι, όπου φορούσε μία από εκείνες τις λεπτές αλυσίδες που τόσο του άρεσαν. Αλλά δεν έμεινε πιστός στον λόγο του. Ήταν πολύ όμορφη για να της αντισταθεί. Την αγκάλιασε, τρύγησε άπληστα τα χείλη της και ξάπλωσε και πάλι μαζί της.
Είχε μεσημεριάσει πλέον όταν κατέβηκε στην μηχανή του. Λίγο πριν βγει από το διαμέρισμά της, τον ρώτησε αν θα της τηλεφωνούσε. Της απάντησε πως θα το κάνει. Αλλά το ήξερε ότι της έλεγε ψέματα.
Ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής του προς την Πολίχνη, έχοντας στο μυαλό του να βουίζουν διάφορα. Είχε περάσει αρκετός καιρός που δεν μπορούσε να στεριώσει σε σχέση. Που ένιωθε ότι πνιγόταν στην προοπτική οποιασδήποτε σοβαρής δέσμευσης, που έμενε ανικανοποίητος από την ανθρώπινη διεπαφή - όχι την σεξουαλική, αλλά την διαδραστική. Δεν ήξερε και ο ίδιος γιατί αισθανόταν έτσι... και το αίσθημα αυτό επεκτεινόταν και στις υπόλοιπες πτυχές της ζωής του. Το διάβασμα για τα τελευταία επί πτυχίω μαθήματα που του είχαν μείνει - τελείωνε Ψυχολογία στο Α.Π.Θ. -, το έκανε με βαριά καρδιά. Την εξεταστική την ένιωσε σαν βαρίδι. Οι ασχολίες του, τα hobbies του, του φαίνονταν κενά και χωρίς νόημα. Η δουλειά του στο net cafe, ανιαρή και σκότωμα χρόνου. Οι βόλτες και οι έξοδοι με τους φίλους του, ακόμα και τους πιο παλιούς και αγαπημένους, επαναλαμβανόμενες και βαρετές. Οι κουβέντες που αντάλλαζε με τους γονείς του, όποτε περνούσε από το σπίτι τους στην Νεάπολη, τυπικές και χλιαρές.
Το ήξερε, το ένιωθε, πως το φταίξιμο ήταν όλο δικό του. Δεν ήταν δυνατόν να είχαν πρόβλημα οι πάντες και τα πάντα γύρω του. Μάλλον αυτός είχε το πρόβλημα και αντιμετώπιζε τις καταστάσεις στην ζωή του βλέποντάς τις υπό ένα στραβό πρίσμα. Κάπου, κάποτε, είχε διαβάσει πως αυτά ήταν τα πρώτα σημάδια της κατάθλιψης. "Λες;" μονολόγησε, και την ίδια στιγμή χαμογέλασε πικρά. Αυτό μας έλειπε, αναλογίστηκε. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εγώ έχω το θράσος να παθαίνω κατάθλιψη; Λεωνίδα, σύνελθε. Παράτα τα περί κατάθλιψης και τις παρόμοιες μαλακίες. Απλά περνάς μια περίεργη φάση... που ξέρεις, μπορεί και να'ναι σημαδιακό. Ίσως περιμένεις κάτι, μια αλλαγή στην ζωή σου, κάτι, κάτι, κάτι...
Χαμένος καθώς ήταν στην αυτολύπηση και την αυτοεπίπληξή του, μόλις που πρόλαβε να αποφύγει έναν πεζό που διέσχιζε μια διάβαση. Αλαφιασμένος συνειδητοποίησε ότι είχε περάσει με κόκκινο κι ευλογούσε την τύχη του που, αν μη τι άλλο, δεν διέσχιζε καμιά διασταύρωση με κάθετα διερχόμενα οχήματα.
Είχε ήδη ανεβεί προς την Εγνατία αλλά το συνειδητοποιούσε κι ο ίδιος πως ήταν αρκετά θολωμένος για να οδηγήσει. Φαινόταν να παραπαίει κι αυτό τον τρόμαζε. Δεν ήταν το χθεσινοβραδινό μεθύσι - οι όποιες παρενέργειές του είχαν περάσει εδώ και αρκετή ώρα. Όχι, κάτι άλλο δυσκόλευε τις αντιδράσεις του και μείωνε την αντίληψή του. Αποφάσισε να στρίψει στην Εθνικής Αμύνης, να παρκάρει κάπου κοντά στην Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών και να πάρει έναν από εκείνους τους έτοιμους ψευτοκαφέδες από κάποιο περίπτερο. Έπειτα ξεκίνησε περπατώντας για να αράξει στην παραλία, στο πάρκο γύρω από τον Λευκό Πύργο, για να απολαύσει την υπέροχη θέα του λιμανιού και προκειμένου να αναζωογονηθεί από τον ζεστό μαγιάτικο μεσημεριανό ήλιο - ώσπου να νιώσει αρκετά νηφάλιος για να συνεχίσει τον δρόμο του προς τα δυτικά και το σπίτι του.
Η παραλία ήταν, ως συνήθως, γεμάτη από κόσμο. Ζευγαράκια πιασμένα χέρι χέρι, αθλητικοί τύποι που γυμνάζονταν με τζόκινγκ, παρέες που έκαναν την βόλτα τους με το ποδήλατο, άλλοι και άλλες που απλά άραζαν ή κατευθύνονταν προς κάποια καφετέρια, ακόμα κι εκείνοι οι δύσμοιροι φοιτητές με κάτι παράξενα όργανα σαν τηλεσκόπια και κρατούντες μετροταινίες και βέργες, που κάθονταν μέσα στην ζέστη και μετρούσαν, μετρούσαν, μετρούσαν - ένας γνωστός του είχε πει ότι είτε σπούδαζαν Πολιτικοί Μηχανικοί είτε Τοπογράφοι και ότι αυτά ήταν γεωδαιτικά όργανα που χρησιμοποιούσαν για εργασίες τους. Ο Λεωνίδας δεν είχε ιδέα τί στο διάολο σήμαινε "γεωδαιτικό όργανο" αλλά πάντως, και μόνο που έβλεπε τα παιδιά να ξεφυσάνε από την κούραση και τα νεύρα, τα λυπόταν.
Ευγνωμονώντας την τύχη του που ο Θερμαϊκός είχε μόλις πρόσφατα υποστεί βιολογικό καθαρισμό και δεν βρωμοκοπούσε, ο Λεωνίδας περπατούσε στην σκιά του Λευκού Πύργου ψάχνοντας κανένα μέρος της αρεσκείας του για να κάτσει. Προχωρώντας, έπεσε η ματιά του σε ένα περίεργο τύπο που καθόταν εκεί κοντά. Κοντοστάθηκε για να τον παρατηρήσει καλύτερα. Στην ηλικία φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερος από τον ίδιο - αυτό το μαρτυρούσε το καθαρό, αρυτίδωτο πρόσωπό του, με το ηλιοκαμένο δέρμα και τα πυκνά, μακριά, σκληρά αλλά καλοφροντισμένα μούσια του τα οποία, όπως και τα μαλλιά του, ήταν καστανόξανθα στο χρώμα της καμένης καραμέλας. Τα χαρακτηριστικά του ήταν όμορφα, αρρενωπά, αλλά και κάπως ξένα και αλλόκοσμα, με ίσια μύτη, ψηλά ζυγωματικά, μυτερό και θεληματικό πηγούνι και σκουρόχρωμα χείλη. Το χτένισμά του ήταν περίπλοκο και περίτεχνο - τα μαλλιά του ήταν ελαφρώς σπαστά, μακριά και πιασμένα με χαμηλό κότσο, εν τούτοις όμως στις άκρες του μετώπου του και γύρω από τα αυτιά του είχε κάτι μικρές και σφιχτές τζίβες, διακοσμημένες με μεταλλικά πρόσθετα. Στα αυτιά είχε τόσους πολλούς κρίκους που ο Λεωνίδας απόρησε πώς δεν τον πονούσαν με το βάρος τους.
Το ντύσιμό του ήταν απλό, λιτό κι εμφανώς ταλαιπωρημένο. Φορούσε μια απλή σκουροπράσινη μακό κοντομάνικη μπλούζα με μεγάλη λαιμουδιά, που άφηνε να διαφανεί το καλογυμνασμένο του στήθος  και τα γραμμομένα του μπράτσα, ένα πολυφορεμένο και σκισμένο σε αρκετές μεριές τζιν και ένα ζευγάρι πάνινα αθλητικά παπούτσια που φαίνονταν πως είχαν καταπιεί πολλά χιλιόμετρα. Το ντύσιμό του πρόδιδε κάποιον που είχε περιπλανηθεί πολύ και αμέσως ο Λεωνίδας σκέφτηκε πως ίσως ήταν ένας από εκείνους τους ρομαντικούς παλαβιάρηδες βορειοευρωπαίους που γυρνούσαν όλον τον κόσμο με τα πόδια, μαζεύοντας λεφτά από υπαίθρια events και συναυλίες και κοιμώμενοι όπου βρουν. Αλλά αυτοί είχαν ένα γενικά πολυκαιρισμένο παρουσιαστικό - ενώ εκείνος εκεί, αν εξαιρούσε κανείς τα ρούχα του, φαινόταν φροντισμένος και ανανεωμένος, σαν ηθοποιός που μόλις είχε φωτογραφηθεί για αφίσα ταινίας.
Όλη αυτήν την ώρα ο Λεωνίδας τον κοιτούσε απορροφημένος και αρκετά ενοχλητικά. Εκείνος όμως δεν τον είχε αντιληφθεί, καθώς ήταν απασχολημένος με το να βγάλει μια κιθάρα από μια ακουμπισμένη δίπλα του θήκη και να την κουρδίσει. Με το που τέντωσε όμως και την τελευταία χορδή, γύρισε απότομα και τον κοίταξε. Και ήταν το βλέμμα του τόσο έντονο, τόσο γεμάτο δύναμη, που ο Λεωνίδας αθέλητα πισωπάτησε. Τα μάτια του ήταν μελιά στο χρώμα του κεχριμπαριού, μεγάλα, βαθιά, γεμάτα. Αν και ποτέ δεν πρόσεχε τέτοιες λεπτομέρειες - ούτε καν στις γυναίκες, πόσο μάλλον σε άντρες! - ο Λεωνίδας ένιωσε, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, ότι αυτά τα μάτια είχαν δει πάρα πολλά. Περισσότερα από όσα θα μπορούσε να δει σε μια ζωή ένας άνθρωπος. Ήταν μάτια που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο νεανικό παρουσιαστικό του, πλήρη από σεβάσμια σοφία, εμπειρία, γνώσεις και έκρυβαν ανεξιχνίαστα αποθέματα από κάθε είδους συναίσθημα - χαρά, λύπη, συμπόνοια, μίσος, οργή.
Έχοντας χαθεί μέσα στο μαγνητικό εκείνο βλέμμα, μόλις που άκουσε τον αινιγματικό άγνωστο να τον καλεί. "Έλα. Άμα θες, έλα κάτσε δίπλα μου." Η ζεστή, βαθιά, πλούσια σε συχνότητες φωνή του ξύπνησε τον Λεωνίδα από τον λήθαργό του. "Εεεεε... ναι. Να έρθω. Ναι, γιατί όχι;" απάντησε ο νεαρός, προσπαθώντας να μην φαίνεται σαν κανένα σαστισμένο πεντάχρονο. Αλλά στον δρόμο του προς το φαρδύ πέτρινο παγκάκι όπου καθόταν ακίνητος ο παράξενος ξένος, στραβοπάτησε κι αισθάνθηκε ακόμα πιο ηλίθιος. Όταν επιτέλους κατάφερε να καθίσει γύρισε και κοίταξε δίπλα του τον κιθαρίστα. Εκείνος χαμογελούσε, χωρίς κακεντρέχεια αλλά μάλλον με συγκατάβαση και συμπάθεια. "Εχμ - μ. Πριν, εεεε... σε παρατηρούσα που κούρδιζες την κιθάρα σου" είπε ο Λεωνίδας, θέλοντας κάπως να δικαιολογηθεί που καθόταν σαν το ξόανο και κοιτούσε τον άγνωστο άνθρωπο λες και ήταν έκθεμα σε ζωολογικό κήπο. "Αλήθεια!" απάντησε ο άγνωστος. Από κοντά το βλέμμα του ήταν ακόμα πιο έντονο αλλά παραδόξως ο Λεωνίδας τώρα το άντεχε παραπάνω, λες και είχε συνηθίσει στην περίεργη επίδρασή του. "Είσαι κι εσύ μουσικός; Παίζεις κάποιο όργανο;" ρώτησε με ενδιαφέρον. "Εγώ; Μπααα. Δεν το έχω ψάξει πολύ με την μουσική. Ούτε προτιμάω κάποιο συγκεκριμένο είδος, ακούω ό,τι παίξει το ραδιόφωνο. Αλλά με ευχαριστεί να κάθομαι σε παρέες που κάποιος παίζει κιθαρίτσα ή μπουζουκάκι ή κάτι άλλο" αποκρίθηκε ο Λεωνίδας, ο οποίος είχε στο μεταξύ και τελείως ασυναίσθητα πιει μονορούφι το ρόφημά του. "Τότε, δεν θα έχεις αντίρρηση να παίξω ένα κομμάτι κι εγώ" είπε ο μουσάτος, συμπληρώνοντας "εσύ θα μου δώσεις να καταλάβω ποιό." Όταν όμως ο Λεωνίδας άρχισε να του προτείνει καναδυό κομμάτια, ο οργανοπαίχτης τον διέκοψε λέγοντας "όχι, όχι. Δεν εννοώ αυτό. Θέλω να μου δώσεις ένα θέμα για να παίξω. Κάποια δυνατή ανάμνηση, ένα έντονο συναίσθημα, μια επίμονη σκέψη." Κι ενώ ο Λεωνίδας άρχισε να σκέφτεται ότι ο τύπος ήταν μάλλον λιγάκι παλαβός, θυμήθηκε εκ παραδρομής το πρωινό σεξ με την όμορφη Στέλλα. "Θαυμάσια!" αναφώνησε ο ξένος. "Η σεξουαλική ένωση! Συνηθισμένο, αλλά πάντα από τα καλύτερα θέματα. Ωραία λοιπόν. Ετοιμάσου."
Και τότε ο κιθαρίστας έπαιξε.
Στην στιγμή ο Λεωνίδας άρχισε να στροβιλίζεται, να υψώνεται, να πετάει προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση. Ήταν ολόγυμνος και γύρω του δεν υπήρχε τίποτα, παρά μια αστραφτερή λευκόχρυση δίνη που τον παρέσερνε. Πίσω και ανάμεσα από τις πτυχές της δεν ξεχώριζε κανένα αντικείμενο, παρά μόνο υπήρχε ένα εκτυφλωτικό φως, λες και βρισκόταν στην επιφάνεια του 'Ηλιου. Ήταν τόσο τρομαγμένος και σοκαρισμένος που άρχισε να ουρλιάζει, αν και ήταν σίγουρος πως κανείς δεν θα τον άκουγε.
Ξαφνικά όμως η πορεία του ανακόπηκε και βρέθηκε ξαπλωμένος πάνω σε μια απροσδιόριστη λευκή ύλη, απαλή και άνετη. Λίγες στιγμές μετά συνειδητοποίησε πως ήταν πάνω σε ένα στρώμα. Ένα στρώμα τεράστιο, μεγάλο σαν γήπεδο, σκεπασμένο με ουρανό και στην μέση μιας παραλίας, τόσο κοντά στην θάλασσα που τα κύματα έσκαζαν στις παρυφές του. Αλλά δεν ήταν μόνος. Πάνω στο στρώμα, γύρω από το στρώμα κι ερχόμενες προς το στρώμα υπήρχαν αμέτρητες ολόγυμνες καλλονές. Ο Λεωνίδας είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, όταν με ορισμένες ματιές αντιλήφθηκε το αδιανόητο. Ανάμεσα στις καλλονές υπήρχαν παλιές του αγάπες, γνωστές, φίλες, κορίτσια που είχε προσέξει στον δρόμο, αλλά και μοντέλα, τραγουδίστριες, pornstars... ναι, το είχε καταλάβει. Οι αμέτρητες αυτές θηλυκές υπάρξεις ήταν μία προς μία όλες οι γυναίκες με τις οποίες είχε ποτέ κάνει σεξ, είχε ερωτευθεί ή είχε φαντασιωθεί. Τον κοίταζαν όλες με απροσμέτρητο πόθο, έτοιμες να τον ξετινάξουν. Και μόλις η ταχύτατή του στύση έκανε την εμφάνισή της, του όρμηξαν.
Ήταν λες και το Σύμπαν είχε σκιστεί στα δύο. Ό,τι είχε ποτέ φαντασιωθεί, ό,τι τον άναβε, ό,τι πρόστυχο και ανώμαλο του ερχόταν ή του είχε ποτέ έρθει στο μυαλό, το έκανε. Με όλες και ταυτόχρονα. Ήταν ένας με κάθε γυναικείο κορμί κολλημένο με το δικό του, αλλά την ίδια στιγμή χωρισμένος σε μύρια κομμάτια, μύριους εαυτούς και χαιρόταν την καθεμιά ξεχωριστά. Πρωταγωνιστούσε σε ένα όργιο αποκλειστικά για τον εαυτό του. Οι οργασμοί που είχε ήταν συνεχείς και διαδοχικοί, ο ένας μετά τον άλλον, ασταμάτητοι, χωρίς να χάνει την στύση του, και όσο πήγαιναν και αυξάνονταν σε διάρκεια κι ένταση. Ολόγυρα ακούγονταν εκκωφαντικά αναστεναγμοί ηδονής, οργασμικές κραυγές και προστυχόλογα από τις αμέτρητες γυναίκες που βρίσκονταν εκεί μόνο για αυτόν, για κάθε του βίτσιο, για κάθε του χατήρι.
Όλο αυτό κράτησε μια στιγμή, μια ζωή, μια αιωνιότητα. Ξαφνικά όμως, σκοτάδι σκέπασε τα μάτια του, η αίσθηση του στρώματος, των γυναικείων κορμιών και της ολοκλήρωσης χάθηκαν, οι φωνές σίγησαν και μια αίσθηση σαν παγωμένο νερό κατέβηκε από τους κροτάφους στον αυχένα κι έπειτα στην σπονδυλική του στήλη. Βρέθηκε πάλι να πετάει, να στροβιλίζεται, να χάνεται. Και με το που επανήλθε η όρασή του, είδε πως βρισκόταν ξανά στο παγκάκι στην σκιά του Λευκού Πύργου, να κοιτάζει τον αινιγματικό ξένο με το ακόμα πιο αινιγματικό χαμόγελο.
Άφησε μια κραυγή και πετάχτηκε από το παγκάκι, εκσφενδονίζοντας ασυναίσθητα το άδειο κουτάκι από το ρόφημά του. Τον είχε λούσει ιδρώτας, έτρεμε κι ένιωθε πως τα γόνατά του δεν τον βαστούσαν. "Τι... τι... αυτό..." τραύλισε και κοίταξε γύρω του, για να σιγουρευτεί ότι δεν βρισκόταν ακόμα καταμεσής του τεράστιου στρώματος, παρέα με όλες τις γυναίκες που είχε ποτέ ποθήσει. "Μην ψάχνεις αυτό που είδες κι έζησες" είπε ο άγνωστος. "Το έζησες μόνο εσύ... και, όσο κι αν σου φάνηκε ότι διήρκεσε, στην πραγματικότητα κράτησε όσο χρόνο χρειάστηκε και ο άνεμος για να σβήσει τον ήχο της συγχορδίας μου" συνέχισε, και η βαθιά του φωνή είχε μια περίεργα κατευναστική επίδραση στην υστερία που είχε πιάσει τον Λεωνίδα. Ηρεμώντας, συμμάζεψε τα θρυμματισμένα κομμάτια της λογικής του και κατάφερε να ψελλίσει "εσύ.. εσύ... Ποιός είσαι;"
Ο ξένος πήρε μια ανεξιχνίαστη έκφραση. "Είμαι αυτός που είμαι. Δεν έχω όνομα, γιατί το όνομα χρησιμεύει για να ξεχωρίσει ένα άτομο από το σύνολο των ομοίων του υπάρξεων. Ενώ εγώ... είμαι μοναδικός." Βλέποντας ότι ο Λεωνίδας δεν καταλάβαινε τίποτα, συνέχισε "εν τούτοις, και πιο πολύ για την ψυχική ηρεμία των ανθρώπων, έχω γίνει γνωστός με διάφορες ονομασίες. Στην Μεσοποταμία με λέγανε Νάμπου. Στην Βαβυλώνα με φώναζαν Ενλίλ. Στην Αίγυπτο, Αθώρ. Στην Ελλάδα, Απόλλωνα..." "Σταμάτα!" τον διέκοψε απότομα ο Λεωνίδας, που είχε πλέον πειστεί ότι ο ξένος ήταν θεότρελος και ότι παράσερνε και τον ίδιο στην τρέλα του. "Τι μου λες τώρα; Ότι είσαι κάποιος θεός;" Ο ξένος φάνηκε για πρώτη φορά απηυδησμένος. "Να, για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν επέμεινα στο να ονοματίσω τον εαυτό μου. Εσείς οι άνθρωποι έχετε την κακή συνήθεια να εγκολπίζετε σε στεγανά κατώτερης αντίληψης ό,τι ξεφεύγει από τα όρια και τις δυνατότητές σας - πράγμα που σας εμποδίζει να διευρύνετε τους νοητικούς σας ορίζοντες ώστε να συμπεριλάβετε την νέα υπερβατική γνώση που σας προσφέρεται. Τι να πω... περίμενα ότι μετά από τόσες χιλιάδες δικά σας ηλιακά χρόνια θα είχατε προοδεύσει ως φυλή σε κάποια πράγματα." Ο Λεωνίδας τα είχε πλήρως χαμένα. "Τί είναι αυτά που λες; Τι διάολο, πρώτα μου μιλάς λες και υπήρξες κάποιος αρχαίος θεός και ύστερα νιώθω ότι συζητάω με τον Ε.Τ. Εγώ, το μόνο που καταλαβαίνω και βλέπω, είναι ένας περίεργος τύπος, που καθώς έπαιξε την κιθάρα του είδα μια παραίσθηση. Αυτό πώς το έκανες;" Το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. "Αχά! Επιτέλους, κάτι αρχίζεις και πιάνεις! Η εμπειρία, φίλε μου. Η εμπειρία είναι η μόνη πραγματική γνώση. Για όλα τα υπόλοιπα, υπάρχουν μόνο υποθέσεις, παρατηρήσεις, σκέψεις και θεωρίες. Καλά είναι και αυτά, αλλά λειτουργούν μόνο σαν υποκατάστατα της πραγματικότητας... μέχρι να φτάσει κάποιος στο κατάλληλο νοητικό επίπεδο ώστε τα υποκατάστατα να αντικατασταθούν με πραγματικά συναισθητικά γεγονότα... με άλλα λόγια, νέες εμπειρίες." Σταμάτησε για να διαπιστώσει την εντύπωση που έκαναν τα λόγια του και, βλέποντας πως ο Λεωνιδας είχε μείνει άφωνος, συνέχισε "υπάρχει μια υπερκόσμια αλήθεια. Τα πάντα είναι Μουσική. Ακόμα και όσα δεν συλλαμβάνονται από την αίσθηση που εσείς οι άνθρωποι ονομάζετε ακοή. Η Μουσική, όπως και τα παιδιά της, ο Ρυθμός, η Αρμονία, η Δυσαρμονία, η Σύνθεση και τόσα άλλα, είναι οι κινητήριες δυνάμεις του Είναι. Αποτελούν τον Ιστό των Συμπάντων, το Πλέγμα των Διαστάσεων, την συνέχεια της ασυνέχειας, την πληρότητα του κενού. Είναι η ύλη, η ενέργεια, η δομή και η αποδόμηση. Όλα έχουν την δικιά τους μουσική. Και η Μουσική βρίσκει την καλύτερή της έκφραση, το ευρύτερο ηχοχρωματικό της πεδίο, στην σπανιότερη και συνάμα πολυτιμότερη πτυχή του Είναι. Την Νόηση."
Ο Λεωνίδας είχε ζαλιστεί από το λογύδριο του μουσάτου. Η κάτι παραπάνω από στοιχειώδης καλλιέργεια και μελέτη που είχε κάνει περί τελεολογικών και άλλων θεωρειών και φιλοσοφημάτων του επέτρεψε να αντιληφθεί πάνω σε ποιό πλαίσιο μιλούσε ο ξένος, αλλά και πάλι, η όλη εμπειρία του φαινόταν εξωπραγματική. Αλλά αν και ο ορθολογισμός του, του έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου και του επίτασσε να την κάνει όπως όπως και να πάει κάπου ήσυχα για να ξεράσει, μήπως και τον πείραξε άσχημα αυτή η αηδία που είχε πιει μονοκοπανιά, η αίσθηση της περιπέτειας και της περιέργειας που είχε από μικρός, όταν είχε πρωτοαρχίσει να εξερευνά με την τσακαλοπαρέα του τα πάρκα της Πολίχνης μήπως και ανακαλύψει κανένα αιμοδιψές τέρας, επικράτησε πάνω του. Και αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του παράξενου αγνώστου. "Έστω" είπε, φανερά πιο ήρεμος. "Δεν καταλαβαίνω ακριβώς ποιός ή τι είσαι. Αλλά ας δεχτώ ότι είσαι πράγματι αυτός που λες. Τι ήρθες να κάνεις εδώ; Γιατί είσαι άντρας και όχι γυναίκα; Κι εγώ τί ρόλο βαράω; Και μην ξεχάσουμε ότι, πέρα από ό,τι είπες, εγώ και πάλι θα πρέπει να σε φωνάζω με κάποιο όνομα." Ο ξένος έδειχνε να το διασκεδάζει. "Εντάξει λοιπόν... άμα είναι τόσο σημαντικό για εσένα, μπορείς να με λες Τζέρι. Έτσι με είχε φωνάξει μια μισομεθυσμένη κοπέλα που με είχε δει κάποτε στο Manhattan, όταν έπαιξα για αυτήν μια συγχορδία, στην εμπειρία της οποίας ήταν λεπτή σαν σκελετός - και το χαιρόταν όσο τίποτε άλλο. Τί να πω... ίσως της θύμιζα κάποιον. Το όνομα πάντως μου φάνηκε διασκεδαστικό. Κατά τα άλλα, το ότι είμαι άντρας είναι τυχαίο. Επέλεξα να φαίνομαι όπως φαίνομαι καθαρά με βάση την διάθεσή μου. Άλλωστε στο ανθρώπινο παρελθόν και όσο είχα μείνει στην Γη, υπήρξα και γυναίκα. Θυμάμαι κάποτε..." "Καλά, καλά", είπε ο Λεωνίδας. "Δεν μου απάντησες όμως στο σημαντικότερο. Τί δουλειά έχεις εδώ και τί σχέση έχει με εμένα. Α, και κάτι άλλο! Πώς στο καλό διάβασες την σκέψη μου! Το κάνεις και τώρα, ενόσω μιλάμε;" "Λεωνίδα, φίλε μου" είπε ο ξένος και άφησε σέκο τον Λεωνίδα, που δεν του είχε πει το όνομά του, "δεν με έστειλε κάποιος ούτε είμαι αντιπρόσωπος κάποιας εξωγήινης φυλής, αν αυτό σκέφτεσαι - παρεμπιπτόντως, εξωγήινες φυλές που αλωνίζουν το δικό σας Σύμπαν προς εύρεση άλλων νοημόνων φυλών δεν έχουν ακόμα επισκεφτεί την Γη, αλλά να τις αναμένετε οσονούπω. Ούτε είμαι εδώ για κάποιον άλλο λόγο πέρα από το ότι είμαι πράγματι εδώ. Η αιτιότητα του γεγονότος καθορίζεται από το γεγονός της αιτιότητας. Ομοίως βρίσκεσαι κι εσύ εδώ, μαζί μου και μου μιλάς, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσες να βρίσκεσαι αλλού. Δεν είναι θέμα μοίρας ή κάτι άλλο - το από πριν προαποφασισμένο και προκαθορισμένο από κάποια απροσδιόριστη αρχή γεγονός είναι μια ανοησία και μισή, ένα λογικό σφάλμα, μια φρούδα ψευτοελπίδα που είναι αποκλειστικό δημιούργημα της ανθρώπινης φυλής. Εσύ δημιούργησες μόνος σου το γεγονός και την αιτιότητα - παιδιά της Μουσικής και τα δύο - και πράγματι, να'σαι." Οι νοητικές ακροβασίες του Τζέρι άρχισαν να προκαλούν πονοκέφαλο στον Λεωνίδα. Ο μουσικός το κατάλαβε και άλλαξε ύφος, λέγοντας "φτάνουν όμως αυτά. Με ρώτησες αν διαβάζω τις σκέψεις σου. Αυτό δεν γίνεται. Μια διάνοια, είτε μοναχική είτε ως μέλος μιας συλλογικότητας, είναι απόλυτα αυτόνομη και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να την σκαλίζει - χωρίς την άδεια της, έστω. Έτσι και πριν, αντιλήφθηκα την σκέψη σου μόνο επειδή μου το επέτρεψες... πράγμα που μπορείς να το ξανακάνεις, αν θες να παίξω κάτι άλλο για εσένα".
Ο Λεωνίδας τρέναρε το μυαλό του, όταν πρόσεξε με την άκρη του ματιού του ένα περιστεράκι που φτερούγισε εκεί κοντά. Αυθόρμητα σκέφτηκε ότι πετάει.
Και πράγματι, πέταξε.
Τα μάτια του δάκρυζαν από την ταχύτητα και το ψύχος που θα έπρεπε να του ταλαιπωρεί τα πνευμόνια το αισθανόταν σαν δροσιά. Ήταν και πάλι γυμνός και είτε άπλωνε τα χέρια και τα πόδια του είτε τα κρατούσε σφιχτά κολλημένα σον κορμό του, δεν είχε καμιά επίπτωση στην ταχύτητά του. Από κάτω του, σύννεφα. Πυκνά, ολόλευκα, χρυσαφιά, ροδοκόκκινα, πορτοκαλί, μπλε. Ολόγυρά του, ένας βαθυγάλαζος ουρανός και στα αριστερά του ένας τεράστιος Ήλιος, που δέσποζε στο στερέωμα σαν τρομερός και πανίσχυρος αυτοκράτορας. Απότομα, έκανε μια βουτιά, τρύπησε τα απαλά νέφη και βρέθηκε ξάφνου μέσα σε μια βρώμικη θολούρα. Μια θολούρα που παραμόρφωνε την όρασή του, που ενοχλούσε με την δυσωδία της την ευαίσθητη μύτη του, που την ένιωθε να κολλάει πάνω στο δέρμα του σαν άπλυτο ρούχο. Χαμήλωσε λίγο πιο πολύ, ξεφεύγοντας από την βρωμιά, όταν το τοπίο από κάτω του φάνηκε γνωστό. Και πράγματι, κατάλαβε πού ήταν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. Βρισκόταν πάνω από την Θεσσαλονίκη.
Να ο Λευκός Πύργος, το Μακεδονία Palace, ο Ναυτικός Όμιλος. Στα αριστερά και αρκετά πιο μακριά το Δημαρχείο - του φαινόταν ακόμα πιο εκτρωματικά τυχαίο από ψηλά - και το Βυζαντινό Μουσείο. Έστριψε, οδεύοντας προς τα βόρεια. Είδε την Αγίου Δημητρίου, το Καυταντζόγλειο, την Τριανδρία και τα σύνορα της Άνω Τούμπας. Πέρασε από τα πρώην αναδασωμένα κατώτερα όρια του Σέιχ Σου και κατευθύνθηκε προς τον Χορτιάτη. Κάτω του οι άνθρωποι μυρμήγκιαζαν και χαμηλώνοντας ακόμα περισσότερο είδε πως πολλοί φώναζαν κι έδειχναν σαστισμένοι και τρομαγμένοι προς το μέρος του.
Ήταν η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας. Τίποτα δεν τον περιόριζε, δεν τον ισοπέδωνε, δεν τον αιχμαλώτιζε. Η πληρότητα, η συγκίνηση και η ανάταση που ένιωθε ήταν συγκλονιστικές. Μα πριν προλάβει να ξεχάσει την ανθρώπινη και φυσιολογικά γαντζωμένη στο έδαφος υπόστασή του, πριν παραδοθεί τελείως στο χάδι του αγέρα, πριν απολαύσει ένα τρυφηλό και νωχελικό ξάπλωμα σε κάποιο σγουρό συννεφάκι, η αίσθηση της παγωνιάς που είχε ξανανιώσει ξεχύθηκε πάλι στο ανώτερο νευρικό του σύστημα. Και βρέθηκε πάλι να κάθεται δίπλα στον Τζέρι.
Αυτήν την φορά αισθάνθηκε πιο ήπια την μετάβασή του στην πραγματικότητα - ίσως ήταν και περισσότερο προετοιμασμένος για αυτό. "Ήταν απίθανο!" αναφώνησε ενθουσιασμένος. Ο Τζέρι χασκογέλασε. "Ω ναι, φαίνεται πως σου άρεσε πολύ. Εμπρός, σκέψου και κάτι άλλο. Ό,τι θες." Ο Λεωνίδας σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί αυτήν την ανέλπιστη ευκαιρία και στρώθηκε να σκεφτεί ό,τι ανεκπλήρωτο, ανικανοποίητο και υποβόσκον είχε κατά νου. Ανέλπιστα όμως, του ήρθε στο μυαλό ένα ντοκιμαντέρ που είχε δει πρόσφατα και αναφερόταν στο απάνθρωπο έθιμο της κλειτοριδεκτομής στην Σομαλία και άλλες χώρες της Αφρικής. Αυτή του η σκέψη φαίνεται πως ήταν πολύ δυνατότερη από όλες τις άλλες την δεδομένη χρονική στιγμή και κυριάρχησε στο συνειδητό του. Ο Τζέρι τον κοίταξε και είπε "αφού το θέλεις λοιπόν. Αλλά μου φαίνεται πως θα υποφέρεις." Και πριν προλάβει να του πει να σταματήσει, ο κιθαρίστας έπαιξε την συγχορδία του και ο Λεωνίδας παρασύρθηκε σε μια ακόμα δίνη, μόνο που αυτή ήταν σκοτεινή, με ένα αρρωστημένο καφεκόκκινο χρώμα που λες και επιτιθόταν στις κόρες των ματιών και του τις διαπερνούσε σαν πυρωμένη βελόνα. Αγωνιώντας, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του.
Όταν τα ξανάνοιξε, είδε μια αρκετά ψηλή και στρουμπουλή μαύρη γυναίκα σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του, να τον κοιτάει έντονα και να του φωνάζει "Zainab! Zainab! Σύνελθε! Σύνελθε, κορίτσι, τι έπαθες;" Του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν ήταν ελληνική κι όμως την καταλάβαινε. Αλλά προφανώς δεν αναφερόταν στον ίδιο αλλά σε ένα... τι στο διάολο...
Ο Λεωνίδας κοίταξε κάτω και διαπίστωσε με φρίκη πως το σώμα που είχε τα τελευταία 23 χρόνια δεν υπήρχε πια. Το δέρμα του είχε ένα σκούρο σοκολατί χρώμα, τα χέρια και τα πόδια του ήταν μικρά και κοκαλιάρικα και το μικρό του ύψος του έδωσαν να καταλάβει ότι το κορμί του ήταν κορμί παιδιού. Και όχι μόνο αυτό... σηκώνοντας με μια ξαφνική διαίσθηση το μακρύ πολύχρωμο καφτάνι που φορούσε, διεπίστωσε με μια κραυγή πως είχε αιδοίο.
Και τότε ήρθε η συνειδητοποίηση. Συνέδεσε την τωρινή του - της -  κατάσταση με την τελευταία σκέψη που έκανε πριν παίξει ο Τζέρι την αλλόκοσμη συγχορδία του. Είδε ολόγυρά της μαζεμένες γυναίκες, όλες μεγαλύτερες στα χρόνια από αυτήν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο. Οι πιο ηλικιωμένες είχαν στυλωμένο το βλέμμα τους έξω από τα παράθυρα της πλίνθινης τρώγλης μέσα στην οποία βρίσκονταν, με ένα ελαφρό μειδίαμα στα παχιά τους χείλη. Οι υπόλοιπες την κοίταζαν ψυχρά. Ανάμεσά τους ξεχώρισε την μητέρα της, την Deega, τις αδελφές της, την Hibo, την Zahra και την Ge Mo'o, όλες μεγαλύτερες από την ίδια, και αρκετές από τις ξαδέλφες της. Είχαν όλες μαζευτεί εκεί και περίμεναν. Περίμεναν να έρθει η ώρα της Zainab.
Από έξω ερχόταν ένας χαλασμός από ουρλιαχτά, βογγητά και πνιχτά κλάματα. Μόλις αυτά σίγησαν, η Deega γύρισε και της είπε "σειρά σου." Και η Zainab κατάλαβε αμέσως τί ακριβώς θα της έκαναν.
Ευθύς όρμησε προς την πόρτα προσπαθώντας να ξεφύγει αλλά οι ξαδέλφες της, ίσως συνηθισμένες σε τέτοιου είδους αντιδράσεις, ήταν πιο γρήγορες. Μία την έπιασε σφιχτά από την μέση και άλλες δύο από τα πόδια. Η Zainab σκουντούφλησε κι αιχμαλωτίστηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Αν και ήξερε ότι πλέον δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρχισε να στριφογυρίζει, να χτυπιέται, να κλωτσάει, να δαγκώνει και να φωνάζει. Με τίποτα όμως δεν ξέφευγε από την δυνατή λαβή των ευτραφών ξαδελφών της. "Ζιζάνιο ε;" είπε μια γριά στην Deega. "Όπως βλέπεις" είπε εκείνη επιτιμητικά. "Θα της περάσει όμως. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Όλες το κάναμε στα εννιά μας χρόνια ακριβώς" πρόσθεσε, εισπράττοντας τα επιδοκιμαστικά μουρμουρητά των υπολοίπων γυναικών. "Είθε να αντέξει όπως οι τρεις αδελφές της" συμπλήρωσε κοιτάζοντας με περηφάνεια τα υπόλοιπα κορίτσια της και προξενώντας τις ακόμα πιο βίαιες αντιδράσεις της Zainab, που θυμήθηκε ότι στο ντοκιμαντέρ που είχε δει ως Λεωνίδας υπήρχαν και μαρτυρίες συγγενών κοριτσιών που είχαν πεθάνει κατά την διάρκεια της επέμβασης.
Προσπάθησαν να την σύρουν έξω από την καλύβα, μάταια όμως. Έτσι την πήραν σηκωτή. Εκείνη ούρλιαζε τόσο δυνατά που ένιωθε ότι τα πνευμόνια της θα σπάσουν, αλλά του κάκου. Κανείς και καμιά δεν έδινε σημασία ούτε έδειχνε οίκτο. Την μετέφεραν κάτω από τον ζεστό απογευματινό ήλιο, μέσα από κάτι ψηλούς και φουντωτούς θάμνους και κοντά σε μια γριά, που έδειχναν να της φέρονται με μεγάλο σεβασμό κι εκτίμηση. Αυτή εξέταζε το κομμάτι από ξυράφι που κρατούσε και είπε "μπααα. Στόμωσε." Χωρίς άλλη κουβέντα το πέταξε χάμω, έχωσε το χέρι της σε ένα ταγάρι που κρεμόταν από την μέση της κι έβγαλε ένα άλλο ξυράφι. Το κοίταξε καλά καλά, το έφτυσε και το σκούπισε στην ποδιά της. Στην συνέχεια είπε στην Deega "την εμπόδισες να πιεί νερό ή γάλα την προηγούμενη νύχτα; Για να μην χρειαστεί να ουρήσει για μερικές ώρες." "Βεβαίως" είπε η Deega κι έδωσε στην κόρη της να δαγκώσει μια ρίζα δέντρου. Η Zainab την έφτυσε  και βάλθηκε να συνεχίζει το ουρλιαχτό και το κλάμα, αν και εμφανώς καταβεβλημένη και κουρασμένη από τον τόση ώρα απέλπιδο θρήνο της. "Αφού έτσι θέλει..." είπε η ξεδοντιάρα γερόντισσα και της έκλεισε με ένα μαντήλι τα μάτια, δένοντάς το σφιχτά και μπλέκοντας τον κόμπο με τα μαλλιά της. Στην συνέχεια, η μάνα της της έκλεισε το στόμα, δύο χειροδύναμες γυναίκες που κάθονταν παραδίπλα της έπιασαν το στήθος και άλλες δύο της άρπαξαν τα πόδια, ανοίγοντάς τα.
Την επόμενη στιγμή η Zainab ένιωσε να της κόβουν την σάρκα. Τα μάτια της πετάχτηκαν από τις κόγχες τους και η ανάσα της κόπηκε. Ο πόνος ήταν τόσο αφόρητος, τόσο οξύς, τόσο αβάσταχτος που της έφερε εμετό, της παρέλυσε τα γόνατα κι έκανε το κορμάκι της να τραντάζεται ανεξέλεγκτα. Για μερικά φρικιαστικά δευτερόλεπτα, άκουγε τον πνιχτό ήχο της λεπίδας που πριόνιζε πέρα δώθε την μικροσκοπική, κοριτσίστικη κλειτορίδα της, σέρνοντάς την σε ένα μαρτύριο χωρίς νόημα, λογική και ουσία, σε ένα πόνο που εξαπλωνόταν σε όλο της το σώμα σαν να κυλούσε στις φλέβες της όχι αίμα αλλά καυτό μάγμα, σε μια ζωή όπου θα δοκίμαζε αγωνία, δυσκολία και βάσανο κατά την ούρηση και την έμμηνο ρύση της και πλήρη αναισθησία κατά την διάρκεια των σεξουαλικών επαφών της. Με το που τελείωσε η γριά το φριχτό έργο της, η Zainab έκανε ήδη εμετό πάνω της, στα ρούχα της, στα χέρια που την κρατούσαν. Στην συνέχεια της έβγαλαν το μαντήλι και είδε τί της είχαν κάνει. Είδε την αιματοβαμμένη και ακρωτηριασμένη της ήβη, είδε το κατακρεουργημένο της αιδοίο και την έπιασε μια σκοτοδίνη. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις της, πρόλαβε να αντιληφθεί να της δένουν σφιχτά τα πόδια. Ύστερα, σκοτάδι.
Μετά από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, ένιωσε φως να ξεδιαλύνει την όρασή του, ζεστασιά να ανακουφίζει τα μέλη του και μια γλυκιά απουσία πόνου. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και είδε και πάλι μπροστά του τον Τζέρι, να τον κοιτάζει με υγρά μάτια και μια έκφραση σκληρής συμπόνοιας. Αν και ακόμα σοκαρισμένος, αναστέναξε με ανακούφιση και ψηλάψισε το σώμα του. Ναι, ήταν και πάλι ο Λεωνίδας. Ο κορμός του, τα μπράτσα του, τα πόδια του, ήταν όλα δικά του. Με εντεινόμενο άγχος έπιασε και τα αχαμνά του, όπου διαπίστωσε με ευχαρίστηση πως ήταν αντρικά, τα ίδια που ήξερε και είχε από την αυγή της ζωής του - και ήταν στην σωστή τους θέση.
"Τι φρίκη ήταν αυτή" σφύριξε και ο Τζέρι βιάστηκε να πει "πρέπει να προσέχεις τί σκέφτεσαι. Η συναίσθηση που αντιλαμβανόμαστε εγώ και η κιθάρα μου μπορεί να λειτουργήσει καμιά φορά αντίθετα από το αναμενόμενο ή απρόβλεπτα, όπως τώρα, που δεν ήσουν ένας απλός μάρτυρας στον ακρωτηριασμό της Zainab αλλά η ίδια η Zainab." "Ε; Κι εσύ πώς ξέρεις ποιός και τί ήμουν;" βιάστηκε να παρατηρήσει ο νεαρός. Ο Τζέρι απέφυγε να απαντήσει. Αντ' αυτού κάρφωσε το βλέμμα του μέσα στα μάτια του Λεωνίδα. "Οι σκοποί που πρέπει να εξυπηρετηθούν είναι καμιά φορά απροσδόκητοι. Αλλά και η ανάγκη για πραγμάτωση ακατανίκητη." Σταμάτησε και παρατήρησε το μπερδεμένο πρόσωπο του Λεωνίδα. "Ξέρεις, μπορείς να παίξεις κι εσύ αν θέλεις." "Μα δεν ξέρω να παίζω" ανταπάντησε ο Λεωνίδας, που του φάνηκε ύποπτη η παραίνεση του αινιγματικού ξένου. "Κι όμως ξέρεις" είπε ο Τζέρι. "Όλοι ξέρουν" πρόσθεσε και του έδωσε την κιθάρα. Μόλις ο Λεωνίδας την πήρε στα χέρια του, οι χορδές αναδεύτηκαν, ταλαντώθηκαν κι έγιναν καπνός. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του από αυτό το καινούριο θαύμα, άκουσε τον κιθαρίστα να τον συμβουλεύει "βάλε το ένα χέρι σου στην ταστιέρα - τον λαιμό της κιθάρας. Ύστερα, με το άλλο απλώς... παίξε." "Και τι θα συμβεί; Θα νιώσεις εσύ κάτι;" Ο Τζέρι χαμογέλασε, αλλά το πρόσωπό του ήταν άτεγκτο. "Εγώ πάντα νιώθω αυτό που είναι να νιώσω. Είμαι ένα, εγώ και η κιθάρα μου. Δεν είναι αυτή φορέας κάποιας κοσμικότητας, ούτε εγώ κάποιας άλλης, αλλά και οι δύο μαζί. Όμως παίξε." Ο Λεωνίδας βρήκε και πάλι ακαταλαβίστικα τα μυστηριώδη του λόγια, αλλά είχε πάρει την απόφασή του. Έβαλε στην τύχη το αριστερό του χέρι στην άδεια ταστιέρα και με το δεξί έκανε σαν να ρίχνει μια πενιά.
Σχεδόν αμέσως ένιωσε μια θανατερή παγωνιά σε όλο του το σώμα, ένα θολό παραπέτασμα να καλύπτει τα μάτια του, τα άκρα του να κοκαλώνουν. Τα πνευμόνια του αγωνιούσαν να πάρουν ανάσα, αλλά το διάφραγμά του δεν ανταποκρινόταν στην αγωνία τους. Η καρδιά του σφίχτηκε. Τινάχτηκε για λίγο, ψυχορράγησε κι έπειτα... τίποτα. Κοίταξε γύρω του και είχε νυχτώσει. Αστέρια δεν έβλεπε εξαιτίας της φωτορύπανσης - η παραλία ήταν κατάφωτη και γεμάτη από κόσμο - αλλά το φεγγάρι ήταν λαμπερό και γεμάτο. Γύρισε και είδε τον Τζέρι να τον κοιτάζει με βλέμμα τόσο έντονο, που ήταν λες και τα μάτια του φώτιζαν σαν φάρος σε κάποιο σκοτεινό λιμάνι. Του έδωσε συγχισμένος την κιθάρα λέγοντας "τι στο καλό ήταν αυτό; Ένιωσα μια απαίσια αίσθηση, σαν... σαν να πνιγόμουν. Και ύστερα, ανοίγω τα μάτια μου και διαπιστώνω πως βράδιασε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο! Τι παιχνίδι παίζεις;" "Δεν ήταν ένα δευτερόλεπτο. Ήταν πράγματι ώρες ολόκληρες. Γιατί η συγχορδία που έπαιξες ήταν τόσο ισχυρή, που ο ήχος της άργησε πολύ να σβήσει." "Μα εγώ δεν κατάλαβα τίποτα. Ούτε που έχω ξαναπιάσει κιθάρα στα χέρια μου! Τι διάολο συγχορδία έπαιξα;" "Δεν κατάλαβες τίποτα γιατί μετά την αρχική αίσθηση του πνιγμού, του παγώματος, βυθίστηκες στην ανυπαρξία. Γιατί αυτή η συγχορδία που έπαιξες ήταν η συγχορδία του θανάτου." "Τ.. του ποιού;" "Του θανάτου" απάντησε ο Τζέρι ψυχρά. "Του δικού σου θανάτου."
Ο Λεωνίδας τινάχτηκε από το παγκάκι και χωρίς ανάσα άρχισε να φεύγει τρέχοντας, δίχως να ρίξει ματιά πίσω του και νιώθοντας το παγωμένο βλέμμα του Τζέρι να του καρφώνει την πλάτη. Ο τρόμος του έτρωγε τα σωθικά και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν να φύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον σατανικό κιθαρίστα, που τον πότισε με ψευδαισθήσεις, τον νάρκωσε με οράματα κι έπειτα τον παρέσυρε στην παγίδα του. Μια παγίδα και μια τιμωρία που δεν ήξερε γιατί τα άξιζε. Η λογική του, το εύθραυστο οικοδόμημα του κόσμου του και ο τόσο πολύτιμος ορθολογισμός του τον είχαν εγκαταλείψει. Μετά από όσα είχε δει, από όσα είχε νιώσει και ζήσει, ήταν έτοιμος να πιστέψει τα πάντα. Δεν ήξερε αν ο θάνατος που είχε βιώσει για λίγο, υπό την απόκοσμη επίδραση της κιθάρας, θα τον έβρισκε σε μερικά λεπτά, σε μια εβδομάδα ή σε εβδομήντα χρόνια. Ήξερε απλά ότι το ένστικτο της επιβίωσής του ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του, λέγοντάς του μία και μόνη λέξη: φύγε.
Στην τσέπη του, το κινητό του χτυπούσε - και μάλιστα εδώ και αρκετή ώρα. Ποιός ξέρει πόσες κλήσεις και από ποιόν έγιναν καθ'όλη την διάρκεια της ημέρας. Αλλά αυτό λίγο τον ενδιέφερε. Έχοντας αποσυνδέσει το μυαλό από το σώμα του όρμησε χωρίς να σκεφτεί για να διασχίσει τρέχοντας την Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου. Άκουσε μια κόρνα, ένα ανατριχιαστικό στρίγκλισμα φρένων και μέσα σε μια απειροελάχιστη στιγμή κατάλαβε τί είχε κάνει. Σήκωσε ασυναίσθητα τα χέρια του για να προστατευτεί κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια του.
Όταν τα ξανάνοιξε είδε έκπληκτος ότι το αμάξι που θα τον σκότωνε ακαριαία είχε σταματήσει. Όχι, δεν είχε σταματήσει. Είχε παγώσει. Τα πάντα γύρω του είχαν παγώσει, λες και κάποιος είχε πατήσει το pause σε ένα υπερκόσμιο τηλεχειριστήριο. Οι πεζοί είχαν μείνει μετέωροι πάνω στα βήματά τους, τα πουλιά κρεμόντουσαν άτονα στον αέρα, τα μικροσκουπίδια που είχε παρασύρει ο άνεμος ακίνητα στην πορεία τους, τα αυτοκίνητα κοκαλωμένα πάνω στις ρόδες τους, η έκφραση του οδηγού του μοιραίου αμαξιού παγωμένη μέσα στο σάστισμά της.
Ο Λεωνίδας ένιωθε να τον εγκαταλείπουν οριστικά τα λογικά του. Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσε μια βαθιά και ζεστή φωνή από πίσω του να λέει "ξέρεις, πρέπει να απολογηθώ." Γύρισε και είδε τον Τζέρι. Τρελός από λύσσα όρμησε καταπάνω του, για να τον χτυπήσει, να τον γρονθοκοπήσει, να τον πνίξει, να του κάνει κάτι τέλος πάντων που θα εκτόνωνε το μίσος του. Αλλά όσο και να έτρεχε, ο Τζέρι δεν πλησίαζε. Κοίταξε τα πόδια του και είδε ότι ναι μεν έτρεχε, αλλά δεν είχε σαλέψει ούτε χιλιοστό από το σημείο που βρισκόταν. Αποκαμωμένος, σταμάτησε. "Μπάσταρδε! Πουτάνας γιε!" ούρλιαξε ασθμαίνοντας. "Γιατί με παγίδεψες έτσι; Ε; Γιατί ρε μουνόπανο; Τί σου έκανα; Τί σου έφταιξα;" έκραξε με απόγνωση, βρίσκοντας μια στιγμιαία ανακούφιση στις βρισιές που εκτόξευε. Ο Τζέρι πάντως παρέμεινε μειλίχιος. "Όπως είπα, πρέπει να απολογηθώ. Είναι αλήθεια ότι σου έστησα μια παγίδα. Αλλά είσαι εσύ που έπεσες μέσα σε αυτήν. Εσύ, που ήθελες άπληστα να δοκιμάσεις όλους τους πειρασμούς της Μουσικής. Εσύ, που οδήγησες τον εαυτό σου σε αυτήν την κατάσταση. Και όλα άρχισαν από την στιγμή που δέχτηκες την πρόσκλησή μου." Ο Λεωνίδας ωρυόταν. "Μα γιατί; Γιατί εγώ;" Ο Τζέρι προχώρησε ένα βήμα και είπε "δεν υπάρχει γιατί. Η αιτιότητα του γεγονότος είναι, όπως σου είπα, το ίδιο το γεγονός. Είσαι εσύ γιατί δεν θα μπορούσε να είναι κανείς άλλος. Για αμέτρητες ζωές ανθρώπων τριγυρνώ στους κόσμους, γνωρίζοντας όλα τα όντα, λογικά και μη, και μελετώ την αντίληψή τους πάνω στην Μουσική - παρακολουθώντας την αλληλεπίδρασή τους πάνω στην διακύμανσή Της... και παράλληλα νιώθοντάς την κι εγώ μαζί τους. Γιατί εγώ από μόνος μου δεν νιώθω τίποτα.  Είμαι απλά ένας παρατηρητής, ένας δίαυλος, ένας συλλέκτης εμπειριών, ένα δοχείο που δεν είναι άδειο και που παρ'όλ'αυτά δεν γεμίζει ποτέ. Υπηρετώ την Μουσική και αυτή υπηρετεί τον Εαυτό της μέσα από εμένα. Γιατί εγώ είμαι μόνο μια έκφανση της Μουσικής, τόσο παλιός όσο κι εκείνη και όμως μόνο ένα μέρος της, ένα από τα παιδιά της. Εγώ, είμαι η Συγκίνηση." Φτάνοντας πάνω από τον Λεωνίδα που τώρα είχε γονατίσει και κλαψούριζε σιγανά, του χάιδεψε το κεφάλι και συνέχισε "όμως κουράστηκα. Για πρώτη φορά από την αρχή της Συνειδητότητας ένιωσα να λυγίζω από το βάρος της ύπαρξής μου. Και για πρώτη φορά ζήλεψα ένα τετελεσμένο ον. Είστε πολύ ενδιαφέρουσα ράτσα εσείς οι άνθρωποι. Ατελέστατοι, περιορισμένης αντίληψης κι ευφυίας αλλά πολυπλοκότατοι στις συναισθηματικές σας επιπλοκές. Έχετε τεράστια βαρίδια που σας κρατούν πίσω - τον φόβο, το μίσος, την αδικία και την καταπίεση προς την φύση και την ίδια σας την φυλή. Αλλά άμα τα αποδιώξετε, άμα απελευθερωθείτε, μπορείτε να επιτύχετε θαυμαστή εναρμόνιση με την Μουσική, εναρμόνιση που φυλές αφάνταστα πιο εξελιγμένες από εσάς μόλις άρχισαν να ψυχανεμίζονται... κι αυτός είναι ο λόγος που σας διάλεξα." "Μας διάλεξες;" ρώτησε ο Λεωνίδας γευόμενος τα αλμυρά του δάκρυα. "Ναι. Για να πάρει ένας από εσάς την θέση μου."
Ο Λεωνίδας έμεινε με το στόμα ανοιχτό. "Και αυτός ένας... μπορεί να είμαι εγώ;" είπε ανακαθίζοντας. "Μπορεί να είσαι κι εσύ, ναι. Αν το θέλεις." "Αν το θέλω;!" ξέσπασε ο νεαρός. "Ώστε έτσι κάνεις εσύ τις προτάσεις σου; Παρασέρνοντας τους άλλους στον θάνατό τους, βάζοντάς τους το μαχαίρι στον λαιμό; Εκβιάζοντάς τους; Μην αφήνοντάς τους άλλη επιλογή;" "Με παρεξήγησες" απάντησε ήρεμα ο Τζέρι. "Η παγίδα που σου έστησα δεν αποσκοπούσε στον θάνατό σου. Απλά με το που σε είδα κατάλαβα ότι η δεκτικότητά σου στην Ροή της  Μουσικής ήταν ιδιαιτέρως υψηλή. Για αυτό και σε προσκάλεσα κοντά μου. Όλο μου το σχέδιο αποσκοπούσε στο να γοητευτείς από τις συναισθησιακές εμπειρίες της κιθάρας μου, ώστε να δοκιμάσεις να παίξεις μετά κι εσύ. Το τί έπαιξες όμως... αυτό ήταν δικό σου θέμα. Η κιθάρα επέλεξε να εκφράσει το γεγονός που θα πήγαζε από την δράση της ύπαρξής σου. Όχι υπό την μορφή της μοίρας αλλά υπό την μορφή της αιτιότητας." Ο Λεωνίδας τον κοίταξε κατάματα. "Τί μου ζητάς να κάνω;" ρώτησε παραδομένος. "Τίποτα που να μπορείς να το καταλάβεις τώρα" χαμογέλασε ο γιος της Μουσικής συγκαταβατικά. "Κι αν δεν το κάνω;" ρώτησε, αν και ήξερε ήδη την απάντηση. "Αν δεν το κάνεις; Αν δεν το κάνεις... θα γίνει αυτό που καταχρηστικά διέκοψα τώρα. Αυτό που η αιτιότητα της Μουσικής επέλεξε για να συμβεί." Και με αυτά τα λόγια τον τράβηξε και τον σήκωσε από την θέση του. "Έχεις ένα μερόνυχτο για να το σκεφτείς. Αύριο το βράδυ, τέτοια ώρα, θα σε περιμένω εδώ." Ο Λεωνίδας περπάτησε μαζί με τον Τζέρι πάνω στο πεζοδρόμιο. "Κι αν δεν έρθω;" "Ω, θα έρθεις" του έκλεισε το μάτι ο Τζέρι. "Θα έρθεις." Και με το που το είπε αυτό, ο χρόνος ξεπάγωσε, το αμάξι - προς μεγάλη έκπληξη και ανακούφιση του οδηγού - δεν χτύπησε παρά μόνο αέρα και όλα επανήλθαν στους ρυθμούς τους. Ο Τζέρι γύρισε την πλάτη του στον Λεωνίδα κι έφυγε.
Και ο Λεωνίδας το σκέφτηκε. Περιπλανήθηκε χωρίς σκοπό, μόνος, αμίλητος. Δεν ειδοποίησε ούτε την οικογένειά του, ούτε τους φίλους του, ούτε κανέναν. Ποιό θα ήταν άλλωστε το όφελος; Μήπως θα τον πίστευε κανείς; Περπάτησε στους δρόμους της πόλης, πέρασε μέσα από έρημα στενά, υγρά μονοπάτια και σαραβαλιασμένα κτίρια. Έπειτα καβάλησε την μηχανή του, ανέβηκε το Σέιχ Σου και είδε από το παρατηρητήριο την αυγή. Επέστρεψε στο σπίτι του, αποσύνδεσε κι έσβησε όλα του τα τηλέφωνα και βυθίστηκε μέσα στις αναμνήσεις του. Άκουσε ξανά αγαπημένα τραγούδια - όσο κι αν πάντα έλεγε πως δεν έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο -, είδε μία ακόμα φορά και ορισμένες ταινίες που του είχαν αφήσει κάτι. Πέρασε το τελευταίο του - από όποια άποψη - 24ωρο βυθομετρώντας τον εαυτό του, αναλογιζόμενος αυτά που ήταν, αυτά που είναι και αυτά που πιθανώς θα μπορούσε να γίνει. Και όταν διεπίστωσε πως η ώρα ζύγωνε, ντύθηκε απλά και ξεκίνησε για την πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του.
Φτάνοντας είδε τον Τζέρι να τον περιμένει, γρατζουνώντας την κιθάρα του. "Αποφάσισες" είπε ο Τζέρι. "Ναι" απάντησε ο Λεωνίδας. Και χαμογελώντας, συμπλήρωσε "και ξέρεις τί αποφάσισα." "Ω, ναι" απάντησε με ένα δικό του αστραφτερό χαμόγελο ο κιθαρίστας. Κι εκείνη την στιγμή, ο Τζέρι έπαιξε μία συγχορδία κι ένας τρομερός στρόβιλος γύρω τους άλλαξε το σκηνικό, μετακινώντας πράγματα, ανθρώπους και ζώα. Με το που κόπασε, τα πάντα γύρω απόμειναν στατικά, ακίνητα και ο Λεωνίδας έντρομος συνειδητοποίησε πως μεταφέρθηκαν στην χθεσινοβραδινή σκηνή του παρ'ολίγου θανάτου του. Τα πάντα ήταν ίδια, ακόμα και η γεμάτη έκπληξη έκφραση του οδηγού. "Τί είναι αυτά;" φώναξε πισωπατώντας. "Ηρέμησε. Δεν είναι για σένα. Είναι για μένα" είπε ο κιθαρωδός και μετά έδωσε την κιθάρα στα χέρια του Λεωνίδα. Με μιας, οι χορδές της εξαφανίστηκαν και πάλι.
Ο Τζέρι προχώρησε, παίρνοντας την θέση του νεαρού μπροστά από το διερχόμενο αμάξι. "Γιατί το κάνεις αυτό;" ρώτησε ο Λεωνίδας. "Για να διαφυλάξω την Ισορροπία" απάντησε η αποκαθηλωμένη Συγκίνηση. "Εδώ έπρεπε να τελειώσει μια ζωή. Έπρεπε να περάσει στην ανυπαρξία, ώστε άλλες Δυνάμεις του κόσμου να συνεργαστούν με την Μουσική και να προχωρήσουν στην κηδεμονία μιας διάνοιας που θα αναχωρήσει για ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Μην στενοχωριέσαι, φίλε μου. Το θέλω αυτό. Το θέλω όσο τίποτα άλλο. Η ανακούφιση της λησμονιάς, η ευδαιμονία της μη - ύπαρξης, η γεύση της ελευθερίας... ω ναι, πιστεύω ότι μετά από τόσο καιρό μου αξίζουν." Σταμάτησε για να σκουπίσει ένα δάκρυ που κύλισε από το μάτι του. "Όχι πως δεν θα μου λείψουν όλα αυτά... ή ότι αυτό που κάνω έχει ξανασυμβεί σε όλη την μη - γραμμική Ιστορία του Είναι. Αλλά έτσι είμαι εγώ, παρορμητικός. Αλλιώς τι σόι Συγκίνηση θα ήμουν;" Ξερόβηξε και πρόσθεσε "να ξέρεις πως θα μαζέψεις εμπειρίες που ούτε μπορείς τώρα να διανοηθείς." Ο Λεωνίδας βυθίστηκε στην σιωπή για λίγες στιγμές κι έπειτα του είπε "πάντως, Τζέρι... η απόφαση που πήρα δεν είχε καμία σχέση με το γεγονός ότι θα αντιμετώπιζα τον θάνατό μου. Μετά από αυτά που πέρασα... αυτό ήταν το λιγότερο. Δεν φοβόμουν να πεθάνω." "Ε εντάξει, για να πούμε την αλήθεια, ίσως και να φοβόσουν λίγο" απάντησε πονηρά ο Τζέρι και με ένα εγκάρδιο γέλιο έκλεισε το μάτι στον Λεωνίδα. Εκείνος του απάντησε με ένα γέλιο εξίσου πηγαίο και την επόμενη στιγμή η κίνηση του Κόσμου αποκαταστάθηκε. Το αμάξι δεν προσέκρουσε στον Τζέρι, αλλά διήλθε από μέσα του, τον διαπέρασε κι εκείνος διαλύθηκε σε αμέτρητους φωτεινούς, χρυσούς και ασημένιους κόκκους που εκτινάχτηκαν σε όλη την γύρω περιοχή, λαμπύρισαν δημιουργώντας μια φωταψία ανάλογη του ημερήσιου φωτός και ύστερα τρεμόσβησαν και χάθηκαν σαν μετέωρα.
Κι εκείνη την στιγμή, η κιθάρα του Λεωνίδα απέκτησε ξανά χορδές. Τις δικές του χορδές. Ένιωσε μια θέρμη να τον διαπερνάει, και μέσω αυτού όλη την Πλάση. Το σώμα του φώτιζε με ένα αόρατο και συνάμα εκτυφλωτικό φως. Ξαφνικά, όλα γύρω του, από τα όμορφα σπουργιτάκια έως τις γκρίζες και βρώμικες οικοδομές, απέκτησαν νέα υπόσταση, νεό ρυθμό. Έβλεπε την Μουσική μέσα και γύρω τους. Και όχι μόνο σε αυτά. Έβλεπε την Μουσική μέσα και γύρω από τα Πάντα. Άκουγε, άγγιζε, ένιωθε την ίδια την δομή του Κόσμου, όλων των πραγμάτων ταυτόχρονα και ξεχωριστά. Και μπορούσε να δει τα Αδέλφια του και την Μητέρα του να του χαμογελούν - ανυπόστατοι στην μη - υλικότητά τους αλλά τόσο πραγματικοί στην ύπαρξή τους.
Μπροστά του ξεδιπλώθηκαν Σύμπαντα μέσα σε άλλα Σύμπαντα, κόσμοι πρωτόφαντοι, μυστηριώδεις, που τους ήξερε και όμως δεν τους είχε ανακαλύψει ποτέ. Κόσμοι, που αν και δεν το είχε κουνήσει από το πεζοδρόμιο κοντά στην διάβαση της Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν κιόλας μπροστά του, περιμένοντάς τον σαν γλυκοί πειρασμοί.
Ο Λεωνίδας δεν ήταν πια ο Λεωνίδας. Ήταν ο κλειδοκράτορας, ο γνώστης, αυτός που ρύθμιζε και ταυτόχρονα αντιδρούσε στην αλληλεπίδραση κάθε όντος, κάθε αντικειμένου, κάθε στοιχειώδους σωματιδίου με την αλήθεια της Μουσικής. Ήταν ο μοναδικός, αλλά δεν ήταν μόνος. Ήταν η Συγκίνηση.
Έβαλε την κιθάρα του στον ώμο, διάλεξε  τον προορισμό του και κοιτώντας για μια τελευταία φορά το σημείο που η ύπαρξη του Τζέρι είχε τελειώσει, χαμογέλασε.

Read more...

Οι διαστάσεις του διαλόγου

>> 11/5/10

Η παγκοσμιοποίηση, σαν ιδέα, ξεκίνησε προκειμένου να πραγματωθεί επιτέλους το πεπρωμένο του ανθρώπου: η κατάκτηση της υπόστασης του Homo Universalis.  Ο Homo Universalis... ο κατέχων οικουμενική γνώση, οικουμενική συνείδηση, οικουμενική παιδεία, οικουμενική διαισθητικότητα. Ο άνθρωπος που θεωρεί πατρίδα του την Γη την ίδια, που κατέχει τον βασικό έστω πυρήνα όλων των επιστημονικών αντικειμένων, πολυπράγμων, πολυποίκιλος, πολυεπίπεδος και πολυαισθαντικός.
Βεβαίως, κάτι τέτοιο ήταν και παραμένει τελείως ουτοπικό. Στην καλύτερη περίπτωση, ένας άνθρωπος μπορεί να είναι πολυδιαβασμένος και πολυάσχολος... και ταυτόχρονα αρκετά ανοιχτόμυαλος ώστε να αποδεχτεί το γεγονός ότι ορισμένα πράγματα δεν θα μπορέσει ποτέ να τα κατακτήσει και ότι θα παραμείνουν σαν κληροδότημα και σαν θησαυροί προς ανακάλυψη των νυν και μελλοντικών πιονέρων... ή τυχοδιωκτών.
Εν τούτοις, αν και ο Homo Universalis δεν υπήρξε και ούτε θα υπάρξει, η παγκοσμιοποίηση επιβλήθηκε επί άλλων βάσεων. Δεν αποτέλεσε ποτέ παγκοσμιοποίηση ιδεών, αλλά παγκοσμιοποίηση του χρήματος, του κεφαλαίου, του καπιταλισμού, της μαζοποίησης, της ισοπέδωσης και της ατομικής εξαφάνισης - η παγκοσμιοποίηση του συστήματος.
Ένας από τους λόγους που επέβαλλαν μια τέτοια κατάσταση ήταν και  είναι η αδυναμία των ανθρώπων για ειλικρινή συνεννόηση και διάλογο. Και δεν εννοώ τις διαφορές στην γλώσσα ή την έκφραση μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων. Αυτές μπορούν να υπερκεραστούν. Έκεινες που στάθηκαν σαν πραγματικά εμπόδια και κόλαφοι στην πορεία προς μια παγκόσμια συνεννόηση ήταν οι διαφορές στην αντίληψη, τον τρόπο σκέψης και την πραγματιστική θεώρηση του καθενός. Οπωσδήποτε, κανείς δεν θα μπορούσε ούτε θα έπρεπε να περιμένει να σκέφτονται, να ενεργούν και να συμπεριφέρονται όλοι οι άλλοι σύμφωνα με τον δικό του τρόπο - το πρόβλημα δεν είναι αυτό. Το πραγματικό πρόβλημα είναι ότι ποτέ δεν υπήρξε μια αμοιβαία προσπάθεια ώστε αυτές οι διαφορετικές αντιμετωπίσεις να αποτελέσουν την βάση για μια κοινή πορεία, χωρίς βεβαίως να χάνουν την ατομικότητά τους. Μια πορεία που θα προσέφερε πολλαπλά οφέλη και στις δύο αντιμαχόμενες πλευρές.
Την ανεπάρκεια στον διάλογο και την επικοινωνία που ταλαιπωρεί και βασανίζει την ανθρώπινη οντότητα περιέγραψε και σχολίασε, μεταξύ άλλων,  εύστοχα, ευρηματικά, ονειρικά και συχνά εφιαλτικά ο πρωτοποριακός, πολυσχιδής και πολυβραβευμένος Τσέχος σουρεαλιστής καλλιτέχνης Jan Švankmajer, μεγάλος maitre της ζωγραφικής, της γλυπτικής, της κεραμικής, των κινουμένων σχεδίων, του material animation και της stop - motion τεχνικής με πλαστελίνες. Ο μεγάλος αυτός μάστορας της έκφρασης, που πλησιάζει αισίως τα 80 του χρόνια, υπήρξε μια από τις κύριες επιρροές πασίγνωστων δημιουργών, όπως του Teri Gilliam, του Tim Burton και του Shane Acker.
Συγκεκριμένα, σας παρουσιάζω την περίφημη stop - motion animated ταινία μικρού μήκους του "Možnosti dialogu" (1982) (Dimensions of dialogue, Οι διαστάσεις του διαλόγου), ταινία η οποία θεωρείται από πολλούς - και μεταξύ άλλων και από τον Gilliam - ως μια από τις καλύτερες ταινίες μικρού μήκους όλων των εποχών. Η ταινία συντίθεται από δύο μέρη. Το πρώτο μέρος - σουρεαλιστικό στα όρια του παρανοϊκο-κριτικού, όπως έλεγε και ο μεγάλος δάσκαλος Dali - περιγράφει την αδυναμία συνεννόησης στην σύγχρονη υπερκαταναλωτική κοινωνία, με την αδυσώπητη μηχανή του συστήματος που καταβροχθίζει, πέπτει και μετά ξερνάει συνειδήσεις, όνειρα, σκέψεις κι ελπίδες, μέχρι βεβαίως να έρθει μια άλλη μηχανή, πιο αδηφάγα, πιο λαίμαργη, που θα πάρει την θέση της. Το δεύτερο μέρος περιλαμβάνει δύο επιμέρους ενότητες. Η πρώτη, η κατά την γνώμη μου πιο συγκινητική και συγκλονιστική από τα τρία συνολικά σκετσάκια, περιγράφει την έλλειψη επικοινωνίας σε μια ερωτική σχέση, που πάει πακέτο με την ευθυνοφοβία, τα νεύρα, την σωματική και λεκτική βία και την απαξίωση του/της συντρόφου - καταστάσεις που οξύνονται περισσότερο, παρά αμβλύνονται, από τον αναπάντεχο ερχομό ενός παιδιού. Η δεύτερη και τελευταία περιγράφει αρκετά χιουμοριστικά και σαρκαστικά την ασυνεννοησία των μεγάλων "κεφαλιών"... από αυτό κι αν έχουμε ανάλογα παραδείγματα από την πολιτική σκηνή της χώρας μας!
Αν και ίσως φανεί υπερβολικά χαοτική και υπερρεαλιστική για τα γούστα μερικών, εμένα προσωπικά η ταινία αυτή, όπως και άλλα έργα του Švankmajer, με εντυπωσίασε και με επηρέασε βαθιά. Ελπίζω να σας αρέσει.


Read more...

Αισιόδοξος οδηγός επιβίωσης εν μέσω κρίσης και μετά το καλωσόρισμα του Δ.Ν.Τ.

>> 4/5/10


Εκεί που τα πράγματα δεν μπορούσαν να πάνε χειρότερα, έσκασε εν είδει βραδυφλεγούς βόμβας μια νέα πραγματικότητα, την οποία είχαμε οι περισσότεροι στο πίσω μέρος του μυαλού μας αλλά ποτέ δεν περιμέναμε να την ζήσουμε τελικά. Ξαφνικά, αλλοτινά σενάρια όπως η "στήριξή" μας από το Δ.Ν.Τ., η υπεργιγάντωση του ελλείματος, η εκτόξευση των spreads, η αδυναμία της χώρας για δανεισμό επί ίσοις όροις, το φίλημα κατουρημένων ευρωπαϊκών ποδιών, τα επικείμενα χρόνια λιτότητας, οι μαζικές απολύσεις, το κόψιμο επιδομάτων, η προοπτική της εξόδου από την Ε.Ε. και την ζώνη του ευρώ και η επιστροφή στην καημένη την δραχμούλα κ.τ.λ., που προέβαλλαν ως Επιστημονική Φαντασία, θα γίνουν ή έχουν γίνει ήδη πραγματικότητα. Άσχετα με τους λόγους που οδήγησαν στην λήψη τέτοιων επαχθών και δυσβάσταχτων μέτρων και παρ'όλο που αρκετά κρίνονται αναγκαία, κρίσιμα ή ακόμα και σωστά από το μεγαλύτερο μέρος της κοινής γνώμης, και μόνο το γεγονός ότι η εφαρμογή τους θα είναι ολική και απότομη σε μια χώρα που παραδοσιακά έχει συνηθίσει το ραχάτι, τις ήπιες μεταλλαγές και το κιμπαριλίκι, είναι ικανό να οδηγήσει τους περισσότερους από εμάς στην απαισιοδοξία, τον μαρασμό και την απάθεια.
Θα'πρεπε όμως να γίνει τελικά έτσι; Όχι βέβαια! Μπόρα είναι, θα περάσει! Πόσο είναι δυνατόν να κρατήσει πια αυτή η ύφεση; Δύο, τρία, πέντε χρόνια; Ε εντάξει λοιπόν! Ας σηκώσουμε ψηλά το κεφάλι, ας χαμογελάσουμε, ας οπλιστούμε με θάρρος, υπομονή και αισιοδοξία και ας προχωρήσουμε! Ας αντιμετωπίσουμε όποια πρόκληση μας παρουσιαστεί με υψηλό το ηθικό! Δεν γινόμαστε γιουσουφάκια κανενός!


ΠΟΥΤΑΝΑ ΚΡΙΣΗ, ΔΕΝ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΤΟ ΔΙΚΟ ΣΟΥ!

Οι "Μεγάλες ιστορίες από τις μικρές πόλεις" λοιπόν (που παρεμπιπτόντως θα έπρεπε να μετονομαστούν αυτές τις μέρες σε "Μικροσκοπικά μπικίνι σε χαλκιδικιώτικες παραλίες που τιγκάρουν με κόσμο ήδη από την Πρωτομαγιά") και ο Dimos σας προσφέρουν ένα ενδεικτικό οδηγό αισιόδοξης επιβίωσης εν μέσω κρίσης και μετά την έναρξη της "κηδεμονίας" μας από το Δ.Ν.Τ. Το καλύτερο βέβαια θα είναι να κάνει ο καθένας και η καθεμιά ό,τι του/της γουστάρει, πόσο μάλλον τώρα που μας έφτασε και το καλοκαιράκι, αλλά αφού δείξατε ως τώρα υπομονή και διαβάζατε τις αμφιβόλου ποιότητας και αξίας αναρτήσεις μου, δεν νομίζω να σας χαλάσει ούτε αυτή!

- Για το σπίτι

1) Τώρα με την κρίση θα μάθουμε να κάνουμε επιτέλους οικονομία σε φως, νερό, τηλέφωνο και δεν συμμαζεύεται. Έτσι, όχι μόνο δεν θα πληρώνουμε λογαριασμούς με ποσά τραγελαφικού ύψους αλλά επιπλέον θα συμβάλλουμε κανονικά και με την βούλα στην προστασία του περιβάλλοντος! Συμπαρελκόμενα, άμα αποκτήσουμε την συνήθεια αυτή, το πιθανότερο είναι να συνεχίσουμε να συμπεριφερόμαστε έτσι και μετά την παρέλευση της ύφεσης. Δεν χρειάζεται να έχουμε συνεχώς ανοιχτή την βρύση και να σπαταλάμε νερό όταν ξυριζόμαστε, ας έχουμε το μυαλό μας να μην ξεχνάμε φώτα, κουζίνες, θερμοσίφωνες κ.λ.π. ανοιχτά όταν φεύγουμε από το σπίτι, ας κλείσουμε και κάποια στιγμή το κλιματιστικό για να ανοίξουμε τα παράθυρα και να μπει και λίγος φρέσκος δροσερός αέρας. Λύσεις και πράξεις απλές, που ανακουφίζουν τόσο την τσέπη, όσο και την συνείδησή μας, αφού πράττοντας τρόπον τινά μειώνουμε σημαντικά τους οικιακούς ρύπους και τις σπατάλες. Πιστέψτε με, ενέχει μια ξεχωριστή ικανοποίηση το να μαζεύεις σε πάκους τις εφημερίδες, τα περιοδικά και τα λοιπά χαρτικά που θες να πετάξεις και να τα ρίχνεις όχι μαζί με τα υπόλοιπα σκουπίδια, αλλά σε κάδο ανακύκλωσης.
2) Μένετε ως ένοικος σε διαμέρισμα ή μονοκατοικία μεγαλύτερου μεγέθους από όσο σας χρειάζεται και υψηλότερου ενοικίου από όσο αντέχετε; Μια λύση θα ήταν να ξενοικιάσετε και να ψάξετε για άλλο κατάλυμα. Ποιός όμως αντέχει να ακούει αερολογίες από τους μεσίτες τέτοιες μέρες; Οπότε, καιρός είναι να καλοδείτε την άλλη οδό: την συγκατοίκηση. Βάλτε αγγελίες, μοιράστε χαρτάκια, κάντε ό,τι σας κατέβει και προσπαθείστε να βρείτε τον ιδανικό συγκάτοικο που αφενός θα μειώσει τα περισσότερα οικιακά έξοδα κατά το ήμισυ και αφετέρου... you never know! Καλοκαιράκι είναι, οι γνωριμίες επιβάλλονται. Να δείξετε ιδιαίτερη προσοχή στις απαιτήσεις και στις παραχωρήσεις από και προς τον συγκάτοικό σας. Για παράδειγμα, εμένα:
   α) όσων αφορά τους άντρες, μου αρκεί ο συγκάτοικός μου να είναι χαλαρός, να υποστηρίζει την ίδια ομάδα με εμένα, να μας αρέσουν τα ίδια φαγητά, οι ίδιες ταινίες, τα ίδια βιβλία, ο ίδιος καφές και κάθε φορά που θα φέρνει την γκόμενά του στο σπίτι να φέρνει ΥΠΟΧΡΕΩΤΙΚΑ και μια φίλη της μαζί, και
   β) όσων αφορά τις γυναίκες, αφού η υποψήφια συγκάτοικος παραδώσει το ανάλογο βιογραφικό και περάσει από εξονυχιστικές συνεντεύξεις και auditions θα υποχρεωθεί να... "κοιμάται" μαζί μου, να κυκλοφορεί στο σπίτι ντυμένη με τα απολύτως απαραίτητα ή και καθόλου και να μην παραπονιέται όταν αφρίζω βλέποντας Champions League. Οι φίλες της θα πρέπει να πράττουν αναλόγως. Δεν νομίζω να ζητάω και πολλά, έτσι;


- Για την δουλειά

1) Αν ο χώρος της εργασίας σας είναι κοντά στο σπίτι σας, ε, μην το πάρετε το ρημάδι το Ι.Χ. Χρησιμοποιείστε το λεωφορείο ή το ποδήλατο (για τους πιο fit). Ενίοτε, και άμα έχετε όρεξη, πάρτε το και ποδαράτο. Αν πάλι έχετε να κουβαλήσετε πράγματα, δεν μπορείτε για δικούς σας λόγους να περπατήσετε ή απλά είστε αμετανόητος Ελληνάρας που γαμεί και δέρνει με το τιμόνι, τουλάχιστον προσπαθήστε να μεταφέρετε και άλλους γνωστούς, φίλους κ.λ.π. μαζί σας, μην κατεβείτε πρωινιάτικα κάτω τέσσερα άτομα με τέσσερα αμάξια! Με αυτά τα στοιχειώδη θα μπορέσετε αφενός να εξοικονομήσετε άπειρο καύσιμο (όλοι ξέρουμε ότι η μεγαλύτερη κατανάλωση λαμβάνει χώρα μέσα στην πόλη, με το συνεχές ξεκίνα - σταμάτα του αυτοκινήτου και το μαρσάρισμα στις μικρές ταχύτητες) και αφετέρου να γλιτώσετε από πρόσθετα έξοδα λόγω γρατζουνιών, χτυπημάτων, βαθουλωμάτων και λοιπών μικροζημιών που σίγουρα θα σας συμβούν από κάποιον που θα έχει την φαεινή ιδέα να καβαλήσει το πεζοδρόμιο και να στουκάρει στον προφυλακτήρα σας. Επιπλέον, υπάρχει προφανές οικολογικό όφελος με την μείωση των ατμοσφαιρικών ρύπων από τις εξατμίσεις και, το σημαντικότερο, το κέντρο κάθε μεγάλης μποτιλιαρισμένης πόλης θα αποσυμφορηθεί, θα ανακουφιστεί και θα γίνει πιο ανθρώπινο για όλους, τόσο για τους εναπομείναντες οδηγούς (ομαλή κυκλοφοριακή ροή), όσο και για τους πεζούς (θα πάψουν τα πεζοδρόμια να είναι γεμάτα από παρκαρισμένα αμάξια σκατόκαφρων που δεν σέβονται ούτε καν τις ράμπες για τους ανθρώπους με κινητικά προβλήματα). Τώρα που το σκέφτομαι, κρίση ξεκρίση, τέτοιου είδους μέτρα επιβάλλονται έτσι κι αλλιώς. Δεν γίνεται στις 10:00 το πρωί να γίνεται στην Εγνατία και μέχρι την Αγίας Σοφίας της καραπορνάρας το κάγκελο και τα μισά από τα άπειρα αμάξια που στοιβάζονται σαν σαρδέλες να ανήκουν σε τύπους που μένουν στην Τριανδρία και την Άνω Τούμπα, περιοχές που απέχουν μόνο ένα τέταρτο με τα πόδια από το κέντρο της Θεσσαλονίκης!


2) Αποφύγετε όσο μπορείτε τα πατατάκια, τα snacks, τα πιτόγυρα, τα πιτσόνια, τα σαντουιτσάκια και τις λοιπές σαχλαμαρίτσες. Είναι γεγονός ότι για αρκετούς, τα ολιγόλεπτα διαλείμματα από την κοπιαστική τους εργασία δεν αρκούν για ένα πλήρες γεύμα. Σε αυτή την περίπτωση, προτιμήστε να φτιάξετε από βραδής μικρογεύματα με υλικά απλά αλλά απείρως πιο νόστιμα, θρεπτικά και χορταστικά από τις βλακείες που μπορούμε να πάρουμε από το περίπτερο ή το φαστφουντάδικο. Π.χ. μπορείτε να φτιάξετε τοστάκια με κασέρι ή τυρί, προσούτο και ντοματάκι ή ένα μικρό ταπεράκι με πράσινη σαλάτα εποχής. Έτσι, αφενός τρώτε πιο υγεινά και αφετέρου εξοικονομείτε αρκετά ευρώ ημερησίως... και μετά, όταν ξεμπερδέψετε με την εργασία σας, μπορείτε να φάτε με την ησυχία σας ένα ολοκληρωμένο γεύμα.




- Για την υγεία

1) Κόψτε το κάπνισμα. Τέλος. Όχι μόνο γιατί έτσι κι αλλιώς τσιγάρο = καρκίνος, αλλά επιπλέον γιατί το πακέτο είναι κοντά ή έχει ξεπεράσει τα 4 ευρώ. Άμα κάνετε ένα πακέτο την ημέρα, ετησίως θα ξοδεύετε 4 x 365 = 1460 ευρώ... και το κόστος εκτοξεύεται για τους μανιώδεις καπνιστές. Τι περιμένετε λοιπόν; Οι μισοί καπνιστές δηλώνουν ότι θέλουν να το κόψουν και οι άλλοι μισοί προσπαθούν ανεπιτυχώς. Τώρα, με την τιμή των τσιγάρων να έχει πιάσει τρελά ύψη, προσφέρεται σε όλους ένα επιπλέον κίνητρο. There you go!
2) Θέλετε να αδυνατίσετε, να γυμναστείτε, να είστε σε φόρμα βρε αδερφέ. Οπότε τί κάνετε; Σκάτε κερατιάτικα σε κάποιο γυμναστήριο ή ψωνίζετε τα αμφιβόλου αποτελεσματικότητας όργανα γυμναστικής που διαφημίζει ο Chuck Norris. EPIC FAIL!!! Γιατί ρε παιδιά; Η λύση είναι απλούστατη. Κάντε διατάσεις, κοιλιακούς, ραχιαίους και push - ups στο σπίτι σας και συμπληρώστε το με ελαφρό ή πιο έντονο τζόκινγκ στην περιοχή της προτίμησής σας. Τι πιο εύκολο και πιο οικονομικό! Προφανώς, ειδικά για τους λίγο πιο αγύμναστους/ες, θα ήταν καλό στην αρχή να ζητήσετε την γνώμη κάποιου φυσιοθεραπευτή ο οποίος θα καταρτίσει το κατάλληλο για την σωματική σας κατάσταση πρόγραμμα γυμναστικής. Όχι τίποτα άλλο, αλλά για να μην πάθετε καμιά κράμπα ή καμιά δισκοκοίλη και ψάχνεστε. Για τους Θεσσαλονικείς αναγνώστες, ορίστε μερικά ιδεώδη μέρα για βόλτα, τρέξιμο και ποδηλατοδρομία στην όμορφη πόλη μας:




(Νέα Παραλία)


(Πάρκο Πολίχνης)


(Σέιχ Σου - για πιο off - road καταστάσεις)

- Για την διασκέδαση

1) Μη τρώτε και πίνετε τα κέρατά σας σε ταβέρνες, ρεμπετάδικα, μπουζούκια, clubάκια και γενικώς τα πάντα όλα. Κάντε λίγο κράτει και θα ανακουφίσετε τόσο την τσέπη, όσο και το στομάχι σας.
2) Κόψτε το cinema. Το λέω αυτό με μέγιστη λύπη, καθώς σαν φανατικός σινεφίλ ανατριχιάζω και μόνο στην ανάλογη σκέψη... αλλά το γεγονός είναι ότι η κατάσταση με τις τιμές των εισιτηρίων έχει παραχεστεί. Τα εισιτήρια γνωστής αλυσίδας κινηματογράφων εδώ στην Θεσσαλονίκη ξεκίνησαν πριν χρόνια στην τιμή των 6 ευρώ και τώρα έχουν φτάσει στα 10! Μετά πώς να αντισταθείς να μην κατεβάσεις την ταινία από torrent; Καμία σχέση με τον κινηματογραφική εμπειρία βεβαίως, αλλά τουλάχιστον δεν θα κλαις τα λεφτά σου. Μια λύση στο παραπάνω πρόβλημα προσφέρουν οι συνοικιακοί ή θερινοί κινηματογράφοι, οι οποίοι είναι φυσικά μικρότερων δυνατοτήτων αλλά κατά βάση φθηνότεροι.
3) Καταπιαστείτε με κάποιο hobby! Θα γεμίσετε δημιουργικά τις ελεύθερες ώρες σας (όχι όλες βεβαίως βεβαίως, είπαμε, έχετε και μια προσωπική ζωή) χωρίς να σκοτώνετε όλο τον χρόνο σας σαπίζοντας σε κάποια καφετέρια. Θα μου πείτε εκεί μπορείς να δεις και κάποιο γκομενάκι. Σωστό. Αλλά πόσο οφθαλμόλουτρο να κάνεις πια;


- Για την σχέση με τον/την σύντροφό σας

Εδώ τα πράγματα είναι απλούστατα. Ξοδεύεστε πολύ με το βγαίνετε όλη την ώρα, να την/τον κερνάτε, να παραγγέλνετε, να κάνετε δώρα, να νοικιάζετε DVD για να τα βλέπετε τα δυό σας, να, να, να, να, να, να, να... ; Μα η λύση είναι προφανής!


KANTE ΣΕΞ!

Το σεξ είναι: απολαυστικό, διασκεδαστικό, αγχολυτικό, διαρκεί πολύ (στις καλές περιπτώσεις), γυμνάζει, κολάζει και δεν στοιχίζει τίποτις, παρά κάτι ψιλά για προφυλακτικά, αντισυλληπτικά, χειροπέδες, μαστίγια, γενικότερα "παιχνίδια" (αν χρειάζονται) και τα συναφή. Πραγματικά, το σεξ, εκτός από τον έτσι κι αλλιώς βασικό ρόλο που παίζει σε μια σχέση, μπορεί να λειτουργήσει και ως δραστηριότητα με πολλαπλά οικονομικά και άλλα οφέλη. Π.χ.:

α) Θέλετε να πάτε σε πανάκριβο εστιατόριο όπου ο λογαριασμός θα είναι ίσος με δύο μηνιάτικα; Αντ'αυτού, μαγειρέψτε στο σπίτι και κάντε σεξ.
β) Θέλετε να νοικιάσετε και να δείτε τα άπαντα του Kubrick; Καλό, αλλά το σεξ είναι καλύτερο.
γ) Θέλετε να αποφύγετε να βγείτε με την χαραμοφάισσα την παρέα της/του που όλο τους/τις κερνάτε; Κάντε σεξ.
δ) Θέλετε να ξεδώσετε με μια ημερήσια εκδρομούλα και σκέφτεστε να πάτε στην άλλη άκρη του κόσμου; Απορρίπτεται. Θα σας βγει η ψυχή και μέχρι να πάτε θα πρέπει να επιστρέψετε κιόλας. Κανονίστε καλύτερα να πάτε κάπου κοντά, σε μέρος που γνωρίζετε πάνω κάτω, όπου θα προσφέρεται και η ευκαιρία να αποσυρθείτε κάπου χαλαρά και να την βρείτε με την ησυχία σας (είμαι τυχερός που μένω κοντά στο Σέιχ Σου. Χεχεχεχεχε.)
ε) Θέλετε να της/του κάνετε δώρο; Κάντε της/του ένα κόλπο στο κρεβάτι που θα την/τον στείλει αδιάβαστη/ο. Υπάρχει καλύτερο δώρο;
στ) Θέλετε να σταματήσετε επιτέλους το σεξ και να κάνετε μαζί και άλλα σημαντικά πράγματα, όπως π.χ. να συζητήσετε για την σχέση σας; Κάντε σεξ. Μετά συζητήστε. Μετά ξανακάντε σεξ.


Και για να κλείσουμε, ελάχιστες ενδεικτικές συμβουλές για να γίνει η παραπάνω οδηγία πιο εφικτή:


* Για τους άντρες:
- Οι γυναίκες τα αποζητούν και μια σεξουαλική εμπειρία είναι για αυτές ανολοκλήρωτη αν λείπουν. Μιλάω φυσικά για τα ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΑ. Τέλος παιδιά. Δεν νοείται υγιής σεξουαλική σχέση αν το μόνο που κάνουμε είναι να εισβάλλουμε σαν τον Αττίλα και απλά να διεκπεραιώνουμε την δουλειά μας. Ενίοτε έχει κι αυτό την πλάκα του, αλλά μόνο εν είδει παιχνιδιού. Αν γίνεται σε συνεχή βάση πάει η γκόμενα, πέταξε. Με την ενασχόλησή μας με την προκαταρτική διέγερση της γυναίκας, αφενός την κάνουμε να λιώνει, και αφετέρου μαθαίνουμε να μας αρέσουν κι εμάς τα διάφορα κολπάκια.
- Κάντε επιτέλους τον κόπο να βρείτε το G της. Είναι απλό! Αυτό που ακούγεται, για το ότι η καθεμιά το έχει σε διαφορετικό σημείο, είναι λάθος. Αυτό που διαφέρει σε κάθε γυναίκα είναι η θέση των ερωτογενών ζωνών της γενικά, το σημείο G όμως είναι ένα. Αυτό που αλλάζει είναι ο τρόπος και η ένταση ερεθισμού του σε κάθε γυναίκα, αλλά τούτο βρείτε το μόνοι σας.
- Μην κάνετε την μαλακία να την κομπλάρετε για το σώμα της. "Α! Έβαλες λίγο παχάκι εδώ... έχεις λίγη κυτταρίτιδα εκεί... εμφανίστηκε μια ρυτίδα από πάνω..." Παλικάρι μου, άμα βρεις γκόμενα χωρίς ούτε μια ρυτίδα, ούτε ένα παχάκι, έστω και μικρό, και καθόλου κυτταρίτιδα, τότε ή συναναστρέφεσαι με την Στικούδη και την Raven Riley ή ζεις στον παράδεισο και πρέπει να μετακομίσω κι εγώ. Αποδέξου το σώμα της καλής σου, όπως κάνουμε όλοι, αλλιώς μην κάθεσαι μαζί της. Στην τελική, μήπως είμαστε κι εμείς τέλειοι;
- Κάντε την να αισθανθεί άνετα και να σας εξομολογηθεί τις φαντασιώσεις σας. Μετά, και αν είναι εφικτές, πραγματοποιήστε τις.
- Πειραματιστείτε!

* Για τις γυναίκες:
- Να και κάτι που ίσως δεν είχατε υπόψη σας: ΜΑΣ ΑΡΕΣΟΥΝ ΚΑΙ ΕΜΑΣ ΤΑ ΠΡΟΚΑΤΑΡΤΙΚΑ! Αφιερώστε λίγο χρόνο στον σύντροφό σας, δεν είναι κακό.
- Πάντα μας αρέσει η γυναίκα να συμμετέχει ενεργά στην όλη φάση. Να χτυπιέται, να φωνάζει, να γρατζουνάει, να βρίζει, να κάνει ό,τι γουστάρει τέλος πάντων. Απολαμβάνετε ό,τι κάνετε; Δείξτε το. Με όποιο τρόπο μπορείτε και θέλετε - όσο να'ναι, κάποιες γυναίκες είναι εκ φύσεως πιο ήσυχες από άλλες. Απλά μην κάθεστε τελείως απαθείς γιατί και μας ξενερώνετε και μας κάνετε να αισθανόμαστε άχρηστοι. Αν από την άλλη υπάρχει όντως κάποιο πρόβλημα από μέρους μας που σας εμποδίζει να νιώσετε το ο,τιδήποτε, πείτε το ή δείξτε το. Μην βασανίζεστε χωρίς λόγο.
- ΝΑ ΜΙΛΑΤΕ ΓΙΑ Ο,ΤΙ ΣΑΣ ΑΡΕΣΕΙ. Θέλω αυτό, όχι εκείνο. Με αυτό ερεθίζομαι, με εκείνο πονάω. Αυτό με φρικάρει, εκείνο το γουστάρω. Να μας τα λέτε αυτά, δεν δαγκώνουμε! Ίσα ίσα, επιβάλλεται να τα ξέρουμε. Όχι να τα κατακρατάτε μέσα σας και μετά να τα λέτε στις φίλες σας! Σε τελική ανάλυση, δεν θα το κάνετε με εκείνες (εκτός εξαιρέσεων). Εξηγώντας στον σύντροφό σας τί σας εξιτάρει και τί όχι, μπορείτε να φτάσετε σε εκπληκτικά αποτελέσματα.
- Μετά τον οργασμό είμαστε λίγο μπόσικοι κι ευάλωτοι... αυτός δεν είναι λόγος να θυμηθείτε όόόόόόόόόόόόόόλα τα παράπονα που είχατε ποτέ από εμάς και να μας τα πετάξετε στην μάπα εκείνη την στιγμή. Κάντε το πιο μετά.
- Πειραματιστείτε!

Αυτάάάάάάάάά... η ανάρτηση λοξοδρόμησε τώρα στα τελευταία της, αλλά αν μη τι άλλο δεν ξέφυγε από το γενικότερο πνεύμα που είχε προσδωθεί. Να είστε καλά και τα λέμε πάλι συντόμως.

Read more...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP