Αναζήτηση αναρτήσεων

Φόρτωση...

Δοχεία (μέρος 1)

>> 2/1/11

Το φως σου, γλυκέ  μου, τα μάτια μου ταράζει...
η φωνή σου, τρυφερέ μου, βελούδο που σκεπάζει.
Ο ήχος, καλέ μου, της φωνής σου βαθύς,
με ανακουφίζει το δειλινό σαν τα χάδια της βροχής.

Την ομορφιά σου, καλή μου, πουθενά μην την δώσεις...
μόνο σε μένα, τρυφερή μου, για την καρδιά μου να σώσεις.
Αλησμόνητα, γλυκιά μου, τα φιλιά που χαρίζεις,
για πάντα, και τώρα, την ζωή μου ορίζεις.

Πάρε με μαζί σου, πάρε με,
φύλαξέ με σαν χώμα του τόπου μας αγαπημένο.
Κρύψε με απ'όλους και φίλα με,
άσε με να γευτώ τον γλυκό καρπό τον απαγορευμένο.

Σώσε με για πάντα, σώσε με,
γιατί με πετάνε και με πληγώνουν οι σκέψεις της σκοτεινιάς.
Νιώσε με βαθιά, νιώσε με,
γιατί κρυώνω και ζητάω την προστασία μιας αγκαλιάς.

Το τέλος θε να'ρθει απόψε,
μα το καλωσορίζω σαν ανάμνηση που γλυκά με πονά.
Ο τόπος που αφήνω με ζητάει και με διώχνει,
μα κρύβει την λαχτάρα μέσ'από βλέφαρα σφαλιστά.

Δεν φοβάμαι να πάω εκεί που δεν βλέπω,
γιατί θα'σαι εσύ μαζί μου, φυλαχτό και κουράγιο.
Δεν φοβάμαι να σαλπάρω, στην άγνωστη θάλασσα να χαθώ,
γιατί ξέρω πως θα με περιμένεις εσύ στο μουράγιο.

Γίνε μαζί μου ένα, γίνε,
γεύσου τον πόνο και το βάσανο σαν να ήτανε δικά σου.
Δέσε με και μην με χάσεις για κανένα,
για δεσμά αρκούν οι λέξεις και η ματιά σου.

Τέλειωσέ με τώρα, τέλειωσε,
γιατί δίχως απώλεια δεν στάζει μέλι απ'την κηρήθρα της ζωής.
Σκότωσέ με την νύχτα, σκότωσε,
γιατί δίχως σκοτάδι δεν φέρνει ελπίδα το φως της αυγής.

Ο Ανρί διάβαζε και ξαναδιάβαζε τους στίχους του. Του άρεσαν, του άρεσαν πολύ, αλλά ένιωθε πως ολοκλήρωναν τον κύκλο τους, πως ό,τι είχαν να πουν το έλεγαν, συμπυκνωμένα, τελεσίδικα. Και ο Ανρί θα ήταν ικανοποιημένος με αυτό αν οι στίχοι του αποτελούσαν ένα απλό ποίημα, μια ωδή, μια μπαλάντα. Το πρόβλημα όμως ήταν ότι αυτές οι αράδες έπρεπε, στο μυαλό του Γάλλου, να μετουσιωθούν σε ένα θεατρικό έργο, σε ένα ερωτικό, εσωτερικό, λυρικό καταπίστευμα της έμπνευσής του.
Ο νεαρός άφησε κάτω την πένα του και κοίταξε τα κιτρινωπά χαρτιά του, συλλογισμένος και νυσταγμένος. Τα υγρά, καστανά του μάτια έλαμπαν στο αποστεγνωμένο, αυστηρό αλλά όμορφο πρόσωπό του.  Η λεπτή, ίσια του μύτη, τα γεμάτα αλλά σφιγμένα χείλη του, τα τοξωτά του φρύδια, η ουλή που ξεκινούσε από την ράχη της μύτης του κι εκτεινόταν ως το μέτωπό του, όλα πρόδιναν την άτεγκτη αλλά και έντονη ιδιοσυγκρασία του. Όλα ήταν στοιχεία που φανέρωναν μια ζωή μόχθου, δράσης αλλά και κακουχιών - μέσα στην οποία κατάφερναν και χωρούσαν φιλοδοξίες αναγνωρισιμότητας ως ερωτικού θεατρικού συγγραφέα. "Αυτές σου οι φιλοδοξίες σε μάραναν, ζώον", μονολόγησε. Αλλά ήταν γεγονός ότι χωρίς αυτές του τις φιλοδοξίες θα παρατούσε την συγγραφή - κάτι που δεν θα το άντεχε ο ευαίσθητος και παρορμητικός χαρακτήρας του. Ο Ανρί ήθελε να γράφει ερωτικά έργα, γεμάτα πάθος, διπλοπροσωπίες, τρίγωνα, τετράγωνα, πειρασμούς αλλά και μια γενναία δόση παλιομοδίτικου ρομαντισμού, περίτεχνα εμφωλευμένου μέσα στο ηδονιστικό περιβάλλον των κόσμων που έστηνε επί σκηνής. Όμως τώρα δεν ήταν ο καιρός για τέτοια. Η απόφαση της Συμβατικής ήταν σαφής. Ο λαός χρειαζόταν έξαψη της φιλοπατρίας του. Χρειαζόταν επαγρύπνηση. Από παντού οι εχθροί τον έζωναν. Στο εξωτερικό οι Αυστριακοί και οι Άγγλοι. Στο εσωτερικό οι αριστοκράτες, οι αντιδημοκράτες, οι συκοφάντες, οι φιλοβασιλικοί. Συνωμοσίες πλέκονταν, συμβόλαια θανάτου εξυφαίνονταν. Όλα επιβουλεύονταν την αξία της νεότευκτης Δημοκρατίας, της τόσο ακριβοπληρωμένης κι εύθραυστης. Για αυτό έπρεπε τα πάντα, ακόμα και το θέατρο, τα τραγούδια και η Τέχνη στην ολότητά της να θυμίζουν τους λαϊκούς αγώνες και να κρατούν σε εγρήγορση όλους όσους ευελπιστούσαν να καρπωθούν στο μέλλον τα οφέλη που κρατούσε στον κόρφο της και θα σκορπούσε απλόχερα η μετέπειτα μούσα του Ντελακρουά.
Έτσι και ο Ανρί, μαζί με όλους τους άλλους θεατρικούς συγγραφείς, νεαρούς και μη, που κατείχαν το πιστοποιητικό των δημοκρατικών φρονημάτων τους και ταυτόχρονα ανακατεύονταν με την Επιτροπή Κοινής Σωτηρίας, φρόντιζε να γράφει στρατευμένα έργα. Σατυρικά, τραγικά, κωμικά, φαρσικά - δεν είχε σημασία. Αρκεί να εξυπηρετούνταν ο σκοπός της Συμβατικής. Ακολουθώντας αυτήν την νόρμα, ο νεαρός θεατράνθρωπος είχε κερδίσει μεγάλη αναγνωρισιμότητα στο Παρίσι όταν, μερικούς μήνες πριν, είχε ανεβάσει στην πάλαι ποτέ σκουληκότρυπα των λερών αριστοκρατών, το Θέατρο Φεϊντό, την φάρσα του Τα φουστάνια της Αυστριακιάς. Η καρατόμηση της Μαρίας Αντουανέτας είχε πάρει την μορφή κοσμικού γεγονότος, σε σημείο μάλιστα που ανάγκασε τα μέλη της Επιτροπής, ακριβώς πριν εκτελεστεί η ποινή της έκπτωτης βασίλισσας και για λόγους κυρίως συμβολιστικούς αλλά και χωρικής επάρκειας, να επιστρέψουν την γκιλοτίνα από το σημείο που ατυχώς είχαν επιλέξει να μετακινήσουν στην πρότερη θέση της: μεσούσης της Πλας ντε λα Κονκόρτ, της Πλατείας της Επανάστασης. Ο ντόρος που δημιουργήθηκε μετατράπηκε σύντομα σε λαϊκό πανηγύρι που κράτησε εβδομάδες. Ήταν φυσικό λοιπόν ότι όποιος καλλιτέχνης εμπνεόταν από το γεγονός και παρουσίαζε κάτι αξιόλογο και προσφιλές θα χτυπούσε λαβράκι.
Ο Ανρί δεν είχε χάσει καιρό. Είχε γράψει, μέσα σε πυρετό έμπνευσης και χωρατατζίδικης διάθεσης εντελώς ξένης με το μακάβριο γεγονός του αποκεφαλισμού, μια φάρσα που τα περιείχε όλα. Χλευασμό για τον υπερβολικό πλούτο και χλιδή των Βερσαλλιών την στιγμή που ο λαός φυτοζωούσε, μια σύντομη αλλά επική πράξη που απεικόνιζε την ρωμαλέα και ένδοξη έκρηξη της Επανάστασης, μια φροντισμένη σκηνικά αναπαράσταση της καρατόμησης του Λουδοβίκου του ΙΣΤ' με κωμικά γκαγκ στημένα πάνω στην ατσουμπαλιά του τροφαντού πρώην βασιλιά,  μια λεπτομερή έκθεση των ανοήτων δολοπλοκιών που εξύφαινε η σιχαμένη Βιεννέζα μέσα από το κελί της και τελικά μια ισοπεδωτική τελική σκηνή που γελοιοποιούσε την Αυστριακιά και ταυτόχρονα έπλεκε το εγκώμιο της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας και του Ροβεσπιέρου. Είχε μάλιστα την φαεινή ιδέα να προσαρμόσει τοπικά ένα ψευδοπάτωμα στο δάπεδο της σκηνής, με μια τρύπα στο μέγεθος κεφαλιού, που αξιοποιήθηκε ως εξής: αφού οι φρουροί θα οδηγούσαν την Αντουανέτα στο ικρίωμα, η αυλαία θα έκλεινε στιγμιαία και ταυτόχρονα η γκιλοτίνα θα έπεφτε κάνοντας εκείνον τον χαρακτηριστικό συριστικό ήχο. Στο μεταξύ θα τοποθετούσαν ένα ακέφαλο σκιάχτρο στην θέση του υποτιθέμενου πτώματος και η ηθοποιός θα σερνόταν μέσα στο ψευδοδάπεδο, από όπου θα εξείχε μόνο το κεφάλι της. Έπειτα η αυλαία θα άνοιγε και το κεφάλι θα παραδεχόταν τα κρίματα που διέπραξε η έκφυλη βασίλισσα και θα εγκωμίαζε τους Δημοκράτες που της έδωσαν αυτήν την δίκαιη τιμωρία.
Το έργο σημείωσε τεράστια επιτυχία και ο Ανρί παρίστατο σε μια υπαίθρια γιορτή που στήθηκε προς τιμήν του στον κήπο του Κεραμεικού, κάτω από το αυστηρό βλέμμα των προτομών του Μαρά που είχαν στηθεί σε κάθε πιθανή και απίθανη γωνία και παρόντων αρκετών εκατοντάδων επιφανών και μη Δημοκρατών - ανάμεσά τους του ίδιου του Ροβεσπιέρου. Ο Αδιάφθορος μάλιστα συνεχάρη πρόσωπο με πρόσωπο τον νεαρό, δηλώνοντάς του ότι το είχε καταδιασκεδάσει. Πόσο υπερήφανος είχε νιώσει ο Ανρί εκείνη την στιγμή!...
... και πόσο σιχαινόταν τον εαυτό του τώρα. Λιγότερο από έναν χρόνο μετά, τον Ιούλιο του σωτήριου έτους 1794 (αρνιόταν, κρυφά και παραδόπιστα, να χωνέψει το νέο ημερολόγιο και τις καινούριες ονομασίες των μηνών που πάσχιζε να επιβάλλει η Συμβατική, όπως το σύγχρονο όνομα του Ιουλίου που ήταν Τερμιντόρ), ο Ανρί Μπονκαβιγιέ, συγγραφέας, 29 ετών, μέλος των Ιακωβίνων κι ένορκος στο δικαστικό σώμα της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας,  ανήκων στον κύκλο του Ροβεσπιέρου και γνωστός ως ένας από τους πιο φιλικά προσκείμενους του μακαρίτη Μαρά, καθόταν μίζερος μέσα στο ημίφως της φτωχικής του κάμαρας στο Πον - Νεφ, πάνω από τους ερωτικούς τους στίχους και το μισοτελειωμένο του μελανοδοχείο και οίκτιρε τον εαυτό του. Τον οίκτιρε γιατί μέσα σε μια τόσο σύντομη χρονική περίοδο παρακολούθησε όλα όσα πίστευε να πολτοποιούνται στον βωμό του παράλογου πάθους και της παρανοϊκής τρομολαγνείας. Παρακολούθησε χιλιάδες ανθρώπους να στέλνονται στην γκιλοτίνα, οι οποίοι καταδικάζονταν πολλές φορές σκιωδώς και ψεύδορκα. Είδε τον λαό, που επί πέντε χρόνια κρατούσε το επαναστατικό λάβαρο των Ξεβράκωτων ψηλά, να στρέφεται σιγά σιγά κατά της ίδιας της Συμβατικής και της Επιτροπής, τις οποίες κάποτε επιδοκίμαζε για κάθε αριστοκρατικό κεφάλι που έπεφτε. Και, αν και οι Ιακωβίνοι ξεσκέπασαν την φθοροποιό δράση των Δαντονιστών, που παρ'ό,τι ήταν οι πρωτεργάτες της Επανάστασης επέδειξαν στην συνέχεια αξιοκατάκριτη υπαναχώρηση, και θρήνησαν όσο κανείς άλλος την στυγερή δολοφονία του Φίλου του Λαού μέσα στην ίδια του την μπανιέρα - οι φήμες έλεγαν από μια γυναίκα -, βρίσκονταν τώρα οι ίδιοι στο στόχαστρο. Οίκτιρε τον εαυτό του που συμμετείχε στην Τρομοκρατία.
Ο Ανρί δεν είχε χάσει την πίστη του στην Επανάσταση. Δεν είχε χάσει την πίστη του ούτε στον Ροβεσπιέρο. Αλλά η παράνοια που είχε κατακλύσει τα Επαναστατικά Δικαστήρια είχε ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Στο βήμα των κατηγορούμενων στριμώχνονταν πολλές φορές εξήντα ή εβδομήντα άνθρωποι που κατηγορούνταν όλοι μαζί για συνωμοσία - άνθρωποι που πολλές φορές δεν γνωρίζονταν καν μεταξύ τους, για τους οποίους δεν υπήρχε η παραμικρή υπεράσπιση και που η διαδικασία δεν κρατούσε παρά μερικά λεπτά, συνοπτική, παράφορη, άλογη, τραγελαφική και με κατάληξη πάντα την λαιμητόμο. Υπήρχαν εβδομάδες που είχαν σταλεί για καρατόμηση και σχεδόν δια βοής διακόσια, τριακόσια, τετρακόσια άτομα. Κάθε φορά, ως μέλος του ενόρκου σώματος, ο Ανρί ακολουθούσε σιωπηρά την πλημελλώς στηριγμένη σε πραγματικά ενοχοποιητικά στοιχεία και κυρίως υποκινούμενη από το πάθος καταδικαστική απόφαση των υπολοίπων. Δεν ήταν ότι φοβόταν για την ζωή του σε περίπτωση που τους εναντιωνόταν - ο καθένας που είχε γίνει κοινωνός των μεταβολών εκείνης της ταραγμένης πενταετίας, νέος, γέρος, άνδρας, γυναίκα, δεν αισθανόταν τον φόβο του θανάτου. Απλά ήθελε να δει τους κόπους των επαναστατών να ανταμείβονται, τις ταραχές να τελειώνουν, τον πόλεμο με τους προελαύνοντες Άγγλους να λήγει αισίως και την Τρομοκρατία να ολοκληρώνει επιτέλους τον κύκλο της και να παραχωρεί την θέση της στην τόσο αιματηρά προετοιμασμένη Δημοκρατία. Το ήθελε πιεστικά, αχόρταγα, σχεδόν εγωιστικά. Και κόντρα σε κάθε ψήγμα ανθρωπιάς κατέπνιγε την συνείδησή του, σκλαβωνόταν από τα φλογερά κυρήγματα του Ροβεσπιέρου και περπατούσε αγόγγυστα σε έναν δρόμο σπαρμένο με τα κουρεμένα κεφάλια τον ανθρώπων που έστειλε, μαζί με την υπόλοιπη Επιτροπή, στον δρόμο χωρίς γυρισμό.
Αλλά πλέον δεν άντεχε άλλο. Η ψυχή του δεν είχε πωρωθεί ακόμα τόσο πολύ, η καρδιά του δεν είχε αδειάσει τελείως. Ήξερε ότι πολλοί - οι περισσότεροι - από αυτούς που καρατομήθηκαν μετά την δολοφονία του Μαρά και την σχεδόν δικτατορική επικράτηση του Ροβεσπιέρου, ήταν αθώοι, αμέτοχοι, θύματα της συνωμοσιολογίας και των κακών αναγνωσμάτων. Στην επόμενη δίκη, σε μια εβδομάδα από τότε, αν έκρινε πως οι κατηγορούμενοι ήταν αθώοι, θα το έλεγε. Θα ύψωνε την φωνή του. Κι ας γινόταν ό,τι ήθελε.
Κάποιος χτυπούσε επίμονα την πόρτα του και ο Ανρί, χαμένος στις σκέψεις του, άργησε να το καταλάβει. Με κάποια δυσφορία σηκώθηκε από την παλαιικού τύπου πολυθρόνα του και άνοιξε με κόπο την γαριασμένη ξύλινη εξώπορτα, προσέχοντας να μην ξεχαρβαλώσει τελείως τον επάνω μεντεσέ που του έλειπαν δύο βίδες. Ανοίγοντας το θυρόφυλλο και σκεπτόμενος ότι με ένα τέτοιο σαράβαλο θα ήταν ίσως καλύτερο και πιο πρακτικό να μην είχε καν πόρτα - άλλωστε, τι θα μπορούσε να του κλέψει κάποιος; Το κακιασμένο στρώμα που κοιμόταν; -, αντίκρυσε μπροστά του τον Ζαν, τον φούρναρη φίλο του. Ήταν λαχανιασμένος και ιδρωμένος από την αποπνικτική ζέστη της καλοκαιριάτικης νύχτας και την τρεχάλα που προφανέστατα είχε ρίξει. "Ανρί, ουφφφ..." "Ανάσανε, άνθρωπέ μου!" του είπε ο Ανρί, προσκαλώντας τον μέσα και βάζοντάς του ένα ποτηράκι φτηνό κόκκινο κρασί. Γέρνοντας στο γραφείο του συγγραφέα, ο Ζαν κατέβασε μια βιαστική γουλιά και μετά γύρισε και κοίταξε τον φίλο του. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, τα χαρακτηριστικά του προσώπου αλλοιωμένα, οι κλειδώσεις των δακτύλων του άσπριζαν σφιγμένες. "Ανρί, είμαστε νεκροί." "Τί; Τί λες;" ρώτησε ταραγμένα ο Ανρί ανακαθίζοντας. "Είμαστε νεκροί, σου λέω. Η Συμβατική μας έβγαλε εκτός νόμου. Το απόγευμα, στην Συνέλευση, ο Μαξιμιλιανός δήλωσε μπροστά σε όλους αυτό που έλεγε στις συγκεντρώσεις μας εδώ και ένα μήνα - ότι έχει στην κατοχή του έναν κατάλογο με εχθρούς του λαού, πολλοί από τους οποίους ανήκουν στην Συμβατική. Αλλά δεν είπε τα ονόματά τους. Ούτε έναν. Κατάρα, γιατί δεν το έκανε; Ο Μαρά τους έδειχνε με το δάχτυλο. Άρρωστος ξεάρρωστος, ξεμπρόστιαζε τους μπάσταρδους έναν έναν!" Σταμάτησε για να πιει μια γουλιά. Έπειτα, συνέχισε, πιο ήρεμος. "Γιατί δίστασε αυτήν την φορά, Ανρί; Γιατί, που να μας πάρει ο διάολος; Γιατί με τους Γιρονδίνους ήταν τόσο άμεσος; Τώρα τον έπιασε η ανθρωπιά; Με αυτό που έκανε, στράφηκε εναντίον μας όλη η Συμβατική. Αν ο Μαξιμιλιανός κατονόμαζε τους αντεπαναστάτες, θα τους απομόνωναν οι υπόλοιποι. Τώρα, φοβούνται όλοι! Το μόνο που τους νοιάζει είναι να σώσουν τα βρωμερά τομάρια τους!" Έριξε στον φίλο του, που πλέον ντυνόταν για έξοδο, ένα παγερό βλέμμα. Περίμενε μέχρι που ο Ανρί του το αντιγύρισε και τότε του είπε "Φίλε μου, τέθηκαν εκτός νόμου τα μέλη της Κομμούνας που υποτίθεται πως στασίασε, τα μέλη του Γενικού Συμβουλίου που συντάχθηκαν με αυτήν και όσοι πολίτες υπάκουσαν στην πρόσκλησή της. Ο Μαξιμιλιανός, Ο Αυγουστίνος, ο Σεν Ζιστ, ο Κουτόν, ο Λε Μπα και όσοι Ιακωβίνοι ήταν παρόντες βρίσκονται τώρα στο Δημαρχείο, περικυκλωμένοι από τα κανόνια του Ανριό." Αποτελείωσε το ποτό του. "Δεν θα σταματήσουν μέχρι να συλλάβουν όλους τους Ιακωβίνους. Τα κεφάλια μας θα πέσουν, Ανρί. Πρέπει να φύγουμε, πρέπει να κρυφτούμε τώρα αμέσως." Ο Ανρί που πλέον ήταν έτοιμος να βγει από την τρώγλη, γύρισε αηδιασμένος και όρμησε στον Ζαν. "Τί είναι αυτά που λες; Νομίζεις πως θα την πατήσει έτσι εύκολα ο λαός; Νομίζεις ότι δεν ξέρει ποιός είναι ο πραγματικός προστάτης του; Νομίζεις πως τον τρομοκράτησε η παραπανίσια αυστηρότητα της Επιτροπής; Τόσα χρόνια, τόσους αιώνες θρήνησε θύματα που σφαγίασαν οι κοπροαίματοι τύραννοι. Νομίζεις πως τώρα τον τρομάζουν οι αποκεφαλισμοί των τελευταίων μηνών;" "Πού να σε πάρει Ανρί, κατάλαβε επιτέλους! Κατέβα από το σύννεφό σου, διώξε τον συγγραφικό ρομαντισμό και μεγαλοϊδεατισμό σου! Ο λαός σιχάθηκε την Επιτροπή! Σιχάθηκε την γκιλοτίνα! Σιχάθηκε να τον τυραννά ο άνθρωπος που επιλέχτηκε να προασπίσει την Επανάσταση! Σιχάθηκε να καταδικάζει η Δημοκρατία με τον τρόπο που καταδίκαζε το ελεεινό σόι των Λουδοβίκων! Ο λαός θέλει να δει τον Ροβεσπιέρο να πεθαίνει!" "Δεν σε πιστεύω", απάντησε ψυχρά ο Ανρί, που κρατήθηκε τελευταία στιγμή να μην πιάσει τον Ζαν από τον γιακά. Και δίχως άλλη κουβέντα, βγήκε έξω, στην νύχτα και στο ζεστό ψιλόβροχο. Δεν σε πιστεύω είχε πει ο Ανρί, προσπαθώντας να προασπίσει αυτά που ο ίδιος αμφισβητούσε και κατηγορούσε στις σκέψεις του αμέσως πριν ο Ζαν περάσει το κατώφλι του σπιτιού του. Αλλά τον πίστευε. Γιατί το πίστευε και ο ίδιος.
"Αντίο για πάντα, φίλε μου" ψέλλισε ο Ζαν και βγαίνοντας από το ετοιμόρροπο σπιτάκι του Ανρί, έτρεξε προς την αντίθετη διεύθυνση. Τέσσερις μέρες μετά, ο μουσάτος φούρναρης με το κόκκινο φακιόλι και το πληθωρικό παντελόνι των Ξεβράκωτων έπεσε νεκρός κοντά στον κήπο του Λουξεμβούργου, όταν πάνω στην προσπάθεια της διαφυγής του ένας άγνωστος τον αναγνώρισε σαν Ιακωβίνο και τον κατέδωσε σε μια κοντινή ομάδα δραγόνων, οι οποίοι τον κατεδίωξαν κοντά στα παρτέρια και τον πυροβόλησαν στην πλάτη.
Ο Ανρί έφτασε χωρίς ανάσα στο προαύλιο του Δημαρχείου. Αλλά το τεράστιο πλήθος που είχε πρωτύτερα μαζευτεί στην πλατεία είχε τώρα αρχίσει να σκορπίζει, φοβισμένο από τον αντιπρόσωπο της Συμβατικής που με έπαρση και απόλυτη μειλιχιότητα είχε μόλις πριν λίγο διαβάσει το καταδικαστικό ψήφισμά της, η εφαρμογή του οποίου σήμαινε καρατόμηση χωρίς δίκη σε όσους θεωρούνταν ένοχοι. Μέσα στον πανζουρλισμό, ο Ανρί προσπέρασε την χαλαρή περίμετρο των κανονιών, όρμησε στην λαοθάλασσα, έσπρωξε και σπρώχτηκε και τελικά μπήκε μέσα στο Δημαρχείο. Στον δρόμο του βρέθηκαν δυο τρεις στρατιώτες της Συμβατικής, οι οποίοι παρ'όλ'αυτά δεν έκαναν καμιά προσπάθεια να τον εμποδίσουν. Ορμώντας στον διάδρομο της εισόδου, κατευθύνθηκε προς την μαρμαροστόλιστη κεντρική αίθουσα. Κι εκεί είδε τους προγραμμένους, εικοσιένας όλοι κι όλοι. Με το που μπήκε μέσα, διακόπτοντας τους από κάτι που συζητούσαν σοβαροί, ήρεμοι, συγκροτημένοι, λες και χλεύαζαν κατάμουτρα την έλευση του επικείμενου τέλους τους, ο Ροβεσπιέρος γύρισε απότομα προς το μέρος του. Τα ξεπλυμένα του μάτια στιγμιαία έλαμψαν με μια σπίθα ευθυμίας. "Ανρί..." πρόλαβε να πει, όταν ένας τρομερός πάταγος από ομοβροντία πυροβολισμών, σπασίματος τζαμιών και ποδοβολητών συντάραξε όλο το κτίριο. Ο Ανρί κοίταξε με αγωνία από το πλαϊνό παράθυρο της αίθουσας και είδε τα στρατεύματα της Συμβατικής να ξεχύνονται από τους γύρω δρόμους, να κατακλύζουν την έρημη πλέον πλατεία, να συμπαρασύρουν και τους ακροβολισμένους πυροβολητές και να εφορμούν στο Δημαρχείο. Βλέποντάς τους να έρχονται κατά πάνω τους σαν τις πεινασμένες ακρίδες, ο Λε Μπα έβγαλε από το θηκάρι της ζώνης του ένα μικρό καμπυλωτό στιλέτο και το έχωσε στην καρδιά του. Ο Κουτόν προσπάθησε να ξεφύγει κυλώντας με το αναπηρικό του καροτσάκι αλλά το μόνο που κατέφερε ήταν να τραμπαλιστεί άσχημα, να αναποδογυρίσει και να σωριαστεί στο πάτωμα ανήμπορος. Ο Σεν Ζιστ κάθισε ατάραχος, περιμένοντας με κενό βλέμμα το αναπόφευκτο, με μια απάθεια που πρόδιδε την αποδοχή του δεδικασμένου. Ο αδερφός του Ροβεσπιέρου, ο Αυγουστίνος, έτρεξε στις σκάλες, ανέβηκε στον επάνω όροφο και πήδηξε στο κενό από το διακοσμημένο με στιλιζαρισμένες φυτολογικές συνθέσεις μπαλκόνι του Δημαρχείου. Για κακή του τύχη όμως, δεν σκοτώθηκε, καθώς προσγειώθηκε πάνω σε δύο απρόσεχτους δραγόνους. Βλέποντας τον θανάσιμο κι εξωφρενικά τυχαίο τραυματισμό των συστρατιωτών τους, οι γύρω όρμησαν αφρίζοντας πάνω στον ημιαναίσθητο Αυγουστίνο και τον έσυραν από τα μαλλιά του μαζί τους, κλωτσώντας και φτύνοντάς τον.
Ο Ροβεσπιέρος, ο Μαξιμιλιανός Ροβεσπιέρος, ο Αδιάφθορος, ορθώθηκε μπροστά στους στρατιώτες και με μια κίνηση χωρίς νόημα, μεγαλειώδη αλλά κενή, άπλωσε τις παλάμες του, αισθανόμενος μες στην τρέλα και την ένταση αυτών των δραματικών στιγμών ότι θα μπορούσε σαν κυματοθραύστης να σταματήσει αυτήν την παλίρροια από ξιφολόγχες, τουφέκια και λυσσασμένα ανθρώπινα πρόσωπα. Τότε ένας νεαρός χωροφύλακας, ο Μερντά, ούρλιαξε μέσα στον κακό χαμό "θάνατος στον τύραννο!" και πυροβόλησε τον Ροβεσπιέρο στο πηγούνι, συντρίβοντάς του το. Αφήνοντας μια κοφτή και ασθενική κραυγή, ο Μαξιμιλιανός τινάχτηκε προς τα πίσω αιμόφυρτος, έχοντας χάσει τις αισθήσεις του πριν καν καταρρεύσει στο πάτωμα. Ο Ανρί όρμησε να τον πιάσει, φωνάζοντας το όνομά του, όταν ένας υποκόπανος προσγειώθηκε πάνω από τον αυχένα του. Ύστερα, το σκοτάδι.
Για μια απροσδιόριστη στιγμή, ελάχιστη σαν ανάσα αλλά και σημαντική σαν την ζωή, ο Ανρί αισθάνθηκε ότι κολυμπούσε, γυμνός, χωρίς να νιώθει ούτε κρύο ούτε ζέστη, αντιλαμβανόμενος μόνο το βάρος της ύπαρξής του. Άκουγε διάφορες φωνές, άγριες, ακατέργαστες, ανατριχιαστικές σαν τον ήχο που κάνει το κόκαλο όταν σπάει. Δεν τις καταλάβαινε. Δεν ήθελε να τις καταλάβει. Ήθελε μόνο να βγει από αυτήν την άβυσσο. Αλλά δεν ήξερε πώς.
Γνώριζε ποιός είναι. Σιγά σιγά άρχισε να επαναφέρεται μέσα από τα σκοτεινά βάραθρα του ταραγμένου του υποσυνείδητου και η τελευταία δραματική σκηνή στο Δημαρχείο. Ο Ροβεσπιέρος, πληγωμένος, λεκιασμένος με πηχτό αίμα, με το δικό του αίμα, το αίμα της Επανάστασης, κατέρρεε... και ο ίδιος έτρεχε να τον κρατήσει. Τί συνέβη μετά; Γιατί όλα χάθηκαν; Και πού βρισκόταν τώρα; Τριγύρω του το απόλυτο σκοτάδι τον έζωνε και τον έπνιγε. Το ένιωθε όχι απλά σαν απουσία του φωτός αλλά σαν μια απτή, τρομερή παρουσία, που κολλούσε πάνω στο δέρμα του και τον έκαιγε με εκατομμύρια πυρωμένες βελόνες. Κατά τόπους, ένιωθε το χάος να συγκεντρώνεται, να μαζεύεται, να συμπυκνώνεται και να παίρνει την μορφή προσώπων, αοράτων και όμως αντιληπτών. Η μητέρα του, η Ζιλιέτ. Ο Ζαν. Η μικρούλα που είχε αγαπήσει στα 17 του και ο μοναδικός μεγάλος του έρωτας, η Μινιόν. Ο Μπουμπαμάρ ο τυπογράφος, που τον έβαλε μέσα στην πολιτική και την Επανάσταση στα 24 του. Οι σύντροφοί του, ακόμα και αυτός ο ίδιος ο Ροβεσπιέρος, με το πηγούνι του άθικτο και την έκφρασή του αυστηρή. Ως και αυτή η σιχαμένη η Αντουανέτα παρουσιάστηκε μπροστά του, ειρωνική και συνάμα αξιοπρεπής. Όλοι και όλες παρέλασαν από μπροστά του σε τυχαία χρονολογική σειρά, πρόσωπα που έπαιξαν ρόλο στην ζωή του και επηρέασαν το είναι του.
Ξαφνικά, οι οπτασίες εξαφανίστηκαν, διαλύθηκαν σε τουλίπες λεπτοϋφασμένου καπνού. Και άρχισε η πτώση. Ο Ανρί ένιωθε ότι γκρεμιζόταν, ότι μια ακατανίκητη έλξη τον τραβούσε με βία προς τα κάτω, όπου και αν ήταν αυτό. Μπροστά του μεγάλωνε σιγά σιγά ένα μικρό φωτεινό σημαδάκι, με έναν ρυθμό δυσανάλογα αργό σε σχέση με την ασύλληπτη ταχύτητα με την οποία αισθανόταν ότι έπεφτε. Όσο πλησίαζε σε αυτό ένιωθε και ένα τρέμουλο, ένα ρίγος και μια φριχτή αίσθηση ναυτίας να κατακλύζουν το κορμί του, το οποίο δεν μπορούσε να δει αλλά ήξερε ότι βρισκόταν εκεί. Η ταχύτητα αυξανόταν ιλιγγιωδώς, μια θέρμη άρχισε να τον συνεπαίρνει και το σημαδάκι, που είχε μεγαλώσει σε έναν ασαφή κύκλο, είχε γίνει τώρα ένα σχίσιμο μέσα από το οποίο ξεχύθηκε ένα εκτυφλωτικό γαλακτερό φως, που ορμητικό και βίαιο άρχισε να ανακτά το έδαφος που του είχε κλέψει το άνοο σκοτάδι.
Ο Ανρί αισθάνθηκε ότι ήταν βυθισμένος μέσα σε κάτι υγρό και κρύο. Ένιωθε τρομερούς πόνους σε όλο του το σώμα και ακατάσχετους σπασμούς να του συνταράζουν το στήθος. Από τα άκρα του δεν είχε καμία ανταπόκριση αλλά σιγά σιγά άρχισε να αντιλαμβάνεται το περιβάλλον γύρω του. Τριγύρω του το εκτυφλωτικό φως του ταλαιπωρούσε τα μισάνοιχτά του μάτια, ενώ μπορούσε να ξεχωρίσει κάτι ασαφείς φιγούρες να σκύβουν από πάνω του, φιγούρες τρομερές, ανατριχιαστικές, σαν δαίμονες που είχαν στο κεφάλι μια αηδιαστική προβοσκίδα και που χειρονομούσαν ανεξέλεγκτα. Ταυτόχρονα, άρχισε σιγά σιγά να επανέρχεται και η ακοή του. Συνειδητοποίησε πως οι σπασμοί που τον εξουθένωναν προέρχονταν από το ακατάσχετο βήξιμό του ενώ ταυτόχρονα ξεχώρισε κάτι φωνές, αλλοιωμένες, διαστρεβλωμένες, τρομαχτικές, που μιλούσαν σε μια γλώσσα που δεν ήταν Γαλλικά και που όμως την καταλάβαινε, να λογομαχούν άγρια: "Βίωσε το χτύπημα πολύ δυνατά, αισθάνθηκε ότι πεθαίνει. Έχει σχεδόν επανέλθει. Αν τον ξαναγυρίσουμε με το ζόρι πίσω, υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να αχρηστευτεί!" "Γύρνα τον!", απάντησε η άλλη φωνή. "Θέλω και πρέπει να το φτάσουμε μέχρι τέλους. Η κατάληξη είναι αυτή που μας ενδιαφέρει και δεν θα σταματήσουμε τώρα, τελευταία στιγμή!" "Μα, μπορεί να πολτοποιηθεί ο εγκέφαλός του και δεν έχουμε άλλο Δοχείο τέτοιας αντοχής. Είναι κρίμ..." "Δεσποινίς, χάνουμε χρόνο. Όσο περνάει η ώρα τόσο ανακτά τις αισθήσεις του. Γυρίστε τον αμέσως! Και ας ευχηθούμε η εμπειρία του να συνεχιστεί από εκεί που σταμάτησε, χωρίς κενά διάλειψης."
Άκουσε μια παρατεταμένη ανάσα και ξαφνικά όλα γύρω του γκρεμίστηκαν, σε μια σιωπηλή οχλαγωγία. Τα θρύψαλα τινάχτηκαν προς όλες τις κατευθύνσεις κι εξατμίστηκαν, αφήνοντάς τον με μια αίσθηση αλλόκοσμου ιλίγγου, σαν κάποιος να τον τραβούσε από το σβέρκο σε μία ακόμα δίνη χάους και άλογου κενού.
"Μπάσταρδοι!" Η κακιασμένη αυτή κραυγή και μια απαίσια αποφορά βρώμικων ποδιών τον υποχρέωσαν να ανοίξει βίαια τα μάτια του. Συνειδητοποίησε πως κειτόταν πεταμένος όπως όπως πάνω σε ένα λερό κάρο, αλυσοδεμένος, και πως το ουρλιαχτό που τον ξύπνησε ήταν μόνο μια διακύμανση που ξεχώρισε μέσα στην τρομακτική φασαρία και τον χαμό που τον ξεκούφαιναν.
Ανασηκώθηκε με κόπο. Δίπλα και απέναντί του βρίσκονταν μέλη του ενόρκου σώματος και άλλοι που τους γνώριζε μόνο φατσικά και όχι προσωπικά, αλλά πάντως όλοι Ιακωβίνοι - και όλοι δεμένοι. Το κάρο έσερναν δύο ταλαιπωρημένα άλογα και ο αμαξάς είχε στο φτηνό του πανωφόρι τα διακριτικά της Συνέλευσης. Εκατέρωθεν του κάρου υπήρχαν από δύο σειρές αρματωμένοι στρατιώτες της Συμβατικής, αμίλητοι και ψυχροί, αν και δύο τρεις είχαν στο σκληρό τους πρόσωπο ένα σαρδόνιο χαμόγελο. Πέρα από την φρουρά, το χάος - χιλιάδες άνθρωποι είχαν συνωστιστεί στις δύο πλευρές του δρόμου, παρά τον εκτυφλωτικό μεσημεριανό Ήλιο και την ζέστη και φώναζαν, ούρλιαζαν, έβριζαν, με τα μάτια γουρλωμένα και την καρωτίδα διογκωμένη, χωρίς πάντως να τολμούν να ενοχλήσουν τους δραγόνους. "Δολοφόνοι!" "Τύραννοι!" "Γαμημένοι ανθρωποφάγοι!" "Όρνια!" "Πουτάνας γιοί!" Ο λαός που τόσο καιρό είχε καταπιεστεί από την Τρομοκρατία μιας Επανάστασης που αυτός είχε αρχίσει αλλά που ποτέ δεν περίμενε να καταλήξει να τρώει τα ίδια τα παιδιά της, έβγαζε τώρα όλο το συσσωρευμένο μίσος του. Πέρα από τις βρισιές, ορισμένοι αρέσκονταν και στο να εκτοξεύουν σάπια λάχανα, πέτρες, σκουπίδια, κοπριά ή κουβάδες με αίμα από πολυκαιρισμένα σφάγια. Ο Ανρί έβλεπε τον δρόμο στον οποίο προχωρούσε, έβλεπε την χλεύη, το μένος... αλλά κατά κάποιον τρόπο αισθανόταν ότι δεν θα μπορούσε να βρίσκεται αλλού. Ήξερε μέσα του πως, παρ'όλο που δεν έκανε καμία προσπαθεία να το αποτρέψει, το τέλος που από καιρό περίμενε θα ήταν κάπως έτσι.
Ένα βραχνό γέλιο ακούστηκε στα αριστερά του. Ο Ανρί γύρισε και αναγνώρισε τον Φρανσουά, έναν από τους πιο παθιασμένους ενόρκους. Ο Φρανσουά καταγόταν από την Μασσαλία. Το ηλιοψημένο και καλοκάγαθο πρόσωπό του, χαρακτηριστικό των ανθρώπων του γαλλικού Νότου, που τόσο άλλαζε όταν παρασυρόταν από την φλόγα και την παράνοια του Επαναστατικού Δικαστηρίου κατά την έκδοση της καταδικαστικής ετυμηγορίας, ήταν τώρα πληγιασμένο και πρησμένο από κάποιο πρόσφατο γρονθοκόπημα. Γελώντας - αποκαλύπτοντας πως του έλειπαν και δύο από τα μπροστινά του δόντια - καθάριζε μάλλον στωικά ένα σωρό καβαλίνες που είχαν προσγειωθεί στα μαλλιά του. "Φρανσουά;" ρώτησε αναπάντεχα δυνατά και με ραγισμένη από τον πονοκέφαλο φωνή ο Ανρί. "Γιατί γελάς;" Ο Φρανσουά γύρισε και, αν ήταν δυνατόν, αισθανόταν εύθυμος. "Γιατί γελάω; Εσύ γιατί λες, αγαπητέ μου; Γελάω με την ειρωνία της στιγμής. Γελάω με αυτά τα απονενοημένα κουτάβια, αυτούς τους αγαθούς ηλίθιους, που παρασύρονται σαν φτερά στον άνεμο. Οι ίδιοι που μας επευφημούσαν όταν ρίχναμε στον κουβά το κεφάλι της Αυστριακιάς, οι ίδιοι τώρα μας λένε δολοφόνους και πουτανογεννήματα! Χαχαχαχαχα! Είναι να μην γελάς;" Κοίταξε εξεταστικά τον Ανρί και συνέχισε. "Είχαν άγχος, ξέρεις, για το αν θα ξυπνούσες. Ο δραγόνος που σε κοπάνησε στο σβέρκο έφαγε χοντρή επίπληξη, οι της Συμβατικής επιθυμούν να είναι όλοι σώοι και σχετικά αβλαβείς προκειμένου να καρατομηθούν ενώπιον του λαού για παραδειγματισμό. Με το να συνέλθεις, φίλε μου, τους γλίτωσες από τον κόπο να προσπαθήσουν να σε συνεφέρουν κάτω από το ικρίωμα στην Πλατεία." "Εκεί πηγαίνουμε τώρα, έτσι;" σημείωσε ο Ανρί. Ήταν μια ρητορική ερώτηση, δεν επιδεχόταν απάντηση. Και ο Ανρί, πράγματι, δεν πήρε καμία. "Είναι θέμα ισορροπίας και αντοχής. Πόσο μπορείς να τεντώσεις το λάστιχο χωρίς να σπάσει; Εμείς δεν το σπάσαμε απλά, αλλά το ψιλοκόψαμε, το ποδοπατήσαμε, το λιανίσαμε... και όλα αυτά με το σκεπτικό να το κολλήσουμε πάλι. Αλλά εφόσον καταλυθεί η συνέχεια του υλικού, πώς θα ξαναγίνει μετά ενιαίο; Έχεις δίκιο, είναι ειρωνικό." Ο Φρανσουά κατένευσε. Ο Ανρί, μετά από αυτήν την στιγμιαία διακοπή, ξαναμίλησε ζητώντας να μάθει τί συνέβη από το προηγούμενο βράδυ και μετά. Ο Φρανσουά, υπομονετικά, είπε "μας μετέφεραν στις φυλακές της Κονσιερζερί. Εσένα σε πέταξαν σε ένα κελί του δευτέρου ορόφου, παραδίπλα από το δικό μου και του Λουσιάν, του Εισαγγελέα. Προσπάθησαν να σε συνεφέρουν και όταν είδαν ότι δεν το πετύχαιναν, παράτησαν την προσπάθεια για σήμερα, αφήνοντάς σε αναίσθητο αλλά πάντως ζωντανό. Ένας γιατρός ήρθε λίγο μετά την έμπα μας και περιποιήθηκε τον Ροβεσπιέρο, πλένοντας με οινόπνευμα τα τραύματά του - αυτό πρέπει να πόνεσε - και δένοντας με έναν επίδεσμο ό,τι είχε απομείνει από το σαγόνι του. Ύστερα τον οδήγησαν στο κελί του, που ήταν ακριβώς δίπλα από αυτό της Αυστριακιάς! Το πιστεύεις; Έβαλαν τον Μαξιμιλιανό δίπλα στην τελευταία κατοικία αυτής της πόρνης, που είχε ανοίξει τα πόδια της στις μισές Αυλές της Ευρώπης!" Κατάπιε με κόπο και συνέχισε "υποτίθεται πως θα έπρεπε να διαπιστωθεί η ταυτότητά μας από δύο αξιωματικούς της Δημαρχείας για να μας παραδώσει το νέο Επαναστατικό Δικαστήριο στον δήμιο. Αλλά οι τύποι δεν μπορούσαν να εφαρμοστούν γιατί εμείς, όλη η Κομμούνα, είχαμε βγει εκτός νόμου. Έτσι, αρκέστηκαν λίγο μετά τα ξημερώματα και πριν μας κουρέψουν να φέρουν κοινούς μάρτυρες για να μας αναγνωρίσουν. Μα τω Θεώ, πολίτη Ανρί, θα ορκιζόμουν πως αυτοί οι φουκαράδες τρόμαζαν και μόνο με την θέα μας, αν και ήμασταν πίσω από τα κάγκελα!"
Ο Φρανσουά σώπασε κουρασμένος. Δεν είχε χάσει ακόμα το κέφι του, αλλά καθώς πλέον άρχισαν να φαίνονται στο τέλος του δρόμου οι παρυφές της Πλας ντε λα Κονκόρτ, αισθανόταν το επικείμενο τέλος του πιο απτό και κοντινό. Μόλις και μετά βίας άρχιζε να συνειδητοποιεί ότι όλα θα τελείωναν σε λίγο. Και αυτό τον γέμιζε με μια γλυκόπικρη αίσθηση παιδικής αδικίας.
Ο Ανρί, αφού άκουσε την διήγηση του Φρανσουά, στύλωσε μπροστά του το βλέμμα του, χωρίς να βλέπει, και χάθηκε στις σκέψεις του. Πεθαίνω δίκαια, συλλογίστηκε. Και μάλλον όλοι σε αυτό το κάρο, σε όλα τα κάρα των καταδικασμένων, σκέφτονται το ίδιο - αλλά πάνω σε διαφορετική βάση. Σκέφτονται ότι είναι δίκαιο να δέχονται εκείνοι τις βρισιές που στρέφονται ενάντια στην Δημοκρατία, την οποία πίστευαν ότι προστάτευαν. Σκέφτονται, πωρωμένοι, ότι είναι δίκαιο να τιμωρηθούν σαν προδότες, να υπομείνουν το μαρτύριο, γιατί ήταν ένοχοι επιείκειας. Ακολουθώντας το παράδειγμα του αγίου τους, του Μαξιμιλιανού, αμάρτησαν δείχνοντας ανθρωπιά την τελευταία στιγμή, στην συνεδρίαση της Συμβατικής, μαλακώνοντας κι αισθανόμενοι ότι χάνουν την σιδηρά πυγμή που απαιτούσε η επιβολή της Δημοκρατίας. Αλλά εγώ ξέρω ότι πεθαίνω δίκαια όχι για αυτόν τον λόγο, μα για τον αντίθετο. Πεθαίνω δίκαια γιατί η ανθρωπιά, η επιείκεια, η ταπεινοφροσύνη, εκδηλώθηκαν πολύ αργά. Πρόδωσα την Επανάσταση δημιουργώντας εκατόμβες θυμάτων, χάνοντας το μέτρο, σφάζοντας δικαίους ανάμεσα στους αδίκους. Έγινα, μαζί με τους άλλους, δικτάτορας στο όνομα του πολέμου κατά της δικτατορίας, κανόντας ό,τι ήθελα όπως το ήθελα, αρνούμενος να κατέβω από το βάθρο που είχα στήσει για τον εαυτό μου και κοροϊδεύοντας την ψυχή μου λέγοντας ότι τα έκανα όλα στο όνομα του λαού. Μα, άμα αποδεκατιζόταν όλος ο λαός, εν ονόματι ποίου θα ενεργούσα;
Το κάρο σταμάτησε την μέση της Πλατείας, δίπλα από το ικρίωμα και πλάι στα υπόλοιπα που είχαν ξεφορτώσει. Οι αποκεφαλισμοί είχαν ήδη αρχίσει και το πλήθος είχε μεθύσει από την μυρωδιά του φρέσκου αίματος. Οι δεσμοφύλακες έστησαν σε μια σειρά τους επιβαίνοντες, που αποτελούσαν την αμέσως επόμενη ομάδα μελλοθανάτων. Ο Ανρί μπήκε πρώτος πρώτος, μάλλον ανακουφισμένος που θα γλίτωνε το μαρτύριο της αναμονής. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε ποιός ήταν ο τελευταίος της προηγούμενης ομάδας και τον οποίο θα ακολουθούσε αμέσως μετά. Ήταν ο Μαξιμιλιανός.
Όταν ο Αδιάφθορος ανέβηκε στην εξέδρα, ανέκφραστος, με τον επίδεσμο να έχει μουλιάσει από το αίμα του, οι ιαχές έγιναν εκκωφαντικές. Η ατμόσφαιρα έβραζε από ένα μίσος έντονο,  παράλογο, όσο παράλογη ήταν και η λατρεία με την οποία περιβαλλόταν το αμφιλεγόμενό του πρόσωπο όταν πρωτοανέλαβε τα ηνία της Επιτροπής Κοινής Σωτηρίας. Ο δήμιος τον υποχρέωσε να γονατίσει και να βάλει το κεφάλι του μέσα στην μεγγένη. Ύστερα, για να διασκεδάσει το πλήθος, τον χαστούκισε κι έβγαλε απότομα τον επίδεσμο από το κεφάλι του. Η θρυμματισμένη και κατακρεουργημένη τότε κάτω σιαγόνα του Ροβεσπιέρου κρεμάστηκε θλιβερά, μόλις συνδεόμενη με το υπόλοιπο κεφάλι με μια μάζα από πολτοποιημένους χόνδρους, σάρκες και νεύρα. Τρελαμένος από τον πόνο, ο Μαξιμιλιανός που ως τότε δεν είχε βγάλει λέξη, άφησε ένα τρομαχτικό ουρλιαχτό, μια αγωνιώδη κραυγή. Για μερικές ατελείωτες στιγμές, το πλήθος σώπασε στο άκουσμα αυτής της φωνής και μερικά ψήγματα σεβασμού, ακόμα και φόβου, αναδύθηκαν από τα βάθη των ψυχών τους, υπογραμμίζοντας την επιρροή που είχε ασκήσει και που θα συνέχιζε, ακόμα και μετά θάνατον, να ασκεί πάνω τους η πιο έντονη προσωπικότητα μιας πενταετίας που θα άλλαζε όχι μόνο την Γαλλία αλλά και όλον τον κόσμο.
Έπειτα όμως το λεπίδι έπεσε και το δέος διαλύθηκε αυτοστιγμεί. Ο λαός ξέσπασε σε θριαμβευτικά επιφωνήματα. Ο δήμιος σήκωσε το κεφάλι από τον κουβά, το έδειξε στο πλήθος κάνοντας έναν κύκλο πάνω στην εξέδρα κι έπειτα το ξαναπέταξε. Στην συνέχεια έκανε ένα νόημα στους δεσμοφύλακες, που έπιασαν από τα μπράτσα τον Ανρί και τον ανέβασαν πάνω στα λουστραρισμένα από την λίγδα και τον ιδρώτα ξύλινα σκαλοπάτια. Εκείνος υπάκουσε αμίλητος, όπως και όλοι οι υπόλοιποι κατάδικοι και απόλυτα αποδεχόμενος το αναπόφευκτο, αν και τον είχε συγκλονίσει ο θάνατος του Μαξιμιλιανού, του ανθρώπου που σε κάποια φάση της ζωής του τον είχε πείσει ότι κανείς και τίποτα δεν θα μπορούσε να τον αγγίξει. Πόσο μάλλον η γκιλοτίνα, το ίδιο αυτό όργανο που χρησιμοποιούσε κάποτε ο Αδιάφθορος εν είδει θεϊκής ρομφαίας.
Φτάνοντας μπροστά από το ικρίωμα, ο Ανρί ένιωθε πως είχε ανυψωθεί, πως δεν πατούσε πια στην γη. Δεν άκουγε το πλήθος, δεν άκουγε τίποτα από το περιβάλλον ολόγυρά του - μόνο μια εσωτερική φωνή, μητρική, αγαπημένη, που του ψιθύριζε πράγματα που δεν καταλάβαινε αλλά που τον γέμιζαν, έστω κι έτσι, με συγκίνηση και μια αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούσε να πάει χαμένο. Ψηλά, πάνω από τα βαριά διακοσμημένα καταστήματα και τα ετοιμόρροπα σπιτάκια της φτωχολογιάς, ο καθαρός και γαλανός καλοκαιρινός ουρανός, αδιάφορος κατά τα άλλα για τα πάθη των ανθρώπων, τον ελάφρυνε με την ομορφιά του και με την υπόσχεση πως σύντομα θα του έδινε την άδεια να πετάξει. Τα λίγα πουπουλένια συννεφάκια, χρυσά και ροζ από την φροντίδα ενός Ήλιου που είχε αρχίσει πλέον να νυστάζει ακολουθώντας την απογευματινή του σιέστα, έμοιαζαν με όμορφα κορίτσια, με πλούσιο κόρφο και γλυκό πρόσωπο, που τον καλούσαν να ανακουφιστεί πλέον από το βάρος μιας ευθύνης που ήθελε αλλά δεν μπορούσε να κουβαλήσει μόνος.
Η φαντασμαγορία αυτή χάθηκε από τα μάτια του και αντικαταστάθηκε από την θέα του ξύλινου πατώματος της εξέδρας. Ο δήμιος τον έσπρωξε να γονατίσει κι έβαλε το κεφάλι του στην μεγγένη, κλειδώνοντάς την στο σημείο που τα δύο της τμήματα κούμπωναν. Έτσι έπρεπε να γίνει, σκέφτηκε ο Ανρί την ύστατη στιγμή. Εμείς υποστηρίζαμε ότι προκειμένου να διασωθεί η Δημοκρατία και ο αγώνας μας, έπρεπε να πληρωθεί βαρύς φόρος αίματος. Και τόσο καιρό ασελγούσαμε πάνω της, επιλέγοντας να εκβιάσουμε την πληρωμή όχι πλέον από τους αριστοκράτες, αλλά από τους ζητιάνους, τις εταίρες, τους μικροπωλητές, όλους τους κακομοίρηδες που δεν μπορούσαν να υπερασπίσουν τους εαυτούς τους. Τελικά όμως η Δημοκρατία επέλεξε να ζευγαρώσει επιτέλους με την Αδελφοσύνη και την Ελευθερία, που ως τώρα τις κρατούσαμε με λουριά, επιτρέποντάς τις να κοιτούν η μία την άλλη αλλά ποτέ αφήνοντάς τις να αγγιχτούν. Ναι, το ότι πεθαίνουμε είναι πλέον το καλύτερο που έχουμε να κάνουμε για να υπηρετήσουμε αυτήν την Δημοκρατία, αυτόν τον Λαό, όλους τους λαούς που θα ακολουθήσουν το παράδειγμα που δώσαμε εμείς στην Βαστίλλη. Και για αυτό, είμαι χαρούμενος.
Και με αυτές τις αστραπιαίες σκέψεις, δάκρυα γλυκού πόνου τον κατέκλυσαν. Είδε, μέσα από τις κρίνες των όμορφων ματιών του, τον δήμιο να τραβάει το σκοινί που ελευθέρωνε την ματωμένη λεπίδα της δικαιοσύνης και της αδικίας. Τέλος, άκουσε ένα ανεπαίσθητο σφύριγμα. Χαμογέλασε.

***

"Ποιά είναι η κατάσταση, δεσποινίς Τσαντραβασαγιάνα;", ρώτησε ο δρ. Περκάσκι. "Σταθερή, θα έλεγα" απάντησε η κοντή αλλά νόστιμη Ινδή, με την νευρωνική της μεταμάσκα και το αυστηρό της ύφος που έκανε ώρες ώρες ακόμα και τον ίδιο τον δόκτορα να σαστίζει. "Ο εγκέφαλός του λίγο έλειψε να γίνει μια σούπα φαιάς ουσίας και λιωμένων νευρώνων, όπως είχα πει" συνέχιζε πεταρίζοντας τα ρουθούνια της. "Αλλά, όπως επίσης είχα πει" πρόσθεσε, ψιλοσπάζοντας τα νεύρα του Περκάσκι, "είναι ένα Δοχείο αξιοθαύμαστης αντοχής. Ήμασταν τυχεροί μέσα στην ατυχία μας, καθώς αν συνέβαινε η χρονική παλινδρόμηση κι έπειτα η βίαιη αναμετάβαση σε κάποιον με ασθενέστερη νευρική συγκρότηση θα γινόταν σίγουρα φυτό. Θα αχρηστευόταν τελείως." "Πού βρίσκεται τώρα;" ζήτησε να μάθει ο δόκτωρ, καθώς αποσυμπίεζε την πόρτα ασφαλείας που θα τους οδηγούσε έξω από το Κυβερνοκτίριο. Δεν είχε δει το Δοχείο μετά την λήξη της Πλήρωσης, καθώς βιάστηκε να πάει στο γραφείο του και να κάνει μια πρώτη ανάλυση των δεδομένων που είχαν συλλέξει. "Τον πήγαμε σε έναν ατομικό θάλαμο, όπου αναρρώνει με την βοήθεια ενός ορού εμπλουτισμένου με νανοσυσκευές αναδόμησης. Σε μερικές μέρες θα είναι αρκετά δυνατός για να τον πάμε στο Άσυλο, μαζί με τα υπόλοιπα Δοχεία. Πάντως καλά θα κάνουμε να αφήσουμε να περάσει λίγος καιρός προτού τον υποβάλλουμε σε νέα Πλήρωση." "Έχεις δίκιο", παραδέχτηκε ο γιατρός στρίβοντας, όπως συνήθιζε, το βοστρυχωτό του μούσι. "Πάντως το τελευταίο πείραμα, μέσα στην επιτυχία του, είχε και μερικά απροσδόκητα αποτελέσματα. Το Δοχείο ένιωσε, πριν τον εικονικό του θάνατο, συναισθήματα συμπόνοιας, συγκίνησης, ανάτασης, ακόμα και ανακούφισης. Ομολογώ πως αυτό δεν το περίμενα. Είναι εντελώς αντίθετο με ό,τι προσπαθώ να εκμαιεύσω με αυτές τις διαδικασίες. Το μόνο που ελπίζω είναι να μην ξεπεταχτούν στο συνειδητό του τίποτα αναμνήσεις από αυτήν την εμπειρία, γιατί τότε θα τον εξουδετερώσω θέλοντας και μη - αφού μελετήσω πρώτα τις αντιδράσεις του." "Εγώ σας το είπα πως ήταν έτσι κι αλλιώς παρακινδυνευμένο το να τον κάνουμε να ξαναγυρίσει στην ροή των γεγονότων της Πλήρωσης", ξεστόμισε η Τσαντραβασαγιάνα, δαγκώνοντας την ίδια στιγμή τα χείλη της που άφησε να της ξεφύγει μια τέτοια κρίση. Παρά το θράσος της, έβαζε ένα όριο στην φλυαρία της σχετικά με τις μεθόδους του γιατρού, ειδικά από τότε που άρχισε να βγαίνει με τον γιο του, έναν υψηλά ιστάμενο γραμματέα της μετακυβέρνησης. Ο Περκάσκι την κοίταξε αυστηρά κι εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα, βουλώνοντάς το.
Βγαίνοντας από το τεράστιο Κυβερνοκτίριο, με την όψη του - από έναν υπερβολικό συνδυασμό ανθρακονημάτων και αχάτη - να είναι ακόμα πιο μαύρη από το σκούρο μολυβένιο χρώμα του νυχτερινού ουρανού, αποχαιρετήθηκαν και χώρισαν μέχρι τον επόμενο πρωί που θα ξανασυναντιόνταν στα εργαστήρια. Εκείνος, για το σπίτι του και προκειμένου να επεξεργαστεί όσα συναρπαστικά του είχε αποκαλύψει η σημερινή Πλήρωση. Εκείνη, για το σπίτι του γιου του προηγούμενου, μια και μετά από μια ολόκληρη ημέρα πίεσης, τρεξίματος κι εντατικής εργασίας, πεινούσε για σεξ.
Ψηλά, στον 120ό όροφο του κτιρίου, σε ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο, το Δοχείο Νο. 212 ανάρρωνε υπό την ανακουφιστική δράση των νανομηχανισμών που έτρεχαν στις ταλαιπωρημένες του φλέβες. Και μέσα στο σκοτάδι, αναίσθητος, χαμογελούσε χωρίς να το καταλαβαίνει.

ΤΕΛΟΣ 1ου ΜΕΡΟΥΣ

39 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:

~reflection~ 2 Ιανουαρίου 2011 10:02 μ.μ.  

ήθελε να γράφει ερωτικά έργα, γεμάτα πάθος, διπλοπροσωπίες, τρίγωνα, τετράγωνα, πειρασμούς αλλά και μια γενναία δόση παλιομοδίτικου ρομαντισμού,

Η σκιά του Ονείρου κυνηγά μονιμα τον Πρωταγωνιστή.
Όσες Επαναστάσεις κι αν ζήσει ή αν απεικονίσει, το μεδούλι της Προσπάθειας έχει γεύση από Θέατρο...

και νιώθω ίδιο καθρέφτισμα του Ήρωα είναι και ο Συγγραφέας του Πρώτου Μέρους...

τα φιλιά μου.....επί σκηνής δρώμενα...

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 2 Ιανουαρίου 2011 10:34 μ.μ.  

Φίλε Δήμο Χρόνια Πολλά και Καλή Χρονιά με υγεία.

Άψογο από όποια πλευρά και αν το δεις.Καλογραμμένο και ικανό να κρατήσει το ενδιαφέρον του αναγνώστη σε υψηλό επίπεδο.

Καλή σου εβδομάδα φίλε μου.

Thalassenia 3 Ιανουαρίου 2011 1:45 π.μ.  

Καλή Χρονιά και αστείρευτη σε δημιουργία και ζωντάνια.
Μην περιμένεις να διαβάσω τέτοια ώρα, αύριο μεθαύριο...

Εύχομαι υγεία και χαμόγελο πάντα.

thalassaki 3 Ιανουαρίου 2011 10:28 π.μ.  

Δήμο καλημέρα και χρόνια πολλά, σου εύχομαι μια καλή και δημιουργική χρονιά με υγεία κι αγάπη πολλή. Η γραφή σου είναι όμορφη, γεμάτη φαντασία, κι αν αποφάσιζες αργότερα να γράφεις βιβλία σίγουρα θα τα διάβαζα. Καλή πρόοδο να έχεις σταθερά με έμπνευση και χιούμορ.

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 3 Ιανουαρίου 2011 10:32 π.μ.  

Μήπως να αρχίσεις να εκδίδεσαι?

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 11:58 π.μ.  

Good morning boys and girls.

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 12:00 μ.μ.  

Αγαπημένη Αντανάκλαση, πάντα μπαίνουν και προσωπικά στοιχεία στην συγγραφή. Πώς να μείνει κανεις αποστασιοποιημένος από το πνευματικό παιδί; Τώρα το κατά πόσο μοιάζουμε εγώ κι ο πρωταγωνιστής... θα φανεί και στην συνέχεια!

Πολλά φιλιά... πριν και αφού πέσει η αυλαία.

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 12:03 μ.μ.  

Καλημέρα, θηριώδη Γιάννη! Καλή σου εβδομάδα κι εσένα.

Ευχαριστώ τα μάλα, προσπαθώ όσο γίνεται και από διήγημα σε διήγημα να βελτιώνω την γραφή μου. Ελπίζω το παρόν να κρατήσει το ενδιαφέρον το δικό σου και όλων των υπολοίπων και στην συνέχεια.

Και πάλι καλή χρονιά.

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 12:06 μ.μ.  

Όσο για την έκδοση... θα δούμε. Εγώ θα ήθελα, αλλά αφενός πιστεύω ότι τα γραπτά μου δεν είναι τόσο υψηλού επιπέδου ώστε να εκδοθούν και αφετέρου δεν έχω ιδέα για το πού να πάω, σε ποιούς να μιλήσω, τί να κάνω.

Υ.Γ. Πάντως αυτό το "μήπως να αρχίσεις να εκδίδεσαι" θα μπορούσε να γίνει πικάντικο αστείο αν ήμουν γυναίκα.

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 12:07 μ.μ.  

Καλή χρονιά, Θαλασσένια μου, για πολλοστή φορά! Με τόσες ευχές, θα είναι πραγματικά παράξενο να μην πάει καλά αυτή η χρονιά!

Διάβασέ το αν και όποτε μπορείς. Άμα το κάνεις, περιμένω την γνώμη σου.

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 12:11 μ.μ.  

Θαλασσάκι καλή χρονιά, με υγεία, ευτυχία, αγάπη κι επιτυχίες σε όλους τους τομείς. Πολύ χαίρομαι που με επισκέπτεσαι και με διαβάζεις τακτικά!

Να είσαι πάντα καλά. Ελπίζω και στην συνέχεια να σου φανεί το παρόν διήγημα ενδιαφέρον.

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 4 Ιανουαρίου 2011 4:22 μ.μ.  

Μα εγώ το θεωρώ ακόμα πιό πικάντικο ακριβώς επειδή είσαι άντρας!!!

Στη φωτό στα σχόλια είσαι εσύ?

Dimos 4 Ιανουαρίου 2011 4:53 μ.μ.  

What the fuck! Χαχαχαχαχαχαχα!

Ναι, είναι η αφεντομουτσουνάρα μου αυτή.

Κατερινα 5 Ιανουαρίου 2011 9:06 μ.μ.  

Αγαπητέ Dimos,
Περιμένω τη συνέχεια. Μου άρεσε το κείμενό σου, αν και μου φάνηκε λίγο πολυλογάδικο.
Επίσης, επιτέλους ένα αγόρι που ξέρει ορθογραφία.
Επίσης, σ' ευχαριστώ που μου δίνεις σημασία κι έγινες ο τυχερός 29ος αναγνώστης μου.
Θα τα ξαναπούμε.

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 12:35 μ.μ.  

Καλημέρα σε όλες και όλους.

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 12:57 μ.μ.  

Αγαπητή Κατερίνα, σε ευχαριστώ για την κρίση σου πάνω στο διήγημα, όλα τα σχόλια λαμβάνονται υπόψην και αποτελούν αφετηρίες πιθανής υφολογικής βελτίωσης στο μέλλον.

Κατά τα άλλα, για το υπόλοιπο σχόλιό σου, σε παραπέμπω στο προηγούμενο post ("Γράμμα στον Άη Βασίλη", http://megalesistories.blogspot.com/2010/12/blog-post_22.html) που είχες γράψει:

Αγαπητέ Ντίμος,
Καταρχήν, θενκς που ανέβασες τους αναγνώστες μου στον ιλιγγιώδη αριθμό των 27.
Επίσης, αγόρι που ξέρει ορθογραφία; Τουλάχιστον ενθαρρυντικό. Συνέχισε έτσι.
Θα τα ξαναπούμε.
Μέρι κρίστμας.
Κατερίνα.

Είναι αστείο, ένιωσα ότι περνούσα deja vu! Ακριβώς οι ίδιες κουβέντες, και για τους αναγνώστες, και για την ορθογραφία! Όσων αφορά το πρώτο, ήμουν ήδη γραμμένος από πιο πριν, γενόμενος ο 27ος και όχι ο 29ος αναγνώστης σου. Με την σειρά μου σε (ξανά)ευχαριστώ κι εγώ που γράφτηκες ως αναγνώστρια σε εμένα. Όσων αφορά το δεύτερο, ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω από πού έχεις σχηματίσει αυτήν την εσφαλμένη και μάλλον υποτιμητική αντίληψη ότι οι άνδρες δεν ξέρουμε ορθογραφία και ότι εγώ που ξέρω αποτελώ εξαίρεση. Πίστεψέ με, το αν κανείς ξέρει ορθογραφία ή συντακτικό είναι σχετικό με το αν στο Δημοτικό ασχολιόταν με το εν λόγω θέμα και αν όταν μεγάλωσε επέλεξε να ανοίξει κανένα λογοτεχνικό βιβλίο για να ξεστραβωθεί. Έτσι, υπάρχουν πολλοί άνδρες σαν κι εμένα που εκφράζονται σωστά και συγκροτημένα, όπως άλλωστε υπάρχουν και πολλές γυναίκες με την ανάλογη έκφραση. Αντίστοιχα, οι περιπτώσεις ανορθόγραφων είναι ισομοιρασμένες ανάλογα ΚΑΙ στα δύο φύλα. Δεν μπορείς να φανταστείς τί ανορθόγραφες και ασύντακτες φρικαλεότητες έχω συναντήσει και σε ΓΥΝΑΙΚΕΙΑ blogs. Για αν πω την αλήθεια, τα πιο πολλά ανορθόγραφα blogs που έχω συναντήσει είναι γυναικεία, χωρίς πλάκα. Ίσως γιατί περισσότερα blogs φτιάχνουν στατιστικά οι γυναίκες.

Στην αρχή το πήρα για πλάκα, αλλά βλέποντας ότι το επανέλαβες εδώ, σε δεύτερο σχόλιο (επειδή μάλλον δεν θυμόσουν τί έγραψες στο πρώτο), κατάλαβα ότι μάλλον αυτή είναι δεδομένη γνώμη σου και την επαναλαμβάνεις συχνά. Please, don't do so. Είναι τελείως εσφαλμένη, ειρωνική και μπορεί να να εκνευριστεί ο άλλος (και με το δίκιο του) και να μην ξέρεις από πού να το μαζέψεις μετά.

Ό,τι θέλεις θα κάνεις, βέβαια. Απλά σου δίνω μια φιλική συμβουλή.

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 6 Ιανουαρίου 2011 4:43 μ.μ.  

Αν και στο συγκεκριμένο σου πόνημα έχεις ξεχάσει ένα γράμμα,σε μία λέξη,και μία,άλλη,λέξη την επαναλαμβάνεις δις λες και είναι από η Χίο!!! (χι! χι!)

Όποτε από άποψη ορθογραφίας άριστα.Στο συντακτικό μας τα χάλασες λίγο... :-)

'Εχουμε το ίδιο "βίτσιο" αγαπητέ τι να κάνουμε...

Μόνο μη ρωτήσεις την εντοπιότητά τους.Δεν είμαι τόσο (σαδο)μαζόχας να κάθομαι να το ξαναδιαβάζω...Είναι και ολόκληρο κατεβατό...

Βέβαια στη περίπτωση που καθυστερήσει πάνω από τα επιτρεπτά όρια το δεύτερο μέρος...Δε συνεχίζω γιατί μπορεί να μας διαβάζουν και παιδιά.

Νομίζω ότι στο έχω ξαναπεί ότι σε θεωρώ πιο ώριμο,όχι ηλικιακά γιατί σου ρίχνω 6-7 χρονάκια,αλλά σε επίπεδο μυαλού-πνεύματος-μορφώσεως από κάποιους συνομιλικούς μου (σου) που τυγχάνει να γνωρίζω.Και από τον υποφαινόμενο...

Με εκτίμιση

Παπαστρατής "Το Θηρίο" Ιωάννης

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 4:49 μ.μ.  

Το ξέρω ότι τραβάω αρκετές προτάσεις υπέρ του δέοντως, χρησιμοποιώντας πολύ το κόμα (όχι κόμμα) καθώς και τα () και --. Τί να κάνουμε, αφηγηματική υπερβολή...

Κατερινα 6 Ιανουαρίου 2011 5:27 μ.μ.  

Δήμο,
Με υπεράνθρωπη προσπάθεια ξεπέρασα τη ντροπή που ένιωσα όταν με ξεμπρόστιασες τοιουτοτρόπως (αλήθεια, κοκκίνισα) και με άλλη τόση καταφέρνω να σου απαντήσω.
Συγχώρα με, αλλά ου γαρ έρχεται μόνον και είχα ξεχάσει ότι ήδη είχα πει αυτά που ήθελα να πω. Και μην το εκλαμβάνεις ως στείρα επανάληψη, παρά ως σταθερότητα.
Η πικρή μου πείρα από τη ζωή, που αλύπητα με έχει χτυπήσει με στρατιές από ανορθόγραφους συναδέλφους και φίλους (και γκόμενους, γιατί να το κρύψωμεν άλλωστε) με οδήγησε να το πω αυτό και ουδέποτε εσκέφθην πως θα έκανε κάποιον να εκνευριστεί.
Συγχώρα με και γι' αυτό.
Πολύ χαίρομαι πάντως για τον διάλογο που αναπτύσσεται κι ας μ' έκανες ρεζίλι...
Εννοείται ότι θα κάνω ό,τι θέλω, βέβαια, αλλά χαίρομαι να κάνω καινούργιους φίλους!

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 5:54 μ.μ.  

Χαχαχαχαχαχα, βρε την Κατερίνα, πολύ θα ήθελα να το δω αυτό! Τί καλύτερο από ένα ζευγάρι κόκκινα μαγουλάκια; Φυσικά η απάντησή μου δεν είχε σκοπό να σε κάνει ρεζίλι ή ο,τιδήποτε άλλο παρόμοιο, απλά ήθελα να δώσω σωστή βάση στα δικά μου λεγόμενα.

Είναι γεγονός πάντως ότι ο blogoδιάλογος είναι το μοναδικό μέσον για να εδραιωθούν blogoφιλίες. Με τον Μιχάλη Καρλή (a - kentavrou) γνωριστήκαμε ρίχνοντας δυνατό καυγά σε παλιότερη ανάρτηση αυτού εδώ του blog, ούτε που θυμάμαι κιόλας πάνω σε ποιό θέμα. Και μιλάμε για λογομαχία, όχι αστεία... και τώρα καταλήξαμε να διαβάζουμε με ζέση ο ένας τον άλλον και να σχολιάζουμε αφειδώς, παρά τα σχετικά διαφορετικού ύφους blogs μας και την (χμμ, sorry Μιχάλη) μεγάλη ηλικιακή διαφορά μας. Μπορώ να πω ότι είναι από τους καλύτερους blogoφίλους μου.

Έτσι και στην περίπτωσή μας χαίρομαι που δεθήκαμε διαblogικά, έστω κι έτσι! Κερδίζουμε και οι δύο από αυτό...

Άκου εκεί όμως να κοκκινήσεις! Χαχαχαχαχαχαχαχα

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 6 Ιανουαρίου 2011 6:49 μ.μ.  

Με το μπαρδόν,άλλο το κόμα και άλλο το κόμμα;

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 6:52 μ.μ.  

Βusted! Με έπιασες! Χαχαχαχαχαχα! Το κόμμα ως σημείο στίξης, δηλαδή η υποστιγμή, γράφεται και αυτό με δύο μ. Έχεις δίκιο.

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 6 Ιανουαρίου 2011 7:14 μ.μ.  

Δεν είχα τη παραμικρή ιδέα ότι υπάρχουν δύο κόμματα.Αυτή η υποστιγμή τι στο καλό είναι;Πρώτη φορά την ακούω.

Οπότε δε νομίζω να είχα σε κάτι δίκιο.Γιατί δεν ήξερα ότι η λέξη "κόμμα" έχει δύο έννοιες.Αρά θωρρώ ότι μάλλον εσύ με έπιασες...

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 7:20 μ.μ.  

XAXAXAXAXAXAXAXA! Συνεννόηση μπουζούκιον!

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 6 Ιανουαρίου 2011 8:29 μ.μ.  

Χαίρομαι που συννενοούμαστε,λέμε τώρα,αλλά η υποστιγμή τι είναι;

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 8:36 μ.μ.  

To κόμμα! Το , !

Παπαστρατής Το "Θηρίο" Ιωάννης 6 Ιανουαρίου 2011 9:12 μ.μ.  

Ααα...

Αναλαμπή.Άρα όταν μου έγραφες ότι γράφεται ΚΑΙ αυτό με δύο μ εγώ έσπαγα το κεφάλι μου,το ολίγον άδειο,να βρω πιο άλλο κόμμα υπάρχει.Μετά θυμήθηκα την Βουλή...

Κατερινα 6 Ιανουαρίου 2011 10:28 μ.μ.  

Ε, λοιπόν, αυτό για το κόμμα, την υποστιγμή που λέμε, όχι το άλλο της βουλής, ήθελα κι εγώ να το πω, αλλά συγκρατήθηκα, διότι σκέφτηκα κάτσε μην κάνω λάθος, το δις εξαμαρτείν ουκ ανδρός σοφού.
Επίσης, είναι καλό να κάνεις blogοφιλίες (πολύ ωραία όλα αυτά τα παράγωγα και τα σύνθετα του blog, θα στα κλέψω), αν και λίγο τρομακτικό: είναι φίλοι που δεν τους έχεις δει ποτέ.
Ναι, ρε γαμώτο, κοκκινίζω εύκολα.
Θα τα ξαναπούμε, dear Dimos.

Dimos 6 Ιανουαρίου 2011 10:48 μ.μ.  

Αυτό ισχύει, καλή μου Κατερίνα. Για αυτό και είπα blogοφιλίες. Οι κανονικές φιλίες (ή ο,τιδήποτε άλλο) εδραιώνονται μόνο πάνω στην προσωπική επαφή. Μέχρι αυτό να συμβεί, αν συμβεί, όσοι γνωρίζονται μέσω του blogging θα πρέπει να αρκεστούν στο πληκτρολόγιο! :)

Είναι πολύ γλυκό το να κοκκινίζεις!

Κατερινα 6 Ιανουαρίου 2011 11:03 μ.μ.  

:)

anidifranco 7 Ιανουαρίου 2011 8:43 π.μ.  

Βρε βρε...τι γίνεται εδώ μέσα;;;Χαχαχαχα!!! Λοιπόν, εξαιρετικό Δήμο, το κείμενο εννοώ. τα σχόλια δε, είναι απλά απολαυστικά!!! Φιλιά!

Dimos 7 Ιανουαρίου 2011 1:21 μ.μ.  

Καλησπέρα στους πάντες και τις πάντισσες (sic).

Dimos 7 Ιανουαρίου 2011 1:29 μ.μ.  

Γλυκιά μου anidifranco, χαίρομαι που σου άρεσε. Δεν σου κρύβω ότι ήσουν ένα πρόσωπο από τα οποία με ενδιέφεραν περισσότερο για να το διαβάσουν. Ελπίζω η συνέχεια να σου φανεί συναρπαστική.

Τα σχόλια είχαν πράγματι πολλή πλάκα, αν και δεν είχαν τόση σχέση με το κείμενο...

α Κενταύρου 11 Ιανουαρίου 2011 12:05 μ.μ.  

Στην εποχή της εικόνας,του τρελού καθημερινού τρεχαλητού του σύγχρονου ανθρώπου επιχειρείς κάτι δύσκολο το ιντερνετικό μυθιστόρημα,που μόνο η λέξη ιντερνετ είναι ικανή να αναιρέσει τη προσπάθεια.Παρ΄ όλα αυτά κρατάς τον αναγνώστη που θέλει να μάθει τη συνέχεια.
Έχεις γοητευτεί από τη Γαλλική επανάσταση και θίγεις το θέμα γνωστό πως οι επαναστάτες της γενιάς του Πολυτεχνείου έγιναν εξουσιαστές. Πως ο λαός εξαπατάται συστηματικά από αυτούς που του κολακεύουν τα αυτιά για μια καλύτερη ζωή.Η εξουσιαστές δημιουργούν δίκαιο το δίκαιο της πηγμής και της βίας .Εδώ και 5000 χρόνια οι πραγματικότητες αυτές δεν έχουν αλλάξει έγιναν πιό ήπιες οι μορφές εξουσίας αλλά εξακολουθούν να διαφεντεύουν τη ζωή των ανθρώπων.

Dimos 11 Ιανουαρίου 2011 5:51 μ.μ.  

Φίλε Μιχάλη, όπως έχω ξαναπεί, η όποια προσπάθεια γίνεται εδώ μεσα προκειμένου να μην σπαταληθεί η όποια δημιουργικότητα πηγάζει από τον υποφαινόμενο (όποιας αξίας, αμφιβόλου ή μη, είναι αυτή) πάνω στην συγγραφή, γίνεται χωρίς καμία προοπτική επιτυχίας. Αν από εκεί και πέρα υπάρχει ανταπόκριση, αυτό είναι κάθε φορά έκπληξη και κάθε φορά ευχάριστο. Έτσι και στην προκείμενη περίπτωση, ένα διήγημα (πόσο μάλλον σε συνέχειες, όπως αυτό) είναι δύσκολο να δημοσιευτεί internetικά και να εκτιμηθεί ιδιαίτερα. Παρ'όλ'αυτά θα το παλέψω. Έτσι κι αλλιώς, είναι γνωστό ότι από ένα άλλο διήγημα σε συνέχειες ( http://megalesistories.blogspot.com/search/label/%CE%97%20%CF%80%CF%84%CF%8E%CF%83%CE%B7%20%28%CE%B4%CE%B9%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CE%B5%20%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82%29 ) είναι αυτό που εξαρχής τράβηξε τον πολύ τον κόσμο σε αυτό το blog.

Στο παρόν θα με απασχολήσει η έννοια της επανάστασης, κυρίως στην μετάβαση από την ελευθεριακή βάση στον εξτρεμισμό, καθώς και η χειραγώγηση των μαζών σε μια αντιδραστική, φασίζουσα κοινωνία. Άλλωστε, το υλικό από υπάρχουσα γεγονότα είναι πλούσιο και πιάνει όλες τις φάσεις της ανθρώπινης ιστορίας, όπως πολύ σωστά λες. Φυσικά, με τα εν λόγω θέματα έχουν ασχοληθεί και πολύ άλλοι πριν από εμένα και σίγουρα πολύ καλύτερα, αλλά πιστεύω ότι και η δική μου προσπάθεια θα έχει το στίγμα της.

α Κενταύρου 11 Ιανουαρίου 2011 9:51 μ.μ.  

Όπως θα παρατήρησες στην ψηφοφορία ο Χριστόφορος που ήρθε τρίτος ασχολείται μόνο με το μυθιστόρημα ,μέχρι τώρα περιγράφει σε στυλ μυθιστορήματος τη ζωή του στη Αιθιοπία που γεννήθηκε.Μου κάνει πραγματικά εντύπωση το γεγονός,αυτό δείχνει μια τάση αποστασιοποίησης από τη πολιτική και άλλα θέματα που ασχολούνται οι μπλόκερ?

Dimos 12 Ιανουαρίου 2011 1:35 π.μ.  

Καθόλου. Ίσως μάλιστα αυτός να είναι ένας τρόπος σχολιασμού. Άλλωστε, ποιός υποχρεώνει τους bloggers να ασχολούνται μόνο με την πολιτική ή την επικαιρότητα; Εδώ πέρα υπάρχουν άλλα blogs αποκλειστικά με φωτογραφίες, μουσικές, χιούμορ κλπ.

Manos Chaos Jester 10 Φεβρουαρίου 2011 12:58 π.μ.  

Σε προσκυνώ.
Με ανατρίχιασες. Σε δυο τρία σημεία μπήκα μέσα στον κόσμο που έπλασες.

Dimos 10 Φεβρουαρίου 2011 11:57 π.μ.  

Χαοτικέ μου φίλε, χαίρομαι που σου άρεσε. Η δική σου γνώμη ειδικά μετράει πάρα πολύ. Ελπίζω να σου φανούν και τα επόμενα ενδιαφέροντα... αν και δεν θα επιστρέψουμε καθόλου στην Γαλλική Επανάσταση. Don't bother, though. :)

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

ΕΧΩ ΚΑΙ ΚΑΤΟΙΚΙΔΙΑ ΨΑΡΑΚΙΑ!

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP