Δοχεία (μέρος 3)
>> 8/5/11
Τίποτα δεν ήταν δυνατόν να αντικαταστήσει την πρόσωπο με πρόσωπο εμπειρία. Οι μέσω ολοδικτύου μάχες δεν μπορούσαν να προσομειώσουν ούτε στο ελάχιστο αυτό το παιχνίδι ρόλων, αυτόν τον ψυχολογικό πόλεμο, αυτήν την μάχη εντυπώσεων. Η ίντριγκα της στιγμής, εκείνα που διακυβεύονταν, η ικανοποίηση του να βλέπεις το πρόσωπο του άλλου να κόβεται από την ανησυχία - και η διεγερτική αίσθηση αβεβαιότητας από την γνώση της πιθανότητας ότι μπορούν να είναι όλα μια καλοστημένη μπλόφα... όλα ήταν αναπόσπαστα μέρη του ιδίου συνόλου.
Ο Καρμάικλ ήταν μεγάλος μάστορας στο πόκερ και το γνώριζε. Ο τρόπος που έπαιζε φαινόταν επικίνδυνος, παρορμητικός, απερίσκεπτος. Κι εδώ ακριβώς ήταν το ατού του. Έβγαζε προς τα έξω την εικόνα του τυχοδιώκτη, αλλά η κάθε κίνησή του ήταν προσεκτικά μελετημένη. Ακόμα και η (σπάνια) ενδεχόμενη ήττα του σε κάποια παρτίδα ήταν λες και υπολογιζόταν μαθηματικά προκειμένου να δημιουργήσει ένα ελαφρό κλίμα προς αποδιοργάνωση των αντιπάλων του, έτσι ώστε να βυθομετρήσει την ψυχολογία τους και να τους ξεφτιλίσει στην επόμενη.
Ήταν πράγματι ένας από τους πιο δυνατούς παίχτες της γενιάς του. Και για αυτό ήταν περιζήτητος. Τα πιτς που διοργάνωνε συγκέντρωναν την αφρόκρεμα των τζογαδόρων του Πολυέθνους, που άλλοτε έπαιζαν συμβολικά για ποσά ελαχίστων μονάδων και άλλοτε αποφάσιζαν να θυσιάσουν γη, πλούτη και ανθρώπινο δυναμικό απλά και μόνο για να θρέψουν την θηριώδη ματαιοδοξία τους.
Η συγκεκριμένη βραδιά ήταν ηλεκτρισμένη. Στο τραπέζι διασταύρωναν τα χαρτιά τους οι, κατά γενική ομολογία, καλύτεροι παίχτες της Μεγάπολης. Εκτός από τον Καρμάικλ, το τελικό κουαρτέτο συμπλήρωναν ο Ρίτσαρντ Σέλμπι, γενικός διοικητής της Διαμετακομιστικής Υπηρεσίας και αποκλειστικός κύριος της μεταλλευτικής εμπορίας του λιμένα της Μ4 με τις αποικίες, ο Βέρμοντ Μακάλχι, πρόεδρος του 4ου παραρτήματος του Διαμεγαπολικού Επικοινωνιακού Οργανισμού και η Σοφία Περμέτζιο, άρτι αφιχθείσα μετά από πολυετή παραμονή στην Σελήνη, υπεύθυνη της υπόγειας δεξαμενής βιοποικιλότητας κάτω από τον δυτικό τομέα της Μεγάπολης.
"Δεσποινίς Σοφία", έκανε ο Καρμάικλ, "ελπίζω να είστε σίγουρη για το ρέιζ που κάνατε." Πέταξε αυτήν την κουβέντα κοιτώντας την στα μάτια, αυτά τα μεγάλα, κατάμαυρα μάτια. Η Περμέτζιο ήταν σίγουρα μια πολύ σέξυ γυναίκα, αν και το πρόσωπό της είχε μάλλον σκληρά χαρακτηριστικά. Τα λεπτά αλλά έντονα και τοξωτά της φρύδια στεφάνωναν ιδανικά τα λαμπερά μέσα στην σκοτεινιά τους μάτια της, η μύτη της όμως ήταν αρκετά σουβλερή και της προσέδιδε ένα άγριο ύφος. Το σύνολο συμπλήρωνε ένα στόμα με σαρκώδη, ηδυπαθή χείλη, τα οποία άφηναν υπόνοιες και υποσχέσεις που φαίνονταν παράταιρες σε σχέση με το υπόλοιπο, σμιλεμένο της πρόσωπο. Κι όμως, όλο αυτό το ετερόκλητο σύνολο ανέδιδε έναν τρομερό, ακατέργαστο αισθησιασμό. Σε αυτό υποβοηθούσε φυσικά και το εκπληκτικό κορμί της, χαρακτηριστικό βέβαια όχι σπάνιο για υψηλά ιστάμενο μέλος του Πολυέθνους. Η ευγονική έκανε παντού το θαύμα της. Το ζήτημα ήταν όμως το κατά πόσο μπορούσαν να δέσουν το πλούσιο μπούστο, οι χυτές καμπύλες, οι καλοσχηματισμένες κοιλότητες με τον συνολικό αέρα που ανέδιδε η κάθε γυναίκα. Και στην περίπτωση της Περμέτζιο έδεναν, αναμφισβήτητα, εξαιρετικά.
"Είμαι απόλυτα σίγουρη, καλέ μου Τζεφ" απάντησε η Σοφία. "Αλλά κι εσείς πρέπει να είστε ιδιαίτερα βέβαιος, γιατί χωρίς δισταγμό μου είπατε ότι τα βλέπετε." "Καλή μου, τα βλέπω ολοκάθαρα. Σχεδόν βλέπω μέσα τους" της έριξε το καρφί ο Καρμάικλ, καθώς το ομοιοστατικό ολοφόρεμα της Περμέτζιο ήταν μεν αδιαφανές αλλά ο τρόπος που αποκάλυπτε τα κάλλη της, με μαστορικά τοποθετημένες οπές, ήταν εξαιρετικός. Η Σοφία πετάρισε τα βλέφαρά της, άλλαξε το σταυροπόδι της και χαμογέλασε. Τόσο ο Σέλμπι όσο και ο Μακάλχι είχαν καταλάβει εδώ και ώρα το υπόγειο παιχνίδι μεταξύ του Καρμάικλ και της Περμέτζιο αλλά αποφάσισαν να μην δώσουν παραπάνω σημασία. Το πάθος του τζόγου είχε εδώ και καιρό βάλει στην άκρη το ερωτικό και σεξουαλικό, τόσο στην περίπτωση του υπερήλικα εμπορικού υπευθύνου όσο και για τον ασεξουαλικό, κρύο και στριφνό Μακάλχι, που αν και τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του και τα στο χρώμα του οινοπνεύματος μάτια του είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και στα δύο φύλα, εκείνος ανέκαθεν άφηνε να εννοηθεί ότι δεν έδινε δεκάρα. Για αυτούς τους δύο, η συγκεκριμένη παρτίδα πόκερ δεν διέφερε από οποιαδήποτε άλλη.
Πριν λίγο, ο κρουπιέρης είχε ανοίξει πάνω στην τσόχα το 10 και την ντάμα κούπα, καθώς και το 6 σπαθί. Με το που είδε αυτό το κατέβασμα, η Περμέτζιο έκανε ολ ιν, ποντάροντας το ποσό των 25 εκατομμυρίων πιστωτικών μονάδων. Ο Καρμάικλ τα είδε και πόνταρε κι εκείνος το ανάλογο ποσό, μένοντας με πενταροδεκάρες. Ο Σέλμπι κοίταξε το ρέιζ με την μειληχιότητα της ηλικίας του και ύστερα έριξε κι εκείνος μέσα τις μάρκες του, μένοντας στην ουσία με μερικές χιλιάδες μονάδες. Τα φύλλα του δεν ήταν σπουδαία - 2 σπαθί και 4 μπαστούνι - αλλά ήταν υπερβολικά πλούσιος για να τον απασχολεί ιδιαίτερα η ενδεχόμενη απώλειά του. Ήθελε να κερδίσει καθαρά και μόνο λόγω γοήτρου. Όσο για τον Μακάλχι, πήρε μια ξυνισμένη έκφραση έκανε κι εκείνος ολ ιν, καθώς είχε συμπτωματικά το ίδιο ποσό με την Περμέτζιο.
Η ίντριγκα που είχε ξεσηκώσει το ρέιζ της κυβερνητικής εκπροσώπου αυξήθηκε όταν ο ντίλερ έκαψε ακόμα ένα φύλλο και άνοιξε το τερν πάνω στο τραπέζι. Ο Μακάλχι γούρλωσε τα μάτια του. Το τέταρτο φύλλο ήταν ο βαλές κούπα. Τα δικά του φύλλα ήταν το 4 καρώ και το 5 μπαστούνι και περίμενε ένα οποιοδήποτε 7άρι για να κάνει κέντα. Ήταν έτοιμος να πει "κολ", όταν η Περμέτζιο, που ήταν πρώτη στην σειρά, είπε "ρέιζ". Ο Καρμάικλ είπε με ενδιαφέρον "με τί θα κάνετε ρέιζ, γλυκιά μου; Ίσως θα έπρεπε να μην βιαστείτε να κάνετε ολ ιν στο προηγούμενο ποντάρισμα." Η Σοφία δεν βιάστηκε να απαντήσει. Σήκωσε με χάρη το ποτήρι της από μετατεφλόν, κατέβασε μια μεγάλη γουλιά από το ακόμα αχνιστό από την πρόσφατη ζύμωσή του κερουίσκι κι έπειτα κοίταξε με τα σπινθηροβόλα μάτια της κατευθείαν μέσα σε εκείνα του Καρμάικλ. "Δεν βιάστηκα. Απλά δεν είναι μυστικό ότι εδώ και καιρό εποφθαλμιώ την κυριότητά σας επάνω στο ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μεγάπολης, την οποία αποκτήσατε σαν δώρο από την μετακυβέρνηση μετά την καταστολή των λαϊκών αντιδράσεων που είχαν ξεσπάσει εκεί το 2308 - ακριβώς πριν ενηλικιωθούν τα πρώτα Δοχεία και μπουν σε εφαρμογή τα σχέδια του Παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου. Φαντάζομαι λοιπόν ότι θα δεχόσασταν να δείτε το ρέιζ μου, ποντάροντας αυτά ακριβώς τα δικαιώματα κυριότητας." Ο Καρμάικλ εντυπωσιάστηκε από τον δυναμισμό και το θράσος της. Όχι απλά του επιβεβαίωσε μπροστά στα μούτρα του αυτό που ακουγόταν εδώ και καιρό στα κουτσομπολίστικα πηγαδάκια της μετακυβέρνησης, αλλά επιπλέον τον διέταξε, στην ουσία, να ποντάρει αυτό που ήθελε εκείνη για ένα ρέιζ για το οποίο δεν είχε δοθεί ακόμα καμία πληροφορία!
Αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της μέχρι τέλους. "Εντάξει. Δέχομαι. Άλλα αφού τα κάναμε ανάποδα, θα σας πω κι εγώ τί να ρισκάρετε ως αντίποδα του δικού μου πονταρίσματος." "Να ακούσω." απάντησε τσαχπίνικα η Περμέτζιο. "Θέλω, γλυκιά μου δεσποινίς, την ιδιοκτησία σας των δεξαμενών βιοποικιλότητας της Σελήνης που προορίζονται για χρήση έκτακτης ανάγκης και αποστολή αγαθών σε περίπτωση που παρουσιαστεί πρόβλημα στην δική μας." "Τις θέλετε όλες;" ρώτησε ανασηκώνοντας το φρύδι η Περμέτζιο. "Όλες. Αλλιώς θα κάνω φολντ και δεν θα κερδίσετε παρά μερικά εκατομμυριάκια μονάδες, που θα σας τα πάρω σίγουρα πίσω στην επόμενη συνεστίασή μας."
Η ισχυρή γυναίκα έσφιξε ανεπαίσθητα τα γεμάτα χείλη της. Κοίταξε τα χαρτιά της. Κρατούσε το 9 και το 8 κούπα. Είχε ένα θαυμάσιο στρέιτ φλος και δεν ήθελε καν να μπει στην λογική να σκεφτεί ότι ο Καρμάικλ είχε καλύτερο φύλλο. Για τον Σέλμπι και τον Μακάλχι δεν ανησυχούσε, ήταν φανερό ότι δεν είχαν διάθεση να ακολουθήσουν το επικίνδυνό της παιχνίδι. Αλλά και η ίδια δεν περίμενε να της κάνει τέτοια αντιπρόταση ο Καρμάικλ.
Τώρα όμως είχε ξεκινήσει η ίδια τον χορό. Και δεν είχε άλλη επιλογή από το να χορέψει. Χωρίς να αφήσει να φανεί κανένα από τα υπόγεια, συγκεχυμένα, φοβικά της συναισθήματα, είπε "εντάξει." Ο Σέλμπι και ο Μακάλχι έκαναν φολντ, όπως είχε προβλέψει - λεφτά δεν είχαν πρόβλημα να ποντάρουν, όταν όμως το παιχνίδι χόντραινε τόσο, ώστε απειλούσε θέσεις, καρέκλες, αξιώματα και γη, οι εν λόγω κύριοι, σαν άλλοι οπισθογεμείς μπουρζουάδες, δεν είχαν το στομάχι να ανταπεξέλθουν. Ο Καρμάικλ είπε, φυσικά, ότι τα βλέπει.
Ο κρουπιέρης έκαψε το επόμενο φύλλο και άνοιξε στο τραπέζι την πέμπτη και τελευταία κάρτα, την ρίβερ. Ήταν το 10 μπαστούνι. "Παρακαλώ, ανοίξτε τα φύλλα σας" έκανε ο νεαρός, και η Περμέτζιο με θριαμβευτικό ύφος ακούμπησε το 9άρι και το 8άρι της. Ο Καρμάικλ κοίταξε με την σειρά την ντάμα, τον βαλέ, το 10άρι, το 9άρι και το 8άρι. "Εκπληκτικό" μονολόγησε με σκυθρωπό ύφος. "Δεν το περίμενα ότι είχατε τέτοιο φύλλο, Σοφία. Στο εξής θα πρέπει να ανησυχώ για τα ρέιζ σας. Φαίνεται ότι τα κάνετε εκ του ασφαλούς, και μάλλον θα έχετε τον τρόπο σας με την τράπουλα, γιατί αυτό το ασφαλές σας κάθεται καλά." "Όλοι χάνουμε κάποτε, Τζεφ" είπε εκείνη, αλλά ο Καρμάικλ την έκοψε ξαφνικά. "Μισό λεπτό. Είπα ότι εντυπωσιάστηκα με το φύλλο σας. Δεν είπα ότι κερδίσατε." Και τότε, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ακούμπησε κάτω τα δύο του χαρτιά, κλειστά, και τα άνοιξε ένα ένα.
Ρήγας κούπα. Και μετά άσσος κούπα. Φλος ρουαγιάλ.
Η Περμέτζιο πάνιασε. Ο Καρμάικλ της είπε γλυκά "μου δώσατε ένα ακόμα κίνητρο να ξαναεπισκεφτώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα το αγαπημένο μας φεγγαράκι. Για την συμβολαιογραφική ψηφιοποίηση της συναλλαγής μας θα επιμεληθούν οι γραμματείες μας." Σηκώθηκε με χάρη. "Και τώρα, διασκέδαση. Οι παρτίδες σχεδόν σε όλα τα τραπέζια, σαν και το δικό μας, έχουν ήδη τελειώσει και οι περισσότεροι καλεσμένοι βρίσκονται στο σαλόνι." Πριν όμως τελειώσει αυτές του τις κουβέντες, η οργισμένη αλλά συγκρατημένη γυναίκα είχε ήδη σηκωθεί και κατευθυνόταν έξω από την αίθουσα χαρτοπαιξίας, με ύφος πληγωμένης αγριόγατας.
Τα πάρτυς που διοργάνωνε ο Μπάτσος ήταν ονομαστά σε ολόκληρη την Μεγάπολη. Λόγω της λατρείας του οικοδεσπότη για το πόκερ, η αρχή τους συνίστατο κυρίως στην πολύωρη χαρτοπαιξία κι έπειτα στην καθιερωμένη κραιπάλη. Εν τούτοις όμως, οι μη χαρτοπαίχτες καλεσμένοι μπορούσαν άνετα να περάσουν απευθείας στο ψητό. Όπως και οποιοδήποτε άλλο πάρτυ των υψηλών κλιμακίων του Πολυέθνους, έτσι κι εκείνα του Καρμάικλ διακρίνονταν για την παντελή τους έλλειψη αιδούς. Όλοι έκαναν ό,τι ήθελαν, όπου ήθελαν. Οι περισσότεροι καλεσμένοι - που αυτήν την φορά δεν ξεπερνούσαν τους εκατό - γνωρίζονταν ήδη και είχαν στο παρελθόν ξανασυνευρεθεί σεξουαλικά μεταξύ τους, σε διάφορους συνδυασμούς. Σε μία γωνία, μια ξανθιά μικρόσωμη γυναίκα με στενή λεκάνη και μικρά, σφιχτά στήθη χαλούσε τον κόσμο με τις οργασμικές κραυγές της καθώς την είχαν περιλάβει δύο εξωτερικοί συνεργάτες του τμήματος Καταστολής. Στο πολυπρωτονικό συντριβάνι στην μέση της τεράστιας σάλας, η μικρότερη αδελφή της Περμέτζιο, Κρίστα, μαζί με την Τρέισι Κάλογουει, την διάσημη τραγουδίστρια της τεχνόπερας και κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή της, πρόσφεραν ένα εκπληκτικό θέαμα στους κυρίους που είχαν μαζευτεί γύρω τους και που χωρίς αμφιβολία θα έπαιρναν οσονούπω μέρος σε αυτό το αυτοσχέδιο όργιο. Παρέες σχημάτιζαν διάφορα πηγαδάκια εδώ κι εκεί, παίζοντας σεξουαλικά παιχνίδια, διασκεδάζοντας με τα φωτορυθμικά ολογράμματα, ακούγοντας την δυνατή τεχνομουσική για την οποία είχε προνοήσει ο κεντρικός οικιακός μεταϋπολογιστής και καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες από κερουίσκι, που αν και επαύξαινε την ένταση της εγκεφαλικής δραστηριότητας - ανεβάζοντας παράλληλα και την λίμπιντο - δεν παρουσίαζε εν τούτοις κανένα από τα ενοχλητικά συμπτώματα της μέθης, που ήταν τυπικό αποτέλεσμα υπερκατανάλωσης των αρχαίων οινοπνευματωδών ποτών. Όλοι μπορούσαν να διασκεδάσουν, ακόμα και ο γεροπαράξενος Σέλμπι και ο ξεπλυμένος από σχεδόν κάθε ικανότητα απόλαυσης Μακάλχι, αρκεί να άφηναν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν από αυτήν την ατμόσφαιρα ρωμαϊκής ακολασίας.
Η Σοφία καθόταν μόνη της στον εξώστη. Εκείνος περιβαλλόταν από έναν αόρατο δυναμικό κλωβό που, εκτός των συνθηκών θερμικής άνεσης που προσέφερε, φίλτραρε την περιρρέουσα ακτινοβολία και τον μολυσμένο αέρα της Μεγάπολης κι έτσι δεν χρειαζόταν να φοράει την μεταμάσκα της. Κοιτούσε πέρα, μακριά, τα τιτάνια και σαν σωφρονιστήρια για φρενοβλαβείς οικιστικά συγκροτήματα στα οποία συνωστίζονταν τα κατώτερα στρώματα, οι κύριοι αποδέκτες των διαδικασιών κοινωνικού ελέγχου - το ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μεγάπολης. Το μέρος όπου πριν λίγα χρόνια σημειώθηκε η τελευταία κοινωνική εξέγερση της προ Δοχείων περιόδου - εξέγερση που έληξε με την συνοπτική εγκεφαλική ουδετεροποίηση δέκα χιλιάδων αυτονομιστών, διαδικασία στην οποία ηγήθηκε ο ίδιος ο Καρμάικλ. Παρά όμως αυτήν την δραστική λύση, η μετακυβέρνηση συνέχισε να ανησυχεί για το ενδεχόμενο να αποτελεί ακόμα αυτή η περιοχή ένα κοιμώμενο ηφαίστειο. Έτσι, εναπόθεσε την φροντίδα της στην σιδερένια πυγμή του Μπάτσου, μετατρέποντάς τον σε έναν άτεγκτο δικτατορίσκο, προτού τον ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο παραχωρώντας του και την θέση του επικεφαλής του παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου. Η κυριότητα αυτή αποτελούσε, θεωρητικά, μεγάλο προνόμιο... στην ουσία όμως ήταν ένας δυνατός πονοκέφαλος, άσχετα με το γεγονός ότι ο Καρμάικλ συνέχισε να τον υπομένει προκειμένου να μην δείξει την παραμικρή ικμάδα αδυναμίας που θα σήμαινε η τυχόν αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης.
Η Περμέτζιο είχε τους λόγους της που παζάρεψε εγκαταστάσεις ανυπολόγιστης οικονομικής και βιολογικής αξίας για εκείνο το κωλοχανείο. Τόσο καιρό χρησιμοποιούσε την πλάγια οδό προκειμένου να αποσπάσει σχετικά οφέλη δια της παρασκηνιακής δράσης. Όμως ο Καρμάικλ είχε αποδειχτεί υπερβολικά αδιάφθορος αναφορικά με τα συμφέροντα της μετακυβέρνησης, υπερβολικά άκαμπτος... και υπερβολικά κυνικός. Έτσι, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα αφήνοντας το πράγμα στην τύχη και χρησιμοποιώντας ως μοναδικό όπλο το ταλέντο της στο πόκερ. Αλλά ακόμα και αυτές οι ύστατες προσπάθειές της δεν ήταν τελικά αρκετές. Για μία ακόμα φορά, ο Καρμάικλ είχε κερδίσει.
Την πλησίασε από πίσω και, μαντεύοντας τις σκέψεις της, την ρώτησε με βαθιά φωνή "γιατί, Σοφία; Γιατί το έκανες;" Η Περμέτζιο γύρισε και τον κοίταξε με τα αναμμένα, βαθιά της μάτια. "Επιτέλους", είπε. "Σταμάτησε ο γελοίος πληθυντικός που μεταχειριζόσουν στο τραπέζι." Κρυφογέλασε και συνέχισε. "Έχουμε να τα πούμε πολλά χρόνια, Τζεφ. Η Σελήνη είναι, ξέρεις, πολύ γοητευτικός τόπος. Πηγαίνεις εκεί για τα λίγα χρόνια που διορίζεσαι ως εντεταλμένο μέλος του διασυστημικού επιστημονικού προσωπικού και όταν αυτά παρέλθουν, παρακαλάς κάθε διασύνδεση που τυχόν έχεις στην μετακυβέρνηση ώστε να παραταθεί ο χρόνος παραμονής σου. Τουλάχιστον εγώ αυτό έκανα. Και από ό,τι ξέρω, οι περισσότεροι που ζουν κι εργάζονται στην Σελήνη την ερωτεύονται κατά παρόμοιο τρόπο." Ξανακούμπησε στην κουπαστή από μεταχαλύβδινο μορφοσωλήνα και συνέχισε. "Ξέρω τί λένε για το θέμα αυτό οι μετακυβερνητικοί εκπρόσωποι. Ότι όλοι εκεί πάνω περιμένουν πώς και πώς να έρθει η ώρα τους για να φύγουν και να επιστρέψουν στην Γη. Ίσως αυτό να συμβαίνει στους αποίκους του Άρη, δεν ξέρω. Έχω πάει ελάχιστες φορές εκεί - δεν μας άφηναν ούτε αφήνουν να πηγαινοερχόμαστε περισσότερες φορές από όσες κρίνονται απολύτως απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία των αποικιών. Στον Άρη, όλη αυτή η κοκκινίλα σου τρώει την ψυχή και οι τεράστιες υψομετρικές αντιθέσεις σε καταπλακώνουν, ακόμα και στις περιοχές που έχουν γεωποιηθεί. Ενώ στην Σελήνη... αυτό το σκληρό αλλά ταυτόχρονα εξομαλυμένο κατάλευκο ανάγλυφο, σαν πολυκαιρισμένη, πολυφορεμένη αλλά και αγαπημένη παλαιοδαντέλα, η υπέροχη θέα της Γης, που από μακριά φαίνεται ακόμα γαλάζια και όμορφη σαν τα εικονικά ολογράμματα του παρελθόντος που βλέπαμε μικρά στο μετακέντρο παιδικής εκπαίδευσης, οι μικρές αλλά αυτόνομες κοινότητες που ευνοούν την σύσφιγξη των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των αποίκων... μα την αλήθεια, μου λείπουν ήδη. Η άμοιρη η δρ. Σάμσον θα ήταν κατά μία έννοια ευτυχισμένη που άφησε την τελευταία της πνοή εκεί πάνω." "Μου έχεις πει όλα τα άλλα, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου" απεφάνθη ψυχρά ο Καρμάικλ. Η Περμέτζιο ξαναγύρισε προς το μέρος του. Τον πλησίασε τόσο, ώστε η αναπνοή της του έκαιγε τα χείλη, καθώς ήταν ελάχιστα κοντύτερη από εκείνον. "Δεν ξεφεύγεις ποτέ από τον στόχο σου, ε; Τζεφ Καρμάικλ, ο φύλακας άγγελος της μετακυβέρνησης. Αυτός που πάντα ελέγχει χωρίς να ελέγχεται. Αυτός που ακολουθεί μια στρατηγική ακόμα και όταν λέει καλημέρα." Χαμογέλασε ειρωνικά και ταυτόχρονα πικρά. "Έχεις αλλάξει, Τζεφ. Δεν είσαι ο Τζεφ που γνώριζα. Δεν είσαι ο Τζεφ που λάτρευα πριν φύγω για την Σελήνη, που με λάτρευε πριν βυθιστεί μέσα στο ρόλο του καταστολέα. Δεν έχω παρά ελάχιστες εβδομάδες που επέστρεψα, κι όμως μόνο η τωρινή μας ολιγόωρη συνάντηση ήταν αρκετή για να επιβεβαιωθούν όλα όσα άκουγα όλα αυτά τα χρόνια." "Γιατί το έκανες;" ξαναρώτησε πιεστικά ο Καρμάικλ, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του - όχι τόσο από το κλωθογύρισμα της κουβέντας στο οποίο επέμενε να αναλώνεται η Περμέτζιο, όσο από το ότι τα λόγια της, που αναφέρονταν σε μια άλλη, περασμένη εποχή, γελοία αθώα, ξεφτιλισμένα αμόλυντη, επέμεναν να ανασκαλεύουν την μνήμη του και να του θυμίζουν πράγματα που εδώ και χρόνια είχε απωθήσει από τις σκέψεις του.
"Ναι, επιβεβαιώθηκαν. Είσαι ένας ψυχρός, υπολογιστικός αμοραλιστής." Τον κοίταξε στα μάτια με ολοφάνερη επιθετικότητα. "Και δεν πρόκειται να σου πω τίποτα περισσότερο, Τζεφ Καρμάικλ. Ό,τι σου έχω πει ως τώρα για μένα, το ήξερες ήδη. Ήθελα αυτήν την περιοχή για δικούς μου λόγους. Δεν θα τους μάθεις ποτέ. Άσε με τώρα ήσυχη!" Ο Καρμάικλ τότε την έπιασε και την πέταξε απότομα πάνω στο μεταδάπεδο του εξώστη, τα νανοκυκλώματα του οποίου δούλεψαν άμεσα και μετέτρεψαν την μοριακή δομή της επιφάνειάς του, προσδίδοντάς της την υφή και την απαλότητα φίνου κλινοσκεπάσματος. Έπειτα ρίχτηκε από πάνω της κι αιχμαλωτίζοντας τα χέρια της στα δικά του και τα πόδια της με το βάρος του, της είπε ασθμαίνοντας άγρια "κι εσύ; Εσύ τί είσαι; Για χρόνια δεν επικοινωνούσες μαζί μου κι έβρισκες δικαιολογίες για να μην απαντάς στις νευροκλήσεις μου, μέχρι που σταμάτησα να προσπαθώ να σε πετύχω. Τα μοναδικά νέα που είχα από εσένα ήταν οι ομιχλώδεις μηχανορραφίες που έπλεκες εκεί ψηλά, στην ασφάλεια της τόσο πολύτιμης Σελήνης σου. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, έρχεσαι και με προκαλείς στο σπίτι μου, οδηγώντας με στο να παίξω στα χαρτιά κάτι για το οποίο αρνείσαι να δικαιολογήσεις τον λόγο που το ήθελες και μάλιστα όταν σου έχω αποσπάσει κάτι τόσο πολύτιμο, κάτι που παρ'όλ'αυτά θα μπορούσα με μια κουβέντα σου κι εν είδει καλής θέλησης να σου επιστρέψω! Πες μου, γαμώτο, ποιός είναι ο αμοραλιστής; Ε; Πώς διαφέρεις εσύ από εμένα ή οποιονδήποτε άλλον που συντηρεί και υπηρετεί αυτό το γαμημένο σύστημα;" Η Περμέτζιο είχε αφηνιάσει από την οργή κι έβγαζε άναρθρες κραυγές. Κι όμως, κανείς από τους υπόλοιπους παρευρισκομένους, απορροφημένος καθώς ήταν από το θορυβώδες ομαδικό όργιο που είχε πλέον επεκταθεί απ'άκρη σε άκρη της εσωτερικής σάλας, δεν φάνηκε να πρόσεξε την σκηνή που διαδραματιζόταν στην βεράντα. "Προσαρμόζομαι" είπε τελικά εκείνη πνιχτά και, καθώς ο Καρμάικλ της έσφιξε φουρκισμένος ακόμα περισσότερο τα χέρια, τίναξε με μια φιδίσια κίνηση το κεφάλι της για να του δαγκώσει τα χείλη. Ο Καρμάικλ την απέφυγε τελευταία στιγμή, χαλαρώνοντας ελάχιστα την λαβή του. Η Περμέτζιο προσπάθησε και δεύτερη φορά, πάλι ανεπιτυχώς. Θα προσπαθούσε και τρίτη αλλά την πρόλαβε ο Καρμάικλ. Αφήνοντας απότομα τα χέρια της, τής έπιασε το κεφάλι, την τράβηξε από τα μαλλιά και την φίλησε βίαια. Εκείνη αντιστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα αλλά στην συνέχεια έπλεξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα και τα πόδια της γύρω από την μέση του, άνοιξε τα πληγιασμένα από την ορμή του χείλη της και η γλώσσα της ακολούθησε την φρενίτιδα της δικής του.
Με μια ταυτόχρονη κίνηση άγγιξαν ένα κύκλωμα αφής στα νευρωνικά τους περικάρπια και οι ομοιοστατικές τους ενδυμασίες αποκολλήθηκαν από την σάρκα τους, στην οποία εφάρμοζαν τέλεια, κι έπεσαν άτονα στο πλάι. Κατρακύλισαν πάνω στο δάπεδο και η Περμέτζιο βρέθηκε από πάνω, φιλώντας και δαγκώνοντάς τον με μανία, ενώ ο Καρμάικλ ασχολούνταν με το στήθος της, εκείνο το υπέροχο, πλούσιο στήθος. Σιγά σιγά αποχωρίστηκε τα ταλαιπωρημένα του χείλη και προχώρησε προς τα κάτω, αφήνοντας ένα ίχνος με την γλώσσα της πάνω στο στέρνο, τους κοιλιακούς και την ήβη του. Όταν όμως άνοιξε το στόμα της, εκεί ο Καρμάικλ χάθηκε. Τον ήξερε ακόμα όσο καμία άλλη κι έτσι μπορούσε να τον τρελαίνει όπως μόνο αυτή μπορούσε. Την έπιασε, αναστενάζοντας βαθιά, από τα μαλλιά και της έδωσε αυτός ρυθμό, γενόμενος βίαιος πάνω στην τρέλα του και πνίγοντάς την, ξέροντας όμως παράλληλα ότι αυτό άναβε κι εκείνη όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή, παραμερίζοντας για λίγο την λαβή του αλλά προσέχοντας να μην τον αποχωριστεί στιγμή από το στόμα της, γύρισε ανάποδα πάνω του και πίεσε το σημείο της που έκαιγε πιο πολύ από κάθε άλλο στα χείλη του.
Ο Καρμάικλ βάδιζε σε γνώριμα μονοπάτια, μονοπάτια που είχε να επισκεφτεί χρόνια αλλά δεν είχε ποτέ ξεχάσει. Η γλώσσα του, τα χείλη του, τα δάχτυλά του, όλα έψαχναν κι έβρισκαν ξανά τα σημεία που περίμεναν να βρεθούν, τις λεπτές εκείνες οριακές γραμμές που διέκριναν την ηδονή από την έκσταση. Χρησιμοποιούσε τα όπλα του με μαεστρία και άλλαζε τον ρυθμό του με μοναδικό σκοπό να ξεπεράσει κάθε όριο διέγερσης. Την βασάνιζε και το ήξερε, καθώς την είχε σε μια σύνεχη κατάσταση αναμονής, χωρίς να της επιτρέπει να τελειώσει, να ανακουφιστεί, να ξεσπάσει. Εκείνη είχε βραχνιάσει κι ελευθερώνοντας το στόμα της άρχισε να βογκάει ακανόνιστα. Έχοντας φτάσει στο όριο της αντοχής της, προσπάθησε αδύναμα να ξεφύγει από την σαδιστική λαβή του Καρμάικλ. Αλλά δεν μπόρεσε, κι άλλωστε δεν το ήθελε στα αλήθεια. Έχοντας όμως πλέον εξουθενωθεί κι αισθανόμενη τις απαρχές ενός επίπονου μουδιάσματος, γύρισε το κεφάλι της και κοιτώντας τον με την άκρη του ματιού της, του είπε παρακλητικά, ικετευτικά, παραδομένα "δεν μπορώ άλλο, Τζεφ... δεν μπορώ... δεν μπορώ άλλο..." Αλλά ο Καρμάικλ το είχε ήδη καταλάβει. Πριν καλά καλά ολοκληρώσει την φράση της, αύξησε απότομα την ταχύτητά του. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ένα τρέμουλο απλώθηκε από ην λεκάνη στους γοφούς και ύστερα σε όλο της το σώμα. Έβγαλε μερικές μόνο πνιχτές φωνές καθώς αισθάνθηκε τις ριπές να έρχονται, αλλά όταν το πρώτο κύμα του οργασμού συντάραξε το είναι της, άρχισε να φωνάζει χωρίς σταματημό κι αισθάνθηκε ότι ζαλίζεται. Και ύστερα ήρθε το δεύτερο κύμα. Και το τρίτο. Κι έπειτα το μέτρημα έχασε κάθε νόημα. Ο Καρμάικλ την είχε φέρει σε τέτοιο παροξυσμό που ήταν στο όριο της λιποθυμίας. Αλλά κι εκείνος δεν θα άντεχε πλέον για πολύ ακόμα. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η Σοφία είχε αρχίσει να ηρεμεί και να ξεθολώνει, την πέταξε απότομα από πάνω του, σηκώθηκε, την σήκωσε κι αυτήν και την έστησε στα τέσσερα, πιέζοντας τα χέρια και το πρόσωπό της στον εξωτερικό τοίχο. Η Περμέτζιο έσταζε από παντού. Θολωμένος, ο Καρμάικλ μπήκε απότομα μέσα της. Την πόνεσε πολύ, αλλά ήταν εκείνο του είδους του πόνου που μαζοχιστικά αποζητιέται και λατρεύεται. Οι κραυγές της σκέπασαν όλο το συγκεχυμένο κουρνιαχτό του που έβγαινε από το σαλόνι, ενώ στις άκρες των ματιών της και κάτω από τις πυκνές, βαριές της βλεφαρίδες είχαν σχηματιστεί δάκρυα.
Κάτι παραπάνω από μια ώρα αργότερα, ορισμένοι καλεσμένοι είχαν φύγει, κάποιοι κοιμόντουσαν, αλλά οι περισσότεροι ήταν απλά βυθισμένοι στην μετοργασμική τους ενατένιση και ηρεμία. Ο Καρμάικλ καθόταν μισοξαπλωμένος, ακουμπώντας στο στηθαίο της βεράντας, με την Περμέτζιο στην αγκαλιά του και κοιτούσε τον απροσδιόριστα μολυβένιο βραδινό ουρανό. "Ήταν απίστευτο γαμήσι" είπε εκείνη, διακόπτοντας την νυχτερινή ησυχία που διέκρινε τα πολυτελή διαμερίσματα στους υψηλότατους ορόφους, μακριά καθώς ήταν από την οχλαγωγία της πάντα ανήσυχης Μεγάπολης. "Ναι, ήταν" απάντησε ο ακόμα ιδρωμένος άνδρας. Η Περμέτζιο ανακάθισε, ελευθερώνοντας τους ώμους της από την αγκαλιά του και προσφέροντας με την στάση της αυτή μία ακόμα οπτική των θεϊκών καμπυλών της. "Ξέρεις πως τα τελευταία χρόνια η μετακυβέρνηση παρουσιάζει μια ανεπαίσθητη αποσταθεροποίηση. Ανεπαίσθητη για τους πολλούς, αλλά σε εμάς που ξέρουμε τα πράγματα εκ των έσω, διαφαίνεται ήδη η πιθανότητα σχηματισμού ενός διπόλου - κατ'ελάχιστο. Αυτό σημαίνει πως η επιρροή η δική σου και των προϊσταμένων σου θα αρχίσει να φθίνει, Τζεφ... ενώ η δική μου θα μεγαλώνει. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι δεν πρόκειται να σταματήσω μέχρι να αποκτήσω αυτό που θέλω - και ό,τι άλλο προκύψει στην πορεία." Ο Καρμάικλ την κοίταξε βαθιά, εξεταστικά, με ανεξιχνίαστο ύφος. "Κι εσύ καταλαβαίνεις, Σοφία, πως αυτό σημαίνει πόλεμος." "Ασφαλώς" απάντησε εκείνη και ύστερα σηκώθηκε ανάλαφρα φορώντας αυτόματα, χάρη στο περικάρπιό της, το ολοφόρεμά της. Στην συνέχεια πρόχωρησε ανάμεσα στα γυμνά ανθρώπινα κορμιά που συστρέφονταν ήσυχα στο σαλόνι, καθώς οι νανομηχανισμοί καθαρισμού πάσχιζαν να διασπάσουν τους λεκέδες από ιδρώτα και σπέρμα που βρίσκονταν παντού πάνω στα κλασικού τύπου διακοσμητικά παλαιοχαλιά. Φτάνοντας κοντά στο δυναμικό πεδίο της εξόδου και πριν το απασφαλίσει, σταμάτησε για να ενεργοποιήσει την νευρωνική της μεταμάσκα. Ύστερα γύρισε, κοίταξε τον Καρμάικλ για μερικές ατελείωτες στιγμές κι έπειτα βγήκε σιωπηλή από το σπίτι του.
Ο Καρμάικλ της αντιγύρισε με θέρμη αυτό το τελευταίο βλέμμα. Αλλά όσο και να προσπάθησε μέσα σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα οπτικής επαφής, δεν κατάφερε να διακρίνει στο πρόσωπό της καμία έκφραση. Τίποτα, εκτός από μια παγερή αποφασιστικότητα.
"Ανρί; Είσαι καλά; Ανρί, μίλα μου." Εκείνος τινάχτηκε ξαφνικά από την μορφοκουκέτα του, ξυπνώντας απότομα από το επίμονο σκούντημα της 209. "Τί... τί συνέβη; Πού είμαι;" ρώτησε κοντανασαίνοντας, ενώ περνώντας την παλάμη του πάνω από το μέτωπό του συνειδητοποίησε ότι ήταν λουσμένος σε κρύο ιδρώτα. "Ξαπλώσαμε λίγο να χαλαρώσουμε και φαίνεται ότι πήρες έναν υπνάκο... αλλά ξαφνικά άρχισες να παραμιλάς! Τι σου συμβαίνει, Ανρί; Τί έχεις πάθ... να σου πω, Ανρί, με ακούς;" Αλλά ήταν φανερό ότι εκείνος ήταν στον κόσμο του. "Τον σκότωσαν... τον σκότωσαν..." έλεγε μέσα στην παραζάλη του. "Τον σκότωσαν... σκότωσαν τον Μαρά... αυτή η πουτάνα τον δολοφόνησε μέσα στο μπάνιο του..." Γύρισε και κοίταξε απότομα την άτριχη, ονειρικά όμορφη κοπέλα που είχε στο πλάι του. "Μινιόν; Μωρό μου; Εσύ... εσύ είσαι; Μ... μετά από τόσο καιρό; Ω, Κύριε των Δυνάμεων, τί απέγιναν τα μαλλιά σου;" Η 209 τον κοιτούσε αποσβωλομένη. Δεν καταλάβαινε απολύτως τίποτα από όσα της έλεγε. Και δεν ήταν μόνο το ότι είχε άγνωστες λέξεις - ήταν ότι δεν αντιλαμβανόταν επ'ουδενί την βάση πάνω στην οποία εκείνος μιλούσε. Τον έπιασε απότομα, σταθερά αλλά και τρυφερά από τα μάγουλα και, αποφασίζοντας σε μία έκλαμψη εξυπνάδας να του απευθύνει τον λόγο αναφέροντας το κωδικό του νούμερο και όχι το όνομα με το οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει να τον προσφωνεί, του είπε αυστηρά "212, σύνελθε. Σύνελθε!"
Στο άκουσμα της επιτακτικής της φωνής, ήταν λες κι ενεργοποιήθηκε μια ασφάλεια στο μυαλό του. "209... δεν... δεν αισθάνομαι καλά..." Αλλά όπως η ασφάλεια των αρχαίων όπλων εκπυρσοκρότησης μπορούσε να φθαρεί από την συνεχή τάνυσή της λόγω της εφελκύουσας δύναμης της σκανδάλης, έτσι και η δικλείδα στο μυαλό του, ήδη μισοκατεστραμμένη από την τελευταία Πλήρωση, απώλεσε κάθε δυνατότητα περιορισμού των υποσυνείδητων και συνειδητών αναμνήσεών του. Ένας τρομερός πόνος ξεχύθηκε από την παρεγκεφαλίδα του και εξαπλώθηκε τόσο προς τα κάτω, κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης και μέχρι τον κόκκυγά του, όσο και προς τα πάνω, γεμίζοντας το κεφάλι του, διαλύοντας τους κροτάφους του και τινάζοντας τα ιγμόριά του. "Ααααααααααα..." έκανε διώχνοντας τα λεπτά χέρια της 209 και πιάνοντας σφιχτά το κεφάλι του, προσπαθώντας να το κρατήσει καθώς είχε την αίσθηση ότι αυτό ξεκολλούσε. "... ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!" ούρλιαξε, ενώ ένιωθε πυρωμένα δάχτυλα να οδηγούν το μαρτύριό του σε ένα δυσβάσταχτο κρεσέντο. Έπεσε στο μεταδάπεδο σφαδάζοντας ανεξέλεγκτα και αφρίζοντας σαν λυσσασμένο παλαιοσκυλί.
Η 209 είχε κοκκαλώσει από τον τρόμο της. Για αρκετά δευτερόλεπτα παρακολουθούσε ανήμπορη τον 212 να είναι εκτός εαυτού. Ακούγοντας όμως ποδοβολητά έξω από την αίθουσα μαζικής ανάπαυσης, συνειδητοποίησε ότι όλη αυτή η σκηνή είχε γίνει αντιληπτή και από τους φύλακες - οι οποίοι δεν μπορούσαν εξαρχής να εντοπίσουν το περιστατικό, καθώς η παρακολούθηση των Δοχείων μέσω ολοκυκλωμάτων εικόνας και ήχου απαγορευόταν προκειμένου να προστατευθούν τα πλάσματα από κάθε είδους ακτινοβολία. Αισθανόμενη ξαφνικά λιγότερο ανήμπορη, έτρεξε να τους προϋπαντήσει.
Το δυναμικό πεδίο της εσωτερικής εισόδου του χώρο ξεκούρασης των Δοχείων αποσυμφορήθηκε και μέσα όρμησαν ο Ρότζερς, ο Κερμπ και ο Ντάνιελς. Η 209 έπεσε πυρετικά πάνω στον πρώτο και του μίλησε γρήγορα και μπερδεμένα, σαν παιδί που τρέχει να προστατευτεί στον κόρφο της μητέρας του. "Ο 212... φωνάζει... δεν είναι καλά... βοήθησέ τον... βοήθησέ τον!" "Ήρεμα!" της φώναξε ο Ρότζερς παραμερίζοντάς την απότομα. Μαζί με τους άλλους δύο έφτασε κοντά στην κουκέτα του 212 και κοίταξε αποσβολωμένος το θέαμα. "Η τελευταία Πλήρωση φαίνεται πως τον τρέλανε για τα καλά" είπε ο Κερμπ, αλλά ο Ρότζερς τον σώπασε. "Μην λες τέτοιες κουβέντες εδώ, ηλίθιε. Ακινητοποίησε τα πόδια του και μαζί με τον Ντάνιελς κρατήστε τον ήσυχο" πρόσταξε, ενώ ο ίδιος έβγαζε από μια τσέπη της στολής του μια ταχυσίριγγα με άμεσο νευροκατασταλτικό. Ακριβώς όμως εκείνη την στιγμή, ο 212 ηρέμησε. Ο Κερμπ και ο Ντάνιελς χαλάρωσαν την λαβή τους. Οι τρεις φύλακες έσκυψαν από επάνω του, όπως εξάλλου και η 209 και όλα τα υπόλοιπα Δοχεία που είχαν μαζευτεί ένα γύρω.
Ο 212 κειτόταν απόλυτα ακίνητος, σε τέλεια αντίθεση με την προηγούμενη κρίση του. Τα μάτια του ήταν γυάλινα και ανάσαινε αργά. "Τί έπαθε; Ρότζερς, τί έπαθε;" Ρωτούσε με αγωνία η 209 αλλά ο φύλακας δεν της έδωσε καμία σημασία. "Μου φαίνεται πως πρέπει να τον πάρουμε από εδώ. Να τον πάμε προσωρινά στην πτέρυγα ανάρρωσης και να μιλήσουμε μετά στον καλό μας δρ. Περκάσκι για να μας πει τί θα κάνουμε. Αν και... μου φαίνεται πως ο τυπάς από εδώ σύντομα θα μας αφήσει χρόνους." είπε σιγανά στους άλλους δύο. "Τί είναι αυτά που λες, Ρότζερς; Να τον πάτε πού; Να του κάνετε τί;" ρωτούσε επίμονα η 209. Ο Ρότζερς την κοίταξε εκνευρισμένα, αλλά σε μία κρίση επαγγελματισμού ολότελα ξένη για την ιδιοσυγκρασία του, της μίλησε ήρεμα και αόριστα. "Θα τον πάμε για ύπνο, 209. Σαν την 195. Θα τον ξαναδείς σε λίγο καιρό." "Ρότζερς..." ακούστηκε τότε η φωνή του Κερμπ πίσω από την πλάτη του. Εκείνος γύρισε κι έμεινε αποσβολωμένος.
Ο 212 είχε σηκωθεί. Στεκόταν ευθυτενής, με ανοιχτά τα χέρια και κλειστά τα μάτια του. Είχε γυρίσει το κεφάλι του προς τα πάνω και φαινόταν σαν να αφουγκραζόταν κάτι απροσδιόριστο. Έμεινε σε αυτή την στάση για αρκετά δευτερόλεπτα, όταν ο Ντάνιελς πήγε να τον πιάσει από το μπράτσο. Και τότε ο 212 γύρισε ξαφνικά και τον κάρφωσε με το βλέμμα του. Ο φρουρός πάγωσε στην θέση του. Σιγά σιγά το στόμα του άρχισε να χάσκει, τα χέρια του να κρεμάνε και τα πόδια του να λυγίζουν. Δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τα σάλια μέσα στο στόμα του και η όψη του έγινε τελείως αξιοθρήνητη. Σιγά σιγά, προοδευτικά, άρχισε να καταρρέει, σχεδόν να χύνεται προς τα κάτω, μέχρι που σωριάστηκε ψυχορραγώντας σε μια ασυνήθιστη στάση, θυμίζοντας πιο πολύ μπόγο από σάρκες και οστά, παρά ανθρώπινο ον που κάποτε είχε ορισμένο σχήμα.
Ο Κερμπ, βλέποντας την κατάντια του συναδέλφου του και προσπαθώντας μάλλον να ξορκίσει τον τρόμο του παρά να πράξει ο,τιδήποτε ουσιαστικό και ασφαλές για τον ίδιο, όρμησε φωνάζοντας κάτι ακατάληπτο προς το άτριχο ον που μέχρι πρότεινως θεωρούσε τελείως άκακο. Ενεργοποιώντας τα παλμικά συστήματα της ομοιοστατικής υπηρεσιακής του στολής, ετοιμάστηκε να πιάσει τον γυμνό 212 μεταδίδοντάς του ένα ισχυρό σοκ που θα τον αναισθητοποιούσε. Αλλά ο τελευταίος, ασύλληπτα πιο γρήγορος και ακριβής στις κινήσεις του, τινάχτηκε πρώτος εναντίον του φρουρού, τον έριξε βίαια κάτω πλακώνοντάς τον με το βάρος του και τον κοίταξε επίμονα μέσα στα μάτια. Δεν πέρασαν παρά μερικά δευτερόλεπτα και ο φρουρός άρχισε να ουρλιάζει, ενώ αίμα ανάβλυζε από κάθε οπή του κεφαλιού του. Μετά από μία σύντομη και αδύναμη αντίσταση, ο Κερμπ σταμάτησε να αναπνέει και ο 212 τον άφησε να κείτεται, με το κεφάλι μισοβυθισμένο στην λίμνη αίματος και υγροποιημένης φαιάς ουσίας που κάποτε ήταν ο εγκέφαλός του.
Το Δοχείο σηκώθηκε αργά και πριν καν γυρίσει προς το μέρος του Ρότζερς, εκείνος είχε ήδη επιδοθεί σε ένα τρελό τρέξιμο, κάτωχρος από τον τρόμο του και λαχανιάζοντας ακανόνιστα. Βγαίνοντας από την αίθουσα ενεργοποίησε με τα ασύρματα κυκλώματα της στολής του τον συναγερμό του κεντρικού τερματικού. Αμέσως, όλα τα δυναμικά πεδία σε κάθε διαχωριστική κι εξωτερική πύλη του κτιρίου ασφαλίστηκαν, οι σειρήνες ξέσπασαν σε ένα φρενιτιώδες ουρλιαχτό, τα οπλικά συστήματα του συγκροτήματος τέθηκαν σε λειτουργία και οι φρουροί ειδοποιήθηκαν και όρμησαν προς την αίθουσα ανάπαυσης.
Ο 212 κοίταξε γύρω του ψύχραιμα. Γύρισε και είδε τα υπόλοιπα Δοχεία να κάθονται όλα μαζί, τρομαγμένα, δακρυσμένα, μην καταλαβαίνοντας τίποτα, γευόμενα για πρώτη φορά στην ζωή τους τον φόβο, τον πανικό, την ψυχρή απορία και το τετελεσμένο του θανάτου. Ένιωσε λύπη και συμπάθεια για αυτά τα πλάσματα, ένα από τα οποία ήταν κάποτε κι εκείνος, μια εποχή που ενώ απείχε από την τωρινή του κατάσταση μόλις μερικά λεπτά, την ένιωθε ήδη αιώνες πίσω - τόσο μακριά από την στιγμή που έσπασαν τα στεγανά της εγκεφαλικής του συγχρονικότητας, ώστε τώρα ένιωθε κάτι τελείως διαφορετικό, ένα τελείως αλλιώτικο πλάσμα. Ένιωσε λύπη και συμπάθεια, αλλά ήξερε ότι για την ώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Έπρεπε να αποδράσει - και μάλιστα γρήγορα. Δεν γνώριζε ακόμα πώς, δεν γνώριζε γιατί, δεν γνώριζε για πού - αλλά γνώριζε ότι κάθε στιγμή που συνέχιζε να περνάει σε εκείνην την φυλακή τον έφερνε πιο κοντά στον χαμό του. Για πρώτη φορά, όλο το μπερδεμένο πέπλο μιας ζωής χαμένης σε ονειροπολήσεις, ψεύτικες αναμνήσεις, νοητική καταστολή και σπαταλημένης μέσα σε μια φυλακή, μια φυλακή για το μυαλό του και το σώμα του, ξεκαθάρισε πλέον σε αυτήν την απλούστατη διαπίστωση: πρέπει να φύγω, αλλιώς θα πεθάνω.
Κι ενώ μετρούσε σαν υπολογιστής τις πιθανότητές του, ένα γνώριμο πρόσωπο και μια αγαπημένη φωνή του τράβηξαν την προσοχή. "212... τ... τί έκανες; Τί συμβαίνει;" Η 209 τον κοίταζε πλήρως παραδομένη και ανήμπορη. "Μινιόν" της είπε, προφέροντας το όνομα με πλήρη φυσικότητα "πρέπει να φύγω. Πρέπει όλοι να φύγουμε, αλλά δεν μπορώ να μας βγάλω όλους έξω για την ώρα. Όμως με εσένα... μπορώ να φύγω μαζί με εσένα. Μόνο μαζί με εσένα. Θα έρθεις μαζί μου;" Η 209 - Μινιόν, χαμένη μέσα στον κυκεώνα των γεγονότων και το ουρλιαχτό του συναγερμού, δεν κάθισε να το σκεφτεί πάρα πολύ. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά όλος ο κόσμος της είχε καταρρεύσει και το μοναδικό που της είχε απομείνει για να κρατιέται, να αισθάνεται, να αφουγκράζεται ήταν εκείνος. Ήταν λες και η πρωτόγνωρη συνειδητοποίηση και αυτογνωσία του 212 - Ανρί την είχε τραβήξει μαζί του σε ένα άγνωστο και δύσβατο μονοπάτι που δεν είχε ακόμα διαβεί, αλλά την είχε αποκόψει για πάντα από την μεγάλη, γυαλισμένη και φωτισμένη λεωφόρο που μέχρι τότε διέσχιζε μαζί με όλους τους ομοίους της, μόλις τώρα συνειδητοποιώντας ενδόμυχα ότι η λεωφόρος αυτή θα έβγαζε για πάντα σε αδιέξοδο. Του έπιασε σφιχτά τα χέρια. "Θα έρθω."
Η διαμπερής σάλα της ανάπαυσης ήταν αποκλεισμένη από παντού καθώς τα δυναμικά πεδία ήταν ενεργοποιημένα στην μέγιστη ισχύ, σε όλη την έκταση του ισογείου καθώς και στον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο της Μεγάπολης, σε ακτίνα ενός οικοδομικού τετραγώνου, είχαν ενεργοποιηθεί πεδία πλάσματος και παλμικά όπλα έτοιμα να αναισθητοποιήσουν αλλά και να υγροποιήσουν ο,τιδήποτε ζωντανό και οι φρουροί της μετακυβέρνησης - ανάμεσά τους και ο χλωμός Ρότζερς - είχαν περικυκλώσει την αίθουσα, περιμένοντας τον δόκτορα Περκάσκι να έρθει προσωπικά και να τους παραγγείλει την επόμενή τους ενέργεια - ο γενετιστής είχε ειδοποιηθεί κι ερχόταν ταχύτατα από το σπίτι του.
Ο Ανρί γύρισε στην Μινιόν. "Μινιόν, άκουσέ με. Πρέπει να με εμπιστευτείς. Με εμπιστεύεσαι;" Η εμπιστοσύνη, μια έννοια κανονικά άγνωστη σε ένα παιδικό μυαλό με ημιτελείς εμπειρίες, φώτισε τώρα μέσα στον νου της με μια νέα, ασύλληπτη δύναμη. Ήξερε τί σημαίνει "εμπιστεύομαι", γιατί ακριβώς αυτό ένιωθε τώρα - κι ας μην το είχε ξανανιώσει ποτέ. "Ναι, σε εμπιστεύομαι." "Ωραία. Θέλω να με αγκαλιάσεις και να κοιτάξεις τον τοίχο. Μαζί μου. Κοίτα τον και σκέψου ότι σπάει." "Ότι... ότι σπάει;" "Ναι. Σκέψου ότι γίνεται κομμάτια, ότι δεν υφίσταται πλέον. Σκέψου ότι σπάει και σταματάει να υπάρχει." Η Μινιόν τον κοιτούσε όλο λατρεία, χωρίς να συνειδητοποιεί τί ήταν αυτό που ένιωθε. "Θα νιώσεις περίεργα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά ξέρω ότι μπορείς να το νιώσεις γιατί μπορώ να το νιώσω κι εγώ. Το ίδιο έκανα και με τους Κερμπ και Ντάνιελς. Ένιωσα ότι μπορούσα να τους δω ανήμπορους, ότι μπορούσα να τους κάνω να πεθάνουν. Μόνο αυτό μπορώ να σου πω Μινιόν. Όχι το πώς, αλλά το ότι μπορείς."
Η Μινιόν στύλωσε τα μάτια της στον τοίχο από μεταχάλυβα και πολυμακρομόρια μαζί με τον Ανρί. Αλλά δεν έβλεπε τίποτα άλλο, παρά μόνον έναν τοίχο. Πιέστηκε, προσπάθησε, αλλά δεν εξακολουθούσε να βλέπει και να αισθάνεται κάτι διαφορετικό. Εκείνη την στιγμή άκουσε την φωνή του να της λέει "μαζί... σκέψου ότι σπάει..." Γύρισε και τον κοίταξε. Τα χείλη του δεν κινούνταν. Η φωνή του όμως συνέχισε "... μαζί..." Ένιωσε μια τσιμπιά στο στήθος της. Πώς ήταν δυνατόν να τον ακούει τόσο καθαρά, ενώ εκείνος δεν μιλούσε; Ασυναίσθητα, αφέθηκε στην θέρμη της αγκαλιάς του, επικεντρώθηκε στην αίσθηση του λείου του δέρματος και αφουγκράστηκε και πάλι την φωνή του, ενώ γύρω τους είχε αρχίσει να γίνεται ένας πανζουρλισμός από τις φωνές των φρουρών που για κάποιο λόγο είχαν πάρει την πρωτοβουλία να απασφαλίσουν από μόνοι τους τα δυναμικά πεδία και να ορμήσουν μέσα στην αίθουσα. Αντί να στυλώσει τα μάτια της στον τοίχο, τα στύλωσε τουναντίον μέσα στα δικά του, προσπαθώντας να βυθιστεί μέσα στο σκοτεινό τους μυστήριο.
Και τότε η Μινιόν κατάλαβε. Κατάλαβε πως μπορούσε να κοιτάξει τον Ανρί, όπως και τον τοίχο, όπως και ο,τιδήποτε άλλο, σαν να ήταν μέρος της. Μπορούσε να είναι το μέσα και το έξω, το φως και το σκοτάδι, η υφή και η οντότητα, αρκεί να το συνειδητοποιούσε και να είχε μαζί της έναν οδηγό, κάποιον που θα μπορούσε να της δείξει τον δρόμο αλλά ταυτόχρονα να τον περπατήσει και μαζί της, ξέροντας πως μόνο μαζί, ο ένας με τον άλλον, θα μπορούσαν να τον διαβούν. Όπως και ο Ανρί, ένιωσε πως μια από καιρό κλειδωμένη αίθουσα στο μυαλό της, γεμάτη μυστικά και απίστευτες δυνατότητες, άνοιξε διάπλατα, βρωμοκοπώντας ακόμα κλεισούρα αλλά και σκορπίζοντας μέσα από τις ορθάνοιχτες πύλες της άπλετο φως. Τα μάτια της έγιναν ένα με τα δικά του και μπόρεσε να δει μαζί του τις καμπύλες που συνέκλειναν γύρω τους, το παλλόμενο πλέγμα που ήταν αόρατο και όμως τόσο εκπληκτικά ορατό, το πεδίο που είχε για κέντρα του τον εγκέφαλό της και τον δικό του, ετερόσημους και όμως τελείως όμοιους, πανίσχυρους κι εν δυνάμει ανεξέλεγκτους.
Κοίταξε τον τοίχο. Και τότε, για πρώτη φορά στην ζωή της, τον είδε. Είδε τα κρυσταλλικά πλέγματα, είδε τις πτυχές, τα αυλάκια, τις συνδέσεις, είδε τους δεσμούς, είδε την ουσία της ύλης. Και σκέφτηκε ότι αυτή η ουσία μπορούσε να καταλυθεί, να μεταλλαχθεί σε κάτι απλούστερο, ευγενέστερο. Ένιωσε ότι ήθελε να δει έξω από τον τοίχο, πέρα από αυτόν.
Ένα εκτυφλωτικό φως που δεν θα μπορούσε παρά να έρχεται από την ίδια και τον Ανρί πλημμύρισε όλη την αίθουσα. Μια απροσδιόριστη βαβούρα, τρομαγμένες φωνές, θυμωμένες κραυγές, διαταγές, συριστικοί παλμικοί ήχοι, όλα γέμιζαν το περιβάλλον τους, κι όμως εκείνοι δεν άκουγαν παρά μια μακρινή ηχώ. Καθώς η ένταση αύξαινε, καθώς ο,τιδήποτε άλλο γύρω τους έμοιαζε σαν σκιά που βούλιαζε μέσα στον εαυτό της, η Μινιόν, ο Ανρί και ο τοίχος είχαν γίνει ένα. Ένιωσε κάθε κύτταρό της να γίνεται ένα με τα δικά του. Τον ένιωθε μέσα της κι εκείνος ολόγυρά του, καθώς μια πρωτοφανής ταλάντωση μεταξύ του νοητικού τους πεδίου και των μορίων του τοίχου έσειε τα είναι τους. Καθώς έφτασαν στο σημείο συντονισμού, μια ρωγμή εμφανίστηκε στο στερεό και πλήρως απαραμόρφωτο υπερθωρακισμένο τοιχείο και το φως έγινε τόσο εκτυφλωτικό που ξέπλυνε από πάνω τους κάθε έννοια οργανικής αδυναμίας.
Ελάχιστα λεπτά αργότερα, ο δρ. Περκάσκι, άρτι αφιχθείς και αγχωμένος, προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους φρουρούς. Όταν έφτασε κοντά στον υπεύθυνο του θαλάμου, αντίκρισε ένα θέαμα που τον έκανε να πισωπατήσει.
Τα Δοχεία ήταν όλα μαζεμένα σε μια άκρη, κρύβοντας τα κεφάλια τους, τρέμοντας από τον πανικό και δεχόμενα τις απέλπιδες φροντίδες του γενετιστικού και ιατρικού προσωπικού, που μερίμνησαν ώστε να απομονώσουν τον χώρο συγκέντρωσής τους από την υπόλοιπη αίθουσα με έναν δυναμικό κλωβό, προκειμένου να τα προστατέψουν από το νυχτερινό κρύο, την ακτινοβολία και τον μολυσμένο αέρα της Μεγάπολης, καθώς εκείνα ήταν γυμνά και χωρίς ομοιοστατικές στολές και μεταμάσκες. Δύο φρουροί κείτονταν, ο ένας νεκρός, με ρουφηγμένα στις κόγχες τους μάτια και με το κεφάλι του μέσα σε μια αηδιαστική, κολλώδη κόκκινη λίμνη και ο άλλος ολοφάνερα τρελός, ψελλίζοντας σιγανά και αφρίζοντας, στριφογυρνώντας άτονα, χωρίς όμως να συγκινεί το ιατρικό προσωπικό που για την ώρα ήταν ακόμα απασχολημένο με τα Δοχεία. Εκείνο ωστόσο που τραβούσε ιδιαίτερα την προσοχή ήταν ο διαλυμένος τοίχος του ισογείου, ο πανίσχυρος, αδιαπέραστος - κάποτε - αυτός τοίχος, που είχε θρυμματιστεί σαν παλαιογυαλί και είχε σκορπίσει τα κομμάτια του σε μια ακτίνα δεκάδων μέτρων. Ο Περκάσκι πλησίασε τα συντρίμμια. "Ο κρότος... αυτή η εκκωφαντική έκρηξη... ήταν ο τοίχος, έτσι;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. "Μάλιστα, κύριε. Ήταν ο τοίχος. Έσκασε..." "Μα, πώς; Πώς;" Ο βαθμοφόρος κοίταξε τον αυστηρό επιστήμονα. Για πρώτη φορά τον έβλεπε ανήμπορο, αποδεχόμενο την ήττα του πριν καν ακούσει την ιστορία πίσω από την έκρηξη και δοκιμάζοντας τα όρια της επιστημονικής του πραγματογνωμοσύνης. "Ήταν... ήταν δύο Δοχεία, κύριε. Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό, αγκαλιασμένα. Πάνω στην ώρα που ορμήσαμε μέσα στην αίθουσα, κάτι σαν φωτεινός δυναμικός κλωβός περιέβαλλε το ζευγάρι και το προστάτευε από τα παλμικά σοκ και τις ριπές πλάσματος των μη - εκρηκτικών όπλων μας. Στο μεταξύ, οι φιγούρες τους είχαν αλλοιωθεί, το ίδιο και ο τοίχος. Έπρεπε να το δείτε, κύριε. Τόσο εκείνοι όσο και ο τοίχος ταλαντώνονταν κι έμοιαζαν να πλησιάζουν σε περιοδική σύζευξη." Ο Περκάσκι κοιτούσε με δέος. "Διακρότημα... συνδυάστηκαν σε ένα διαρμονικό διακρότημα..." μουρμούριζε, αλλά ο θαλαμοφύλακας, απορροφημένος καθώς ήταν από την ίδια του την αφήγηση και κοιτώντας το σημείο της καταστροφής, συνέχισε "έμοιαζαν να είναι, κατά κάποιον τρόπο, ενωμένοι με τον τοίχο. Φρουροί μπήκαν στην μέση αυτής της, ας πούμε, ροής, αλλά εκείνοι οι δύο λες και δεν παρατηρούσαν τίποτα άλλο. Λες και κοιτούσαν μέσα και πίσω από τους φρουρούς. Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα, μια ακόμα πιο εκτυφλωτική από πριν λάμψη ξεχύθηκε από τα κορμιά τους και το μοναδικό που πρόλαβα να δω πριν κλείσω τα μάτια μου ήταν τον τοίχο να ρηγματώνεται. Έπειτα... η έκρηξη - που την ακολούθησαν και άλλες εκρήξεις. Όταν συνήλθα, όχι μόνο ο τοίχος είχε γίνει συντρίμμια αλλά και όλα τα οπλικά συστήματα του προαυλίου χώρου είχαν καταστραφεί. Ήταν λες και από οπουδήποτε περνούσαν αυτοί οι δύο, μέχρι να βρεθούν σε ελεύθερο έδαφος, κατέστρεφαν τα πάντα."
"Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία;" ρώτησε κουρασμένα ο γιατρός. "Με την δολοφονία του Κάιλ Κερμπ και την απόπειρα δολοφονίας του Έρικ Ντάνιελς, και των δύο φρουρών, από το αρσενικό Δοχείο. Ο Ντάνιελς δε, μπορεί να την γλίτωσε αλλά είναι σε αξιοθρήνητη κατάσταση, όπως βλέπετε κι εσείς. Αυτόπτης μάρτυρας αυτών των περιστατικών ήταν ο Ματ Ρότζερς. Εκείνος ήταν άλλωστε που ενεργοποίησε τον συναγερμό." "Ο Ρότζερς;" " Μάλιστα κύριε, ένας φύλακας." "Να μου τον στείλετε αμέσως στο γραφείο μου" έκανε ξαφνικά και απροσδόκητα δυναμικά ο καθηγητής. "Έπειτα να μου στείλετε την δεσποινίδα Τσαντραβασαγιάνα με πλήρη αναφορά για τις ενέργειες του προσωπικού σχετικά με την διασφάλιση της υγείας των υπόλοιπων Δοχείων καθώς και μια πρώτη εκτίμηση για την κατάσταση του Ντάνιελς. Τέλος, να μπουν ταχύτατα σε λειτουργία οι κτιριακές συσκευές και οι νανομηχανισμοί αναδόμησης για την συνθετική επαναδημιουργία αυτού του καταραμένου τοίχου. Εμπρός, γρήγορα!" Καθώς τα παραγγέλματά του εκτελούνταν, ο Περκάσκι κίνησε συννεφιασμένος για το γραφείο του.
Λίγη ώρα αργότερα, το ολόγραμμα του γενετιστή τελείωνε την αφήγησή του μπροστά στο σκυθρωπό πρόσωπο του Καρμάικλ. Ο Μπάτσος περπατούσε νευρικά γύρω από την κυκλική συσκευή επικοινωνίας, κοιτώντας την παλλόμενη ραδιοφιγούρα του γιατρού και αισθανόμενος πως μπορούσε ακόμα και μέσα από αυτήν να ακούσει το καρδιοχτύπι του συγκλονισμένου επιστήμονα. "Υπάρχει εξήγηση για όλα αυτά;" ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει το γεγονός σε πρακτικά επίπεδα. "Όσο και να φαίνεται παράξενο, ίσως υπάρχει" είπε ο Περκάσκι. " Το ειρωνικό είναι ότι μια σκέψη για αυτές τις δυνατότητες προέκυψε από τις μελέτες μου πάνω στην τελευταία Πλήρωση στην οποία υπεβλήθη ο 212, αποτελέσματα για τα οποία είχα σκοπό να σας ενημερώσω προσωπικά αύριο το πρωί. Φαίνεται όμως ότι τα γεγονότα μας πρόλαβαν." "Ναι, μας πρόλαβαν" συμφώνησε παγερά ο Καρμάικλ. "Δρ. Περκάσκι, δεν έχω σκοπό να πράξω τίποτα και να ειδοποιήσω κανέναν αν πρώτα δεν έχω στο μυαλό μου την πλήρη εικόνα. Καθαρίστε τον τόπο της καταστροφής, τελειώστε την αναδόμηση του τοίχου, συντάξτε τις αναφορές σας και τελειοποιείστε τα βασικά στοιχεία των συμπερασμάτων και της θεωρίας σας. Έχετε ακριβώς οχτώ ώρες μέχρι να συναντηθούμε προσωπικά και να με ενημερώσετε ενδελεχώς για τα πάντα." "Μα, οχτώ ώρες; Δεν προλ..." "Οχτώ ώρες, γιατρέ. Ούτε λεπτό παραπάνω." "Μάλιστα, κύριε Καρμάικλ" είπε ο Περκάσκι, κατεβάζοντας ηττημένος το κεφάλι. Οι στερεοσκοπικές προβολικές συσκευές στο πάτωμα του διαμερίσματος του Καρμάικλ πολώθηκαν κι έσβησαν και το ολόγραμμα εξαφανίστηκε.
Ο Μπάτσος απέμεινε να κοιτάζει για μερικές στιγμές το μέρος όπου βρισκόταν πριν η εικόνα του δόκτορα. Έπειτα, σιωπηλός, βγήκε έξω στον εξώστη του. Καθώς φορούσε ήδη την ομοιοστατική του στολή, απενεργοποίησε τον δυναμικό κλωβό της βεράντας του και άφησε τον ψυχρό νυχτερινό αγέρα να τον μαστιγώσει. Έσκυψε και άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του το μέρος όπου αυτός και η Περμέτζιο μονομάχησαν και τελικά παραδόθηκαν ο ένας στον άλλον, πριν μερικές μόνο ώρες. Το άγγιξε προσπαθώντας να ξεχωρίσει το αποτύπωμα του κορμιού της... κάθε όμως ίχνος του είχε πλέον εξαφανιστεί. Οι νανομηχανισμοί είχαν κάνει την δουλειά τους.
Σηκώθηκε όρθιος και αγκάλιασε με την ματιά του την Μεγάπολη. Κάπου μέσα σε όλον αυτόν τον ανθρώπινο συφερτό έτρεχαν δύο πλάσματα που έμοιαζαν με ανθρώπους, αλλά δεν ήταν. Δύο πλάσματα που κατάφεραν μόνα, γυμνά, να του ξεφύγουν μέσα από τα γεμάτα τεχνολογία και δύναμη χέρια του. Δύο πλάσματα τόσο επικίνδυνα, ώστε ανατρίχιασε στην προοπτική οποιουδήποτε μέλλοντος με αυτά απέναντί του.
Ένα σαρδόνιο, αυτοσαρκαστικό, ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. "Την έχουμε πατήσει... την έχουμε πατήσει για τα καλά" μουρμούρισε. Αλλά την ίδια στιγμή που ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις, το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς πάνω σε στοιχεία που δεν είχε αλλά φανταζόταν και ήδη επεξεργαζόταν ένα πιθανό σχέδιο δράσης. Ήταν απόλυτα, δογματικά βέβαιος πως η Περμέτζιο κάποια στιγμή θα ανακατευόταν σε αυτό το ζήτημα - αν δεν είχε ανακατευτεί ήδη - και μαζί της και όλη η μετακυβέρνηση. Ένιωσε τόσο δυσκίνητος, τόσο πνιγμένος από την ευθύνη της συμφοράς που είχε να διαχειριστεί, που αισθάνθηκε την όρασή του να θολώνει. Αλλά, κατά την προσφιλή του συνήθεια, απομόνωσε κάθε συναίσθημα φόβου και άγχους πίσω από μια ψυχρή, εξουσιαστική μάσκα - κι ας μην υπήρχε κανείς άλλος εκεί για να τον δει - και με αποφασιστικότητα κάρφωσε με την ματιά του το κτίριο του Παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου, που αχνοφαινόταν στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης. Μια νέα, ακόρεστη όρεξη για δράση τον πλημμύρισε. "Μου ξεφύγατε" μονολόγησε. "Αλλά όχι για πολύ ακόμα."
Το παιδί, ντυμένο με μια υφασμάτινη ολόσωμη φόρμα, ένα άνορακ από ανακλαστικό ύφασμα και μια μάσκα που του κάλυπτε όλο το κεφάλι, προχώρησε κοντά στα συντρίμμια του ορίου της οικιστικής περιοχής. Μετά τις ταραχές του 2308, μια ερειπωμένη γραμμή ξεχώριζε και γκετοποιούσε το ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μ4, γραμμή που συνήθως δεν είχαν όρεξη να παραβιάζουν τα μέλη του Πολυέθνους, εκτός κι αν έπρεπε. Ο κυβερνοσκύλος του κοριτσιού αιωρήτο δίπλα του ήσυχος, όταν ξαφνικά ανέπτυξε ταχύτητα και σταμάτησε πάνω από έναν μπόγο, χαλώντας τον κόσμο με τα σφυρίγματά του. "Τέστι, βούλωσ'το" γρύλισε νευριασμένη η κοπελίτσα. Μόλις όμως κοίταξε στο σημείο που έδειχνε ανυπόμονα ο Τέστι με τους προβολείς του, αναφώνησε. '"ΠΑΠΠΟΥ!" "Έλα, Λέμα;" ακούστηκε από λίγο πιο μακριά μια κουρασμένη φωνή, που ανήκε σε έναν εξίσου κουρασμένο αλλά αξιαγάπητο γεράκο. "Παππού! Ο Τέστι βρήκε εδώ δύο ανθρώπινα κορμιά! Μπλιαχ, πώς είναι έτσι;" "Κορμιά; Τί είναι Λέμα, πτώματα; Μην τα πλησιάζεις" είπε ο παππούς, καθώς έφτανε κι εκείνος στο εν λόγω σημείο. "Πτώματα; Χμμμ... Α! Όχι παππού, όχι! Αναπνέουν!" Ο κύριος Πάβελ, ο παππούς της Λέμα, έσκυψε τότε μέσα στην εσοχή που του έδειξε η εγγονή του, κάτω από το βρώμικο τόξο μιας μισοκατεστραμμένης εισόδου και στην σκιά του τεράστιου κυβερνοκτιρίου που είχε στηθεί μερικές εκατοντάδες μέτρα και αρκετές χιλιάδες ανθρώπινες ζωές μακριά. Είδε δύο γυμνούς, πανέμορφους, άτριχους ανθρώπους, σκεπασμένους με μια λερή λινάτσα που είχαν βρει επιτόπου, ημιαναίσθητους κι εκτεθειμένους στο μολυσμένο περιβάλλον. "Ας τους μαζέψουμε, Λέμα" είπε ο καλός παππούλης. "Ας τους πάμε σπίτι και θα δούμε αν μπορέσουμε να τους αποστειρώσουμε, να τους καθαρίσουμε και να τους ξυπνήσουμε." "Ναι, παππού" είπε το κοριτσάκι κι έπιασε πρώτα τους αστραγάλους του πλάσματος που έμοιαζε με γυναίκα.
"Δεσποινίς Σοφία", έκανε ο Καρμάικλ, "ελπίζω να είστε σίγουρη για το ρέιζ που κάνατε." Πέταξε αυτήν την κουβέντα κοιτώντας την στα μάτια, αυτά τα μεγάλα, κατάμαυρα μάτια. Η Περμέτζιο ήταν σίγουρα μια πολύ σέξυ γυναίκα, αν και το πρόσωπό της είχε μάλλον σκληρά χαρακτηριστικά. Τα λεπτά αλλά έντονα και τοξωτά της φρύδια στεφάνωναν ιδανικά τα λαμπερά μέσα στην σκοτεινιά τους μάτια της, η μύτη της όμως ήταν αρκετά σουβλερή και της προσέδιδε ένα άγριο ύφος. Το σύνολο συμπλήρωνε ένα στόμα με σαρκώδη, ηδυπαθή χείλη, τα οποία άφηναν υπόνοιες και υποσχέσεις που φαίνονταν παράταιρες σε σχέση με το υπόλοιπο, σμιλεμένο της πρόσωπο. Κι όμως, όλο αυτό το ετερόκλητο σύνολο ανέδιδε έναν τρομερό, ακατέργαστο αισθησιασμό. Σε αυτό υποβοηθούσε φυσικά και το εκπληκτικό κορμί της, χαρακτηριστικό βέβαια όχι σπάνιο για υψηλά ιστάμενο μέλος του Πολυέθνους. Η ευγονική έκανε παντού το θαύμα της. Το ζήτημα ήταν όμως το κατά πόσο μπορούσαν να δέσουν το πλούσιο μπούστο, οι χυτές καμπύλες, οι καλοσχηματισμένες κοιλότητες με τον συνολικό αέρα που ανέδιδε η κάθε γυναίκα. Και στην περίπτωση της Περμέτζιο έδεναν, αναμφισβήτητα, εξαιρετικά.
"Είμαι απόλυτα σίγουρη, καλέ μου Τζεφ" απάντησε η Σοφία. "Αλλά κι εσείς πρέπει να είστε ιδιαίτερα βέβαιος, γιατί χωρίς δισταγμό μου είπατε ότι τα βλέπετε." "Καλή μου, τα βλέπω ολοκάθαρα. Σχεδόν βλέπω μέσα τους" της έριξε το καρφί ο Καρμάικλ, καθώς το ομοιοστατικό ολοφόρεμα της Περμέτζιο ήταν μεν αδιαφανές αλλά ο τρόπος που αποκάλυπτε τα κάλλη της, με μαστορικά τοποθετημένες οπές, ήταν εξαιρετικός. Η Σοφία πετάρισε τα βλέφαρά της, άλλαξε το σταυροπόδι της και χαμογέλασε. Τόσο ο Σέλμπι όσο και ο Μακάλχι είχαν καταλάβει εδώ και ώρα το υπόγειο παιχνίδι μεταξύ του Καρμάικλ και της Περμέτζιο αλλά αποφάσισαν να μην δώσουν παραπάνω σημασία. Το πάθος του τζόγου είχε εδώ και καιρό βάλει στην άκρη το ερωτικό και σεξουαλικό, τόσο στην περίπτωση του υπερήλικα εμπορικού υπευθύνου όσο και για τον ασεξουαλικό, κρύο και στριφνό Μακάλχι, που αν και τα λεπτά χαρακτηριστικά του προσώπου του και τα στο χρώμα του οινοπνεύματος μάτια του είχαν ιδιαίτερη επιτυχία και στα δύο φύλα, εκείνος ανέκαθεν άφηνε να εννοηθεί ότι δεν έδινε δεκάρα. Για αυτούς τους δύο, η συγκεκριμένη παρτίδα πόκερ δεν διέφερε από οποιαδήποτε άλλη.
Πριν λίγο, ο κρουπιέρης είχε ανοίξει πάνω στην τσόχα το 10 και την ντάμα κούπα, καθώς και το 6 σπαθί. Με το που είδε αυτό το κατέβασμα, η Περμέτζιο έκανε ολ ιν, ποντάροντας το ποσό των 25 εκατομμυρίων πιστωτικών μονάδων. Ο Καρμάικλ τα είδε και πόνταρε κι εκείνος το ανάλογο ποσό, μένοντας με πενταροδεκάρες. Ο Σέλμπι κοίταξε το ρέιζ με την μειληχιότητα της ηλικίας του και ύστερα έριξε κι εκείνος μέσα τις μάρκες του, μένοντας στην ουσία με μερικές χιλιάδες μονάδες. Τα φύλλα του δεν ήταν σπουδαία - 2 σπαθί και 4 μπαστούνι - αλλά ήταν υπερβολικά πλούσιος για να τον απασχολεί ιδιαίτερα η ενδεχόμενη απώλειά του. Ήθελε να κερδίσει καθαρά και μόνο λόγω γοήτρου. Όσο για τον Μακάλχι, πήρε μια ξυνισμένη έκφραση έκανε κι εκείνος ολ ιν, καθώς είχε συμπτωματικά το ίδιο ποσό με την Περμέτζιο.
Η ίντριγκα που είχε ξεσηκώσει το ρέιζ της κυβερνητικής εκπροσώπου αυξήθηκε όταν ο ντίλερ έκαψε ακόμα ένα φύλλο και άνοιξε το τερν πάνω στο τραπέζι. Ο Μακάλχι γούρλωσε τα μάτια του. Το τέταρτο φύλλο ήταν ο βαλές κούπα. Τα δικά του φύλλα ήταν το 4 καρώ και το 5 μπαστούνι και περίμενε ένα οποιοδήποτε 7άρι για να κάνει κέντα. Ήταν έτοιμος να πει "κολ", όταν η Περμέτζιο, που ήταν πρώτη στην σειρά, είπε "ρέιζ". Ο Καρμάικλ είπε με ενδιαφέρον "με τί θα κάνετε ρέιζ, γλυκιά μου; Ίσως θα έπρεπε να μην βιαστείτε να κάνετε ολ ιν στο προηγούμενο ποντάρισμα." Η Σοφία δεν βιάστηκε να απαντήσει. Σήκωσε με χάρη το ποτήρι της από μετατεφλόν, κατέβασε μια μεγάλη γουλιά από το ακόμα αχνιστό από την πρόσφατη ζύμωσή του κερουίσκι κι έπειτα κοίταξε με τα σπινθηροβόλα μάτια της κατευθείαν μέσα σε εκείνα του Καρμάικλ. "Δεν βιάστηκα. Απλά δεν είναι μυστικό ότι εδώ και καιρό εποφθαλμιώ την κυριότητά σας επάνω στο ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μεγάπολης, την οποία αποκτήσατε σαν δώρο από την μετακυβέρνηση μετά την καταστολή των λαϊκών αντιδράσεων που είχαν ξεσπάσει εκεί το 2308 - ακριβώς πριν ενηλικιωθούν τα πρώτα Δοχεία και μπουν σε εφαρμογή τα σχέδια του Παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου. Φαντάζομαι λοιπόν ότι θα δεχόσασταν να δείτε το ρέιζ μου, ποντάροντας αυτά ακριβώς τα δικαιώματα κυριότητας." Ο Καρμάικλ εντυπωσιάστηκε από τον δυναμισμό και το θράσος της. Όχι απλά του επιβεβαίωσε μπροστά στα μούτρα του αυτό που ακουγόταν εδώ και καιρό στα κουτσομπολίστικα πηγαδάκια της μετακυβέρνησης, αλλά επιπλέον τον διέταξε, στην ουσία, να ποντάρει αυτό που ήθελε εκείνη για ένα ρέιζ για το οποίο δεν είχε δοθεί ακόμα καμία πληροφορία!
Αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι της μέχρι τέλους. "Εντάξει. Δέχομαι. Άλλα αφού τα κάναμε ανάποδα, θα σας πω κι εγώ τί να ρισκάρετε ως αντίποδα του δικού μου πονταρίσματος." "Να ακούσω." απάντησε τσαχπίνικα η Περμέτζιο. "Θέλω, γλυκιά μου δεσποινίς, την ιδιοκτησία σας των δεξαμενών βιοποικιλότητας της Σελήνης που προορίζονται για χρήση έκτακτης ανάγκης και αποστολή αγαθών σε περίπτωση που παρουσιαστεί πρόβλημα στην δική μας." "Τις θέλετε όλες;" ρώτησε ανασηκώνοντας το φρύδι η Περμέτζιο. "Όλες. Αλλιώς θα κάνω φολντ και δεν θα κερδίσετε παρά μερικά εκατομμυριάκια μονάδες, που θα σας τα πάρω σίγουρα πίσω στην επόμενη συνεστίασή μας."
Η ισχυρή γυναίκα έσφιξε ανεπαίσθητα τα γεμάτα χείλη της. Κοίταξε τα χαρτιά της. Κρατούσε το 9 και το 8 κούπα. Είχε ένα θαυμάσιο στρέιτ φλος και δεν ήθελε καν να μπει στην λογική να σκεφτεί ότι ο Καρμάικλ είχε καλύτερο φύλλο. Για τον Σέλμπι και τον Μακάλχι δεν ανησυχούσε, ήταν φανερό ότι δεν είχαν διάθεση να ακολουθήσουν το επικίνδυνό της παιχνίδι. Αλλά και η ίδια δεν περίμενε να της κάνει τέτοια αντιπρόταση ο Καρμάικλ.
Τώρα όμως είχε ξεκινήσει η ίδια τον χορό. Και δεν είχε άλλη επιλογή από το να χορέψει. Χωρίς να αφήσει να φανεί κανένα από τα υπόγεια, συγκεχυμένα, φοβικά της συναισθήματα, είπε "εντάξει." Ο Σέλμπι και ο Μακάλχι έκαναν φολντ, όπως είχε προβλέψει - λεφτά δεν είχαν πρόβλημα να ποντάρουν, όταν όμως το παιχνίδι χόντραινε τόσο, ώστε απειλούσε θέσεις, καρέκλες, αξιώματα και γη, οι εν λόγω κύριοι, σαν άλλοι οπισθογεμείς μπουρζουάδες, δεν είχαν το στομάχι να ανταπεξέλθουν. Ο Καρμάικλ είπε, φυσικά, ότι τα βλέπει.
Ο κρουπιέρης έκαψε το επόμενο φύλλο και άνοιξε στο τραπέζι την πέμπτη και τελευταία κάρτα, την ρίβερ. Ήταν το 10 μπαστούνι. "Παρακαλώ, ανοίξτε τα φύλλα σας" έκανε ο νεαρός, και η Περμέτζιο με θριαμβευτικό ύφος ακούμπησε το 9άρι και το 8άρι της. Ο Καρμάικλ κοίταξε με την σειρά την ντάμα, τον βαλέ, το 10άρι, το 9άρι και το 8άρι. "Εκπληκτικό" μονολόγησε με σκυθρωπό ύφος. "Δεν το περίμενα ότι είχατε τέτοιο φύλλο, Σοφία. Στο εξής θα πρέπει να ανησυχώ για τα ρέιζ σας. Φαίνεται ότι τα κάνετε εκ του ασφαλούς, και μάλλον θα έχετε τον τρόπο σας με την τράπουλα, γιατί αυτό το ασφαλές σας κάθεται καλά." "Όλοι χάνουμε κάποτε, Τζεφ" είπε εκείνη, αλλά ο Καρμάικλ την έκοψε ξαφνικά. "Μισό λεπτό. Είπα ότι εντυπωσιάστηκα με το φύλλο σας. Δεν είπα ότι κερδίσατε." Και τότε, κατά την προσφιλή του συνήθεια, ακούμπησε κάτω τα δύο του χαρτιά, κλειστά, και τα άνοιξε ένα ένα.
Ρήγας κούπα. Και μετά άσσος κούπα. Φλος ρουαγιάλ.
Η Περμέτζιο πάνιασε. Ο Καρμάικλ της είπε γλυκά "μου δώσατε ένα ακόμα κίνητρο να ξαναεπισκεφτώ όσο το δυνατόν γρηγορότερα το αγαπημένο μας φεγγαράκι. Για την συμβολαιογραφική ψηφιοποίηση της συναλλαγής μας θα επιμεληθούν οι γραμματείες μας." Σηκώθηκε με χάρη. "Και τώρα, διασκέδαση. Οι παρτίδες σχεδόν σε όλα τα τραπέζια, σαν και το δικό μας, έχουν ήδη τελειώσει και οι περισσότεροι καλεσμένοι βρίσκονται στο σαλόνι." Πριν όμως τελειώσει αυτές του τις κουβέντες, η οργισμένη αλλά συγκρατημένη γυναίκα είχε ήδη σηκωθεί και κατευθυνόταν έξω από την αίθουσα χαρτοπαιξίας, με ύφος πληγωμένης αγριόγατας.
Τα πάρτυς που διοργάνωνε ο Μπάτσος ήταν ονομαστά σε ολόκληρη την Μεγάπολη. Λόγω της λατρείας του οικοδεσπότη για το πόκερ, η αρχή τους συνίστατο κυρίως στην πολύωρη χαρτοπαιξία κι έπειτα στην καθιερωμένη κραιπάλη. Εν τούτοις όμως, οι μη χαρτοπαίχτες καλεσμένοι μπορούσαν άνετα να περάσουν απευθείας στο ψητό. Όπως και οποιοδήποτε άλλο πάρτυ των υψηλών κλιμακίων του Πολυέθνους, έτσι κι εκείνα του Καρμάικλ διακρίνονταν για την παντελή τους έλλειψη αιδούς. Όλοι έκαναν ό,τι ήθελαν, όπου ήθελαν. Οι περισσότεροι καλεσμένοι - που αυτήν την φορά δεν ξεπερνούσαν τους εκατό - γνωρίζονταν ήδη και είχαν στο παρελθόν ξανασυνευρεθεί σεξουαλικά μεταξύ τους, σε διάφορους συνδυασμούς. Σε μία γωνία, μια ξανθιά μικρόσωμη γυναίκα με στενή λεκάνη και μικρά, σφιχτά στήθη χαλούσε τον κόσμο με τις οργασμικές κραυγές της καθώς την είχαν περιλάβει δύο εξωτερικοί συνεργάτες του τμήματος Καταστολής. Στο πολυπρωτονικό συντριβάνι στην μέση της τεράστιας σάλας, η μικρότερη αδελφή της Περμέτζιο, Κρίστα, μαζί με την Τρέισι Κάλογουει, την διάσημη τραγουδίστρια της τεχνόπερας και κατά δεκαπέντε χρόνια μεγαλύτερή της, πρόσφεραν ένα εκπληκτικό θέαμα στους κυρίους που είχαν μαζευτεί γύρω τους και που χωρίς αμφιβολία θα έπαιρναν οσονούπω μέρος σε αυτό το αυτοσχέδιο όργιο. Παρέες σχημάτιζαν διάφορα πηγαδάκια εδώ κι εκεί, παίζοντας σεξουαλικά παιχνίδια, διασκεδάζοντας με τα φωτορυθμικά ολογράμματα, ακούγοντας την δυνατή τεχνομουσική για την οποία είχε προνοήσει ο κεντρικός οικιακός μεταϋπολογιστής και καταναλώνοντας μεγάλες ποσότητες από κερουίσκι, που αν και επαύξαινε την ένταση της εγκεφαλικής δραστηριότητας - ανεβάζοντας παράλληλα και την λίμπιντο - δεν παρουσίαζε εν τούτοις κανένα από τα ενοχλητικά συμπτώματα της μέθης, που ήταν τυπικό αποτέλεσμα υπερκατανάλωσης των αρχαίων οινοπνευματωδών ποτών. Όλοι μπορούσαν να διασκεδάσουν, ακόμα και ο γεροπαράξενος Σέλμπι και ο ξεπλυμένος από σχεδόν κάθε ικανότητα απόλαυσης Μακάλχι, αρκεί να άφηναν τους εαυτούς τους να παρασυρθούν από αυτήν την ατμόσφαιρα ρωμαϊκής ακολασίας.
Η Σοφία καθόταν μόνη της στον εξώστη. Εκείνος περιβαλλόταν από έναν αόρατο δυναμικό κλωβό που, εκτός των συνθηκών θερμικής άνεσης που προσέφερε, φίλτραρε την περιρρέουσα ακτινοβολία και τον μολυσμένο αέρα της Μεγάπολης κι έτσι δεν χρειαζόταν να φοράει την μεταμάσκα της. Κοιτούσε πέρα, μακριά, τα τιτάνια και σαν σωφρονιστήρια για φρενοβλαβείς οικιστικά συγκροτήματα στα οποία συνωστίζονταν τα κατώτερα στρώματα, οι κύριοι αποδέκτες των διαδικασιών κοινωνικού ελέγχου - το ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μεγάπολης. Το μέρος όπου πριν λίγα χρόνια σημειώθηκε η τελευταία κοινωνική εξέγερση της προ Δοχείων περιόδου - εξέγερση που έληξε με την συνοπτική εγκεφαλική ουδετεροποίηση δέκα χιλιάδων αυτονομιστών, διαδικασία στην οποία ηγήθηκε ο ίδιος ο Καρμάικλ. Παρά όμως αυτήν την δραστική λύση, η μετακυβέρνηση συνέχισε να ανησυχεί για το ενδεχόμενο να αποτελεί ακόμα αυτή η περιοχή ένα κοιμώμενο ηφαίστειο. Έτσι, εναπόθεσε την φροντίδα της στην σιδερένια πυγμή του Μπάτσου, μετατρέποντάς τον σε έναν άτεγκτο δικτατορίσκο, προτού τον ισχυροποιήσει ακόμα περισσότερο παραχωρώντας του και την θέση του επικεφαλής του παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου. Η κυριότητα αυτή αποτελούσε, θεωρητικά, μεγάλο προνόμιο... στην ουσία όμως ήταν ένας δυνατός πονοκέφαλος, άσχετα με το γεγονός ότι ο Καρμάικλ συνέχισε να τον υπομένει προκειμένου να μην δείξει την παραμικρή ικμάδα αδυναμίας που θα σήμαινε η τυχόν αποποίηση οποιασδήποτε ευθύνης.
Η Περμέτζιο είχε τους λόγους της που παζάρεψε εγκαταστάσεις ανυπολόγιστης οικονομικής και βιολογικής αξίας για εκείνο το κωλοχανείο. Τόσο καιρό χρησιμοποιούσε την πλάγια οδό προκειμένου να αποσπάσει σχετικά οφέλη δια της παρασκηνιακής δράσης. Όμως ο Καρμάικλ είχε αποδειχτεί υπερβολικά αδιάφθορος αναφορικά με τα συμφέροντα της μετακυβέρνησης, υπερβολικά άκαμπτος... και υπερβολικά κυνικός. Έτσι, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα αφήνοντας το πράγμα στην τύχη και χρησιμοποιώντας ως μοναδικό όπλο το ταλέντο της στο πόκερ. Αλλά ακόμα και αυτές οι ύστατες προσπάθειές της δεν ήταν τελικά αρκετές. Για μία ακόμα φορά, ο Καρμάικλ είχε κερδίσει.
Την πλησίασε από πίσω και, μαντεύοντας τις σκέψεις της, την ρώτησε με βαθιά φωνή "γιατί, Σοφία; Γιατί το έκανες;" Η Περμέτζιο γύρισε και τον κοίταξε με τα αναμμένα, βαθιά της μάτια. "Επιτέλους", είπε. "Σταμάτησε ο γελοίος πληθυντικός που μεταχειριζόσουν στο τραπέζι." Κρυφογέλασε και συνέχισε. "Έχουμε να τα πούμε πολλά χρόνια, Τζεφ. Η Σελήνη είναι, ξέρεις, πολύ γοητευτικός τόπος. Πηγαίνεις εκεί για τα λίγα χρόνια που διορίζεσαι ως εντεταλμένο μέλος του διασυστημικού επιστημονικού προσωπικού και όταν αυτά παρέλθουν, παρακαλάς κάθε διασύνδεση που τυχόν έχεις στην μετακυβέρνηση ώστε να παραταθεί ο χρόνος παραμονής σου. Τουλάχιστον εγώ αυτό έκανα. Και από ό,τι ξέρω, οι περισσότεροι που ζουν κι εργάζονται στην Σελήνη την ερωτεύονται κατά παρόμοιο τρόπο." Ξανακούμπησε στην κουπαστή από μεταχαλύβδινο μορφοσωλήνα και συνέχισε. "Ξέρω τί λένε για το θέμα αυτό οι μετακυβερνητικοί εκπρόσωποι. Ότι όλοι εκεί πάνω περιμένουν πώς και πώς να έρθει η ώρα τους για να φύγουν και να επιστρέψουν στην Γη. Ίσως αυτό να συμβαίνει στους αποίκους του Άρη, δεν ξέρω. Έχω πάει ελάχιστες φορές εκεί - δεν μας άφηναν ούτε αφήνουν να πηγαινοερχόμαστε περισσότερες φορές από όσες κρίνονται απολύτως απαραίτητες για την εύρυθμη λειτουργία των αποικιών. Στον Άρη, όλη αυτή η κοκκινίλα σου τρώει την ψυχή και οι τεράστιες υψομετρικές αντιθέσεις σε καταπλακώνουν, ακόμα και στις περιοχές που έχουν γεωποιηθεί. Ενώ στην Σελήνη... αυτό το σκληρό αλλά ταυτόχρονα εξομαλυμένο κατάλευκο ανάγλυφο, σαν πολυκαιρισμένη, πολυφορεμένη αλλά και αγαπημένη παλαιοδαντέλα, η υπέροχη θέα της Γης, που από μακριά φαίνεται ακόμα γαλάζια και όμορφη σαν τα εικονικά ολογράμματα του παρελθόντος που βλέπαμε μικρά στο μετακέντρο παιδικής εκπαίδευσης, οι μικρές αλλά αυτόνομες κοινότητες που ευνοούν την σύσφιγξη των κοινωνικών σχέσεων μεταξύ των αποίκων... μα την αλήθεια, μου λείπουν ήδη. Η άμοιρη η δρ. Σάμσον θα ήταν κατά μία έννοια ευτυχισμένη που άφησε την τελευταία της πνοή εκεί πάνω." "Μου έχεις πει όλα τα άλλα, αλλά δεν απάντησες στην ερώτησή μου" απεφάνθη ψυχρά ο Καρμάικλ. Η Περμέτζιο ξαναγύρισε προς το μέρος του. Τον πλησίασε τόσο, ώστε η αναπνοή της του έκαιγε τα χείλη, καθώς ήταν ελάχιστα κοντύτερη από εκείνον. "Δεν ξεφεύγεις ποτέ από τον στόχο σου, ε; Τζεφ Καρμάικλ, ο φύλακας άγγελος της μετακυβέρνησης. Αυτός που πάντα ελέγχει χωρίς να ελέγχεται. Αυτός που ακολουθεί μια στρατηγική ακόμα και όταν λέει καλημέρα." Χαμογέλασε ειρωνικά και ταυτόχρονα πικρά. "Έχεις αλλάξει, Τζεφ. Δεν είσαι ο Τζεφ που γνώριζα. Δεν είσαι ο Τζεφ που λάτρευα πριν φύγω για την Σελήνη, που με λάτρευε πριν βυθιστεί μέσα στο ρόλο του καταστολέα. Δεν έχω παρά ελάχιστες εβδομάδες που επέστρεψα, κι όμως μόνο η τωρινή μας ολιγόωρη συνάντηση ήταν αρκετή για να επιβεβαιωθούν όλα όσα άκουγα όλα αυτά τα χρόνια." "Γιατί το έκανες;" ξαναρώτησε πιεστικά ο Καρμάικλ, που είχε αρχίσει να χάνει την υπομονή του - όχι τόσο από το κλωθογύρισμα της κουβέντας στο οποίο επέμενε να αναλώνεται η Περμέτζιο, όσο από το ότι τα λόγια της, που αναφέρονταν σε μια άλλη, περασμένη εποχή, γελοία αθώα, ξεφτιλισμένα αμόλυντη, επέμεναν να ανασκαλεύουν την μνήμη του και να του θυμίζουν πράγματα που εδώ και χρόνια είχε απωθήσει από τις σκέψεις του.
"Ναι, επιβεβαιώθηκαν. Είσαι ένας ψυχρός, υπολογιστικός αμοραλιστής." Τον κοίταξε στα μάτια με ολοφάνερη επιθετικότητα. "Και δεν πρόκειται να σου πω τίποτα περισσότερο, Τζεφ Καρμάικλ. Ό,τι σου έχω πει ως τώρα για μένα, το ήξερες ήδη. Ήθελα αυτήν την περιοχή για δικούς μου λόγους. Δεν θα τους μάθεις ποτέ. Άσε με τώρα ήσυχη!" Ο Καρμάικλ τότε την έπιασε και την πέταξε απότομα πάνω στο μεταδάπεδο του εξώστη, τα νανοκυκλώματα του οποίου δούλεψαν άμεσα και μετέτρεψαν την μοριακή δομή της επιφάνειάς του, προσδίδοντάς της την υφή και την απαλότητα φίνου κλινοσκεπάσματος. Έπειτα ρίχτηκε από πάνω της κι αιχμαλωτίζοντας τα χέρια της στα δικά του και τα πόδια της με το βάρος του, της είπε ασθμαίνοντας άγρια "κι εσύ; Εσύ τί είσαι; Για χρόνια δεν επικοινωνούσες μαζί μου κι έβρισκες δικαιολογίες για να μην απαντάς στις νευροκλήσεις μου, μέχρι που σταμάτησα να προσπαθώ να σε πετύχω. Τα μοναδικά νέα που είχα από εσένα ήταν οι ομιχλώδεις μηχανορραφίες που έπλεκες εκεί ψηλά, στην ασφάλεια της τόσο πολύτιμης Σελήνης σου. Και τώρα, μετά από τόσα χρόνια, έρχεσαι και με προκαλείς στο σπίτι μου, οδηγώντας με στο να παίξω στα χαρτιά κάτι για το οποίο αρνείσαι να δικαιολογήσεις τον λόγο που το ήθελες και μάλιστα όταν σου έχω αποσπάσει κάτι τόσο πολύτιμο, κάτι που παρ'όλ'αυτά θα μπορούσα με μια κουβέντα σου κι εν είδει καλής θέλησης να σου επιστρέψω! Πες μου, γαμώτο, ποιός είναι ο αμοραλιστής; Ε; Πώς διαφέρεις εσύ από εμένα ή οποιονδήποτε άλλον που συντηρεί και υπηρετεί αυτό το γαμημένο σύστημα;" Η Περμέτζιο είχε αφηνιάσει από την οργή κι έβγαζε άναρθρες κραυγές. Κι όμως, κανείς από τους υπόλοιπους παρευρισκομένους, απορροφημένος καθώς ήταν από το θορυβώδες ομαδικό όργιο που είχε πλέον επεκταθεί απ'άκρη σε άκρη της εσωτερικής σάλας, δεν φάνηκε να πρόσεξε την σκηνή που διαδραματιζόταν στην βεράντα. "Προσαρμόζομαι" είπε τελικά εκείνη πνιχτά και, καθώς ο Καρμάικλ της έσφιξε φουρκισμένος ακόμα περισσότερο τα χέρια, τίναξε με μια φιδίσια κίνηση το κεφάλι της για να του δαγκώσει τα χείλη. Ο Καρμάικλ την απέφυγε τελευταία στιγμή, χαλαρώνοντας ελάχιστα την λαβή του. Η Περμέτζιο προσπάθησε και δεύτερη φορά, πάλι ανεπιτυχώς. Θα προσπαθούσε και τρίτη αλλά την πρόλαβε ο Καρμάικλ. Αφήνοντας απότομα τα χέρια της, τής έπιασε το κεφάλι, την τράβηξε από τα μαλλιά και την φίλησε βίαια. Εκείνη αντιστάθηκε για μερικά δευτερόλεπτα αλλά στην συνέχεια έπλεξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα και τα πόδια της γύρω από την μέση του, άνοιξε τα πληγιασμένα από την ορμή του χείλη της και η γλώσσα της ακολούθησε την φρενίτιδα της δικής του.
Με μια ταυτόχρονη κίνηση άγγιξαν ένα κύκλωμα αφής στα νευρωνικά τους περικάρπια και οι ομοιοστατικές τους ενδυμασίες αποκολλήθηκαν από την σάρκα τους, στην οποία εφάρμοζαν τέλεια, κι έπεσαν άτονα στο πλάι. Κατρακύλισαν πάνω στο δάπεδο και η Περμέτζιο βρέθηκε από πάνω, φιλώντας και δαγκώνοντάς τον με μανία, ενώ ο Καρμάικλ ασχολούνταν με το στήθος της, εκείνο το υπέροχο, πλούσιο στήθος. Σιγά σιγά αποχωρίστηκε τα ταλαιπωρημένα του χείλη και προχώρησε προς τα κάτω, αφήνοντας ένα ίχνος με την γλώσσα της πάνω στο στέρνο, τους κοιλιακούς και την ήβη του. Όταν όμως άνοιξε το στόμα της, εκεί ο Καρμάικλ χάθηκε. Τον ήξερε ακόμα όσο καμία άλλη κι έτσι μπορούσε να τον τρελαίνει όπως μόνο αυτή μπορούσε. Την έπιασε, αναστενάζοντας βαθιά, από τα μαλλιά και της έδωσε αυτός ρυθμό, γενόμενος βίαιος πάνω στην τρέλα του και πνίγοντάς την, ξέροντας όμως παράλληλα ότι αυτό άναβε κι εκείνη όλο και περισσότερο. Σε κάποια στιγμή, παραμερίζοντας για λίγο την λαβή του αλλά προσέχοντας να μην τον αποχωριστεί στιγμή από το στόμα της, γύρισε ανάποδα πάνω του και πίεσε το σημείο της που έκαιγε πιο πολύ από κάθε άλλο στα χείλη του.
Ο Καρμάικλ βάδιζε σε γνώριμα μονοπάτια, μονοπάτια που είχε να επισκεφτεί χρόνια αλλά δεν είχε ποτέ ξεχάσει. Η γλώσσα του, τα χείλη του, τα δάχτυλά του, όλα έψαχναν κι έβρισκαν ξανά τα σημεία που περίμεναν να βρεθούν, τις λεπτές εκείνες οριακές γραμμές που διέκριναν την ηδονή από την έκσταση. Χρησιμοποιούσε τα όπλα του με μαεστρία και άλλαζε τον ρυθμό του με μοναδικό σκοπό να ξεπεράσει κάθε όριο διέγερσης. Την βασάνιζε και το ήξερε, καθώς την είχε σε μια σύνεχη κατάσταση αναμονής, χωρίς να της επιτρέπει να τελειώσει, να ανακουφιστεί, να ξεσπάσει. Εκείνη είχε βραχνιάσει κι ελευθερώνοντας το στόμα της άρχισε να βογκάει ακανόνιστα. Έχοντας φτάσει στο όριο της αντοχής της, προσπάθησε αδύναμα να ξεφύγει από την σαδιστική λαβή του Καρμάικλ. Αλλά δεν μπόρεσε, κι άλλωστε δεν το ήθελε στα αλήθεια. Έχοντας όμως πλέον εξουθενωθεί κι αισθανόμενη τις απαρχές ενός επίπονου μουδιάσματος, γύρισε το κεφάλι της και κοιτώντας τον με την άκρη του ματιού της, του είπε παρακλητικά, ικετευτικά, παραδομένα "δεν μπορώ άλλο, Τζεφ... δεν μπορώ... δεν μπορώ άλλο..." Αλλά ο Καρμάικλ το είχε ήδη καταλάβει. Πριν καλά καλά ολοκληρώσει την φράση της, αύξησε απότομα την ταχύτητά του. Σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, ένα τρέμουλο απλώθηκε από ην λεκάνη στους γοφούς και ύστερα σε όλο της το σώμα. Έβγαλε μερικές μόνο πνιχτές φωνές καθώς αισθάνθηκε τις ριπές να έρχονται, αλλά όταν το πρώτο κύμα του οργασμού συντάραξε το είναι της, άρχισε να φωνάζει χωρίς σταματημό κι αισθάνθηκε ότι ζαλίζεται. Και ύστερα ήρθε το δεύτερο κύμα. Και το τρίτο. Κι έπειτα το μέτρημα έχασε κάθε νόημα. Ο Καρμάικλ την είχε φέρει σε τέτοιο παροξυσμό που ήταν στο όριο της λιποθυμίας. Αλλά κι εκείνος δεν θα άντεχε πλέον για πολύ ακόμα. Μόλις συνειδητοποίησε ότι η Σοφία είχε αρχίσει να ηρεμεί και να ξεθολώνει, την πέταξε απότομα από πάνω του, σηκώθηκε, την σήκωσε κι αυτήν και την έστησε στα τέσσερα, πιέζοντας τα χέρια και το πρόσωπό της στον εξωτερικό τοίχο. Η Περμέτζιο έσταζε από παντού. Θολωμένος, ο Καρμάικλ μπήκε απότομα μέσα της. Την πόνεσε πολύ, αλλά ήταν εκείνο του είδους του πόνου που μαζοχιστικά αποζητιέται και λατρεύεται. Οι κραυγές της σκέπασαν όλο το συγκεχυμένο κουρνιαχτό του που έβγαινε από το σαλόνι, ενώ στις άκρες των ματιών της και κάτω από τις πυκνές, βαριές της βλεφαρίδες είχαν σχηματιστεί δάκρυα.
Κάτι παραπάνω από μια ώρα αργότερα, ορισμένοι καλεσμένοι είχαν φύγει, κάποιοι κοιμόντουσαν, αλλά οι περισσότεροι ήταν απλά βυθισμένοι στην μετοργασμική τους ενατένιση και ηρεμία. Ο Καρμάικλ καθόταν μισοξαπλωμένος, ακουμπώντας στο στηθαίο της βεράντας, με την Περμέτζιο στην αγκαλιά του και κοιτούσε τον απροσδιόριστα μολυβένιο βραδινό ουρανό. "Ήταν απίστευτο γαμήσι" είπε εκείνη, διακόπτοντας την νυχτερινή ησυχία που διέκρινε τα πολυτελή διαμερίσματα στους υψηλότατους ορόφους, μακριά καθώς ήταν από την οχλαγωγία της πάντα ανήσυχης Μεγάπολης. "Ναι, ήταν" απάντησε ο ακόμα ιδρωμένος άνδρας. Η Περμέτζιο ανακάθισε, ελευθερώνοντας τους ώμους της από την αγκαλιά του και προσφέροντας με την στάση της αυτή μία ακόμα οπτική των θεϊκών καμπυλών της. "Ξέρεις πως τα τελευταία χρόνια η μετακυβέρνηση παρουσιάζει μια ανεπαίσθητη αποσταθεροποίηση. Ανεπαίσθητη για τους πολλούς, αλλά σε εμάς που ξέρουμε τα πράγματα εκ των έσω, διαφαίνεται ήδη η πιθανότητα σχηματισμού ενός διπόλου - κατ'ελάχιστο. Αυτό σημαίνει πως η επιρροή η δική σου και των προϊσταμένων σου θα αρχίσει να φθίνει, Τζεφ... ενώ η δική μου θα μεγαλώνει. Καταλαβαίνεις, λοιπόν, ότι δεν πρόκειται να σταματήσω μέχρι να αποκτήσω αυτό που θέλω - και ό,τι άλλο προκύψει στην πορεία." Ο Καρμάικλ την κοίταξε βαθιά, εξεταστικά, με ανεξιχνίαστο ύφος. "Κι εσύ καταλαβαίνεις, Σοφία, πως αυτό σημαίνει πόλεμος." "Ασφαλώς" απάντησε εκείνη και ύστερα σηκώθηκε ανάλαφρα φορώντας αυτόματα, χάρη στο περικάρπιό της, το ολοφόρεμά της. Στην συνέχεια πρόχωρησε ανάμεσα στα γυμνά ανθρώπινα κορμιά που συστρέφονταν ήσυχα στο σαλόνι, καθώς οι νανομηχανισμοί καθαρισμού πάσχιζαν να διασπάσουν τους λεκέδες από ιδρώτα και σπέρμα που βρίσκονταν παντού πάνω στα κλασικού τύπου διακοσμητικά παλαιοχαλιά. Φτάνοντας κοντά στο δυναμικό πεδίο της εξόδου και πριν το απασφαλίσει, σταμάτησε για να ενεργοποιήσει την νευρωνική της μεταμάσκα. Ύστερα γύρισε, κοίταξε τον Καρμάικλ για μερικές ατελείωτες στιγμές κι έπειτα βγήκε σιωπηλή από το σπίτι του.
Ο Καρμάικλ της αντιγύρισε με θέρμη αυτό το τελευταίο βλέμμα. Αλλά όσο και να προσπάθησε μέσα σε αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα οπτικής επαφής, δεν κατάφερε να διακρίνει στο πρόσωπό της καμία έκφραση. Τίποτα, εκτός από μια παγερή αποφασιστικότητα.
***
"Ανρί; Είσαι καλά; Ανρί, μίλα μου." Εκείνος τινάχτηκε ξαφνικά από την μορφοκουκέτα του, ξυπνώντας απότομα από το επίμονο σκούντημα της 209. "Τί... τί συνέβη; Πού είμαι;" ρώτησε κοντανασαίνοντας, ενώ περνώντας την παλάμη του πάνω από το μέτωπό του συνειδητοποίησε ότι ήταν λουσμένος σε κρύο ιδρώτα. "Ξαπλώσαμε λίγο να χαλαρώσουμε και φαίνεται ότι πήρες έναν υπνάκο... αλλά ξαφνικά άρχισες να παραμιλάς! Τι σου συμβαίνει, Ανρί; Τί έχεις πάθ... να σου πω, Ανρί, με ακούς;" Αλλά ήταν φανερό ότι εκείνος ήταν στον κόσμο του. "Τον σκότωσαν... τον σκότωσαν..." έλεγε μέσα στην παραζάλη του. "Τον σκότωσαν... σκότωσαν τον Μαρά... αυτή η πουτάνα τον δολοφόνησε μέσα στο μπάνιο του..." Γύρισε και κοίταξε απότομα την άτριχη, ονειρικά όμορφη κοπέλα που είχε στο πλάι του. "Μινιόν; Μωρό μου; Εσύ... εσύ είσαι; Μ... μετά από τόσο καιρό; Ω, Κύριε των Δυνάμεων, τί απέγιναν τα μαλλιά σου;" Η 209 τον κοιτούσε αποσβωλομένη. Δεν καταλάβαινε απολύτως τίποτα από όσα της έλεγε. Και δεν ήταν μόνο το ότι είχε άγνωστες λέξεις - ήταν ότι δεν αντιλαμβανόταν επ'ουδενί την βάση πάνω στην οποία εκείνος μιλούσε. Τον έπιασε απότομα, σταθερά αλλά και τρυφερά από τα μάγουλα και, αποφασίζοντας σε μία έκλαμψη εξυπνάδας να του απευθύνει τον λόγο αναφέροντας το κωδικό του νούμερο και όχι το όνομα με το οποίο ο ίδιος είχε ζητήσει να τον προσφωνεί, του είπε αυστηρά "212, σύνελθε. Σύνελθε!"
Στο άκουσμα της επιτακτικής της φωνής, ήταν λες κι ενεργοποιήθηκε μια ασφάλεια στο μυαλό του. "209... δεν... δεν αισθάνομαι καλά..." Αλλά όπως η ασφάλεια των αρχαίων όπλων εκπυρσοκρότησης μπορούσε να φθαρεί από την συνεχή τάνυσή της λόγω της εφελκύουσας δύναμης της σκανδάλης, έτσι και η δικλείδα στο μυαλό του, ήδη μισοκατεστραμμένη από την τελευταία Πλήρωση, απώλεσε κάθε δυνατότητα περιορισμού των υποσυνείδητων και συνειδητών αναμνήσεών του. Ένας τρομερός πόνος ξεχύθηκε από την παρεγκεφαλίδα του και εξαπλώθηκε τόσο προς τα κάτω, κατά μήκος της σπονδυλικής του στήλης και μέχρι τον κόκκυγά του, όσο και προς τα πάνω, γεμίζοντας το κεφάλι του, διαλύοντας τους κροτάφους του και τινάζοντας τα ιγμόριά του. "Ααααααααααα..." έκανε διώχνοντας τα λεπτά χέρια της 209 και πιάνοντας σφιχτά το κεφάλι του, προσπαθώντας να το κρατήσει καθώς είχε την αίσθηση ότι αυτό ξεκολλούσε. "... ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ!" ούρλιαξε, ενώ ένιωθε πυρωμένα δάχτυλα να οδηγούν το μαρτύριό του σε ένα δυσβάσταχτο κρεσέντο. Έπεσε στο μεταδάπεδο σφαδάζοντας ανεξέλεγκτα και αφρίζοντας σαν λυσσασμένο παλαιοσκυλί.
Η 209 είχε κοκκαλώσει από τον τρόμο της. Για αρκετά δευτερόλεπτα παρακολουθούσε ανήμπορη τον 212 να είναι εκτός εαυτού. Ακούγοντας όμως ποδοβολητά έξω από την αίθουσα μαζικής ανάπαυσης, συνειδητοποίησε ότι όλη αυτή η σκηνή είχε γίνει αντιληπτή και από τους φύλακες - οι οποίοι δεν μπορούσαν εξαρχής να εντοπίσουν το περιστατικό, καθώς η παρακολούθηση των Δοχείων μέσω ολοκυκλωμάτων εικόνας και ήχου απαγορευόταν προκειμένου να προστατευθούν τα πλάσματα από κάθε είδους ακτινοβολία. Αισθανόμενη ξαφνικά λιγότερο ανήμπορη, έτρεξε να τους προϋπαντήσει.
Το δυναμικό πεδίο της εσωτερικής εισόδου του χώρο ξεκούρασης των Δοχείων αποσυμφορήθηκε και μέσα όρμησαν ο Ρότζερς, ο Κερμπ και ο Ντάνιελς. Η 209 έπεσε πυρετικά πάνω στον πρώτο και του μίλησε γρήγορα και μπερδεμένα, σαν παιδί που τρέχει να προστατευτεί στον κόρφο της μητέρας του. "Ο 212... φωνάζει... δεν είναι καλά... βοήθησέ τον... βοήθησέ τον!" "Ήρεμα!" της φώναξε ο Ρότζερς παραμερίζοντάς την απότομα. Μαζί με τους άλλους δύο έφτασε κοντά στην κουκέτα του 212 και κοίταξε αποσβολωμένος το θέαμα. "Η τελευταία Πλήρωση φαίνεται πως τον τρέλανε για τα καλά" είπε ο Κερμπ, αλλά ο Ρότζερς τον σώπασε. "Μην λες τέτοιες κουβέντες εδώ, ηλίθιε. Ακινητοποίησε τα πόδια του και μαζί με τον Ντάνιελς κρατήστε τον ήσυχο" πρόσταξε, ενώ ο ίδιος έβγαζε από μια τσέπη της στολής του μια ταχυσίριγγα με άμεσο νευροκατασταλτικό. Ακριβώς όμως εκείνη την στιγμή, ο 212 ηρέμησε. Ο Κερμπ και ο Ντάνιελς χαλάρωσαν την λαβή τους. Οι τρεις φύλακες έσκυψαν από επάνω του, όπως εξάλλου και η 209 και όλα τα υπόλοιπα Δοχεία που είχαν μαζευτεί ένα γύρω.
Ο 212 κειτόταν απόλυτα ακίνητος, σε τέλεια αντίθεση με την προηγούμενη κρίση του. Τα μάτια του ήταν γυάλινα και ανάσαινε αργά. "Τί έπαθε; Ρότζερς, τί έπαθε;" Ρωτούσε με αγωνία η 209 αλλά ο φύλακας δεν της έδωσε καμία σημασία. "Μου φαίνεται πως πρέπει να τον πάρουμε από εδώ. Να τον πάμε προσωρινά στην πτέρυγα ανάρρωσης και να μιλήσουμε μετά στον καλό μας δρ. Περκάσκι για να μας πει τί θα κάνουμε. Αν και... μου φαίνεται πως ο τυπάς από εδώ σύντομα θα μας αφήσει χρόνους." είπε σιγανά στους άλλους δύο. "Τί είναι αυτά που λες, Ρότζερς; Να τον πάτε πού; Να του κάνετε τί;" ρωτούσε επίμονα η 209. Ο Ρότζερς την κοίταξε εκνευρισμένα, αλλά σε μία κρίση επαγγελματισμού ολότελα ξένη για την ιδιοσυγκρασία του, της μίλησε ήρεμα και αόριστα. "Θα τον πάμε για ύπνο, 209. Σαν την 195. Θα τον ξαναδείς σε λίγο καιρό." "Ρότζερς..." ακούστηκε τότε η φωνή του Κερμπ πίσω από την πλάτη του. Εκείνος γύρισε κι έμεινε αποσβολωμένος.
Ο 212 είχε σηκωθεί. Στεκόταν ευθυτενής, με ανοιχτά τα χέρια και κλειστά τα μάτια του. Είχε γυρίσει το κεφάλι του προς τα πάνω και φαινόταν σαν να αφουγκραζόταν κάτι απροσδιόριστο. Έμεινε σε αυτή την στάση για αρκετά δευτερόλεπτα, όταν ο Ντάνιελς πήγε να τον πιάσει από το μπράτσο. Και τότε ο 212 γύρισε ξαφνικά και τον κάρφωσε με το βλέμμα του. Ο φρουρός πάγωσε στην θέση του. Σιγά σιγά το στόμα του άρχισε να χάσκει, τα χέρια του να κρεμάνε και τα πόδια του να λυγίζουν. Δεν μπορούσε πλέον να συγκρατήσει τα σάλια μέσα στο στόμα του και η όψη του έγινε τελείως αξιοθρήνητη. Σιγά σιγά, προοδευτικά, άρχισε να καταρρέει, σχεδόν να χύνεται προς τα κάτω, μέχρι που σωριάστηκε ψυχορραγώντας σε μια ασυνήθιστη στάση, θυμίζοντας πιο πολύ μπόγο από σάρκες και οστά, παρά ανθρώπινο ον που κάποτε είχε ορισμένο σχήμα.
Ο Κερμπ, βλέποντας την κατάντια του συναδέλφου του και προσπαθώντας μάλλον να ξορκίσει τον τρόμο του παρά να πράξει ο,τιδήποτε ουσιαστικό και ασφαλές για τον ίδιο, όρμησε φωνάζοντας κάτι ακατάληπτο προς το άτριχο ον που μέχρι πρότεινως θεωρούσε τελείως άκακο. Ενεργοποιώντας τα παλμικά συστήματα της ομοιοστατικής υπηρεσιακής του στολής, ετοιμάστηκε να πιάσει τον γυμνό 212 μεταδίδοντάς του ένα ισχυρό σοκ που θα τον αναισθητοποιούσε. Αλλά ο τελευταίος, ασύλληπτα πιο γρήγορος και ακριβής στις κινήσεις του, τινάχτηκε πρώτος εναντίον του φρουρού, τον έριξε βίαια κάτω πλακώνοντάς τον με το βάρος του και τον κοίταξε επίμονα μέσα στα μάτια. Δεν πέρασαν παρά μερικά δευτερόλεπτα και ο φρουρός άρχισε να ουρλιάζει, ενώ αίμα ανάβλυζε από κάθε οπή του κεφαλιού του. Μετά από μία σύντομη και αδύναμη αντίσταση, ο Κερμπ σταμάτησε να αναπνέει και ο 212 τον άφησε να κείτεται, με το κεφάλι μισοβυθισμένο στην λίμνη αίματος και υγροποιημένης φαιάς ουσίας που κάποτε ήταν ο εγκέφαλός του.
Το Δοχείο σηκώθηκε αργά και πριν καν γυρίσει προς το μέρος του Ρότζερς, εκείνος είχε ήδη επιδοθεί σε ένα τρελό τρέξιμο, κάτωχρος από τον τρόμο του και λαχανιάζοντας ακανόνιστα. Βγαίνοντας από την αίθουσα ενεργοποίησε με τα ασύρματα κυκλώματα της στολής του τον συναγερμό του κεντρικού τερματικού. Αμέσως, όλα τα δυναμικά πεδία σε κάθε διαχωριστική κι εξωτερική πύλη του κτιρίου ασφαλίστηκαν, οι σειρήνες ξέσπασαν σε ένα φρενιτιώδες ουρλιαχτό, τα οπλικά συστήματα του συγκροτήματος τέθηκαν σε λειτουργία και οι φρουροί ειδοποιήθηκαν και όρμησαν προς την αίθουσα ανάπαυσης.
Ο 212 κοίταξε γύρω του ψύχραιμα. Γύρισε και είδε τα υπόλοιπα Δοχεία να κάθονται όλα μαζί, τρομαγμένα, δακρυσμένα, μην καταλαβαίνοντας τίποτα, γευόμενα για πρώτη φορά στην ζωή τους τον φόβο, τον πανικό, την ψυχρή απορία και το τετελεσμένο του θανάτου. Ένιωσε λύπη και συμπάθεια για αυτά τα πλάσματα, ένα από τα οποία ήταν κάποτε κι εκείνος, μια εποχή που ενώ απείχε από την τωρινή του κατάσταση μόλις μερικά λεπτά, την ένιωθε ήδη αιώνες πίσω - τόσο μακριά από την στιγμή που έσπασαν τα στεγανά της εγκεφαλικής του συγχρονικότητας, ώστε τώρα ένιωθε κάτι τελείως διαφορετικό, ένα τελείως αλλιώτικο πλάσμα. Ένιωσε λύπη και συμπάθεια, αλλά ήξερε ότι για την ώρα δεν μπορούσε να κάνει τίποτα περισσότερο. Έπρεπε να αποδράσει - και μάλιστα γρήγορα. Δεν γνώριζε ακόμα πώς, δεν γνώριζε γιατί, δεν γνώριζε για πού - αλλά γνώριζε ότι κάθε στιγμή που συνέχιζε να περνάει σε εκείνην την φυλακή τον έφερνε πιο κοντά στον χαμό του. Για πρώτη φορά, όλο το μπερδεμένο πέπλο μιας ζωής χαμένης σε ονειροπολήσεις, ψεύτικες αναμνήσεις, νοητική καταστολή και σπαταλημένης μέσα σε μια φυλακή, μια φυλακή για το μυαλό του και το σώμα του, ξεκαθάρισε πλέον σε αυτήν την απλούστατη διαπίστωση: πρέπει να φύγω, αλλιώς θα πεθάνω.
Κι ενώ μετρούσε σαν υπολογιστής τις πιθανότητές του, ένα γνώριμο πρόσωπο και μια αγαπημένη φωνή του τράβηξαν την προσοχή. "212... τ... τί έκανες; Τί συμβαίνει;" Η 209 τον κοίταζε πλήρως παραδομένη και ανήμπορη. "Μινιόν" της είπε, προφέροντας το όνομα με πλήρη φυσικότητα "πρέπει να φύγω. Πρέπει όλοι να φύγουμε, αλλά δεν μπορώ να μας βγάλω όλους έξω για την ώρα. Όμως με εσένα... μπορώ να φύγω μαζί με εσένα. Μόνο μαζί με εσένα. Θα έρθεις μαζί μου;" Η 209 - Μινιόν, χαμένη μέσα στον κυκεώνα των γεγονότων και το ουρλιαχτό του συναγερμού, δεν κάθισε να το σκεφτεί πάρα πολύ. Μέσα σε ελάχιστα λεπτά όλος ο κόσμος της είχε καταρρεύσει και το μοναδικό που της είχε απομείνει για να κρατιέται, να αισθάνεται, να αφουγκράζεται ήταν εκείνος. Ήταν λες και η πρωτόγνωρη συνειδητοποίηση και αυτογνωσία του 212 - Ανρί την είχε τραβήξει μαζί του σε ένα άγνωστο και δύσβατο μονοπάτι που δεν είχε ακόμα διαβεί, αλλά την είχε αποκόψει για πάντα από την μεγάλη, γυαλισμένη και φωτισμένη λεωφόρο που μέχρι τότε διέσχιζε μαζί με όλους τους ομοίους της, μόλις τώρα συνειδητοποιώντας ενδόμυχα ότι η λεωφόρος αυτή θα έβγαζε για πάντα σε αδιέξοδο. Του έπιασε σφιχτά τα χέρια. "Θα έρθω."
Η διαμπερής σάλα της ανάπαυσης ήταν αποκλεισμένη από παντού καθώς τα δυναμικά πεδία ήταν ενεργοποιημένα στην μέγιστη ισχύ, σε όλη την έκταση του ισογείου καθώς και στον εξωτερικό περιβάλλοντα χώρο της Μεγάπολης, σε ακτίνα ενός οικοδομικού τετραγώνου, είχαν ενεργοποιηθεί πεδία πλάσματος και παλμικά όπλα έτοιμα να αναισθητοποιήσουν αλλά και να υγροποιήσουν ο,τιδήποτε ζωντανό και οι φρουροί της μετακυβέρνησης - ανάμεσά τους και ο χλωμός Ρότζερς - είχαν περικυκλώσει την αίθουσα, περιμένοντας τον δόκτορα Περκάσκι να έρθει προσωπικά και να τους παραγγείλει την επόμενή τους ενέργεια - ο γενετιστής είχε ειδοποιηθεί κι ερχόταν ταχύτατα από το σπίτι του.
Ο Ανρί γύρισε στην Μινιόν. "Μινιόν, άκουσέ με. Πρέπει να με εμπιστευτείς. Με εμπιστεύεσαι;" Η εμπιστοσύνη, μια έννοια κανονικά άγνωστη σε ένα παιδικό μυαλό με ημιτελείς εμπειρίες, φώτισε τώρα μέσα στον νου της με μια νέα, ασύλληπτη δύναμη. Ήξερε τί σημαίνει "εμπιστεύομαι", γιατί ακριβώς αυτό ένιωθε τώρα - κι ας μην το είχε ξανανιώσει ποτέ. "Ναι, σε εμπιστεύομαι." "Ωραία. Θέλω να με αγκαλιάσεις και να κοιτάξεις τον τοίχο. Μαζί μου. Κοίτα τον και σκέψου ότι σπάει." "Ότι... ότι σπάει;" "Ναι. Σκέψου ότι γίνεται κομμάτια, ότι δεν υφίσταται πλέον. Σκέψου ότι σπάει και σταματάει να υπάρχει." Η Μινιόν τον κοιτούσε όλο λατρεία, χωρίς να συνειδητοποιεί τί ήταν αυτό που ένιωθε. "Θα νιώσεις περίεργα. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, αλλά ξέρω ότι μπορείς να το νιώσεις γιατί μπορώ να το νιώσω κι εγώ. Το ίδιο έκανα και με τους Κερμπ και Ντάνιελς. Ένιωσα ότι μπορούσα να τους δω ανήμπορους, ότι μπορούσα να τους κάνω να πεθάνουν. Μόνο αυτό μπορώ να σου πω Μινιόν. Όχι το πώς, αλλά το ότι μπορείς."
Η Μινιόν στύλωσε τα μάτια της στον τοίχο από μεταχάλυβα και πολυμακρομόρια μαζί με τον Ανρί. Αλλά δεν έβλεπε τίποτα άλλο, παρά μόνον έναν τοίχο. Πιέστηκε, προσπάθησε, αλλά δεν εξακολουθούσε να βλέπει και να αισθάνεται κάτι διαφορετικό. Εκείνη την στιγμή άκουσε την φωνή του να της λέει "μαζί... σκέψου ότι σπάει..." Γύρισε και τον κοίταξε. Τα χείλη του δεν κινούνταν. Η φωνή του όμως συνέχισε "... μαζί..." Ένιωσε μια τσιμπιά στο στήθος της. Πώς ήταν δυνατόν να τον ακούει τόσο καθαρά, ενώ εκείνος δεν μιλούσε; Ασυναίσθητα, αφέθηκε στην θέρμη της αγκαλιάς του, επικεντρώθηκε στην αίσθηση του λείου του δέρματος και αφουγκράστηκε και πάλι την φωνή του, ενώ γύρω τους είχε αρχίσει να γίνεται ένας πανζουρλισμός από τις φωνές των φρουρών που για κάποιο λόγο είχαν πάρει την πρωτοβουλία να απασφαλίσουν από μόνοι τους τα δυναμικά πεδία και να ορμήσουν μέσα στην αίθουσα. Αντί να στυλώσει τα μάτια της στον τοίχο, τα στύλωσε τουναντίον μέσα στα δικά του, προσπαθώντας να βυθιστεί μέσα στο σκοτεινό τους μυστήριο.
Και τότε η Μινιόν κατάλαβε. Κατάλαβε πως μπορούσε να κοιτάξει τον Ανρί, όπως και τον τοίχο, όπως και ο,τιδήποτε άλλο, σαν να ήταν μέρος της. Μπορούσε να είναι το μέσα και το έξω, το φως και το σκοτάδι, η υφή και η οντότητα, αρκεί να το συνειδητοποιούσε και να είχε μαζί της έναν οδηγό, κάποιον που θα μπορούσε να της δείξει τον δρόμο αλλά ταυτόχρονα να τον περπατήσει και μαζί της, ξέροντας πως μόνο μαζί, ο ένας με τον άλλον, θα μπορούσαν να τον διαβούν. Όπως και ο Ανρί, ένιωσε πως μια από καιρό κλειδωμένη αίθουσα στο μυαλό της, γεμάτη μυστικά και απίστευτες δυνατότητες, άνοιξε διάπλατα, βρωμοκοπώντας ακόμα κλεισούρα αλλά και σκορπίζοντας μέσα από τις ορθάνοιχτες πύλες της άπλετο φως. Τα μάτια της έγιναν ένα με τα δικά του και μπόρεσε να δει μαζί του τις καμπύλες που συνέκλειναν γύρω τους, το παλλόμενο πλέγμα που ήταν αόρατο και όμως τόσο εκπληκτικά ορατό, το πεδίο που είχε για κέντρα του τον εγκέφαλό της και τον δικό του, ετερόσημους και όμως τελείως όμοιους, πανίσχυρους κι εν δυνάμει ανεξέλεγκτους.
Κοίταξε τον τοίχο. Και τότε, για πρώτη φορά στην ζωή της, τον είδε. Είδε τα κρυσταλλικά πλέγματα, είδε τις πτυχές, τα αυλάκια, τις συνδέσεις, είδε τους δεσμούς, είδε την ουσία της ύλης. Και σκέφτηκε ότι αυτή η ουσία μπορούσε να καταλυθεί, να μεταλλαχθεί σε κάτι απλούστερο, ευγενέστερο. Ένιωσε ότι ήθελε να δει έξω από τον τοίχο, πέρα από αυτόν.
Ένα εκτυφλωτικό φως που δεν θα μπορούσε παρά να έρχεται από την ίδια και τον Ανρί πλημμύρισε όλη την αίθουσα. Μια απροσδιόριστη βαβούρα, τρομαγμένες φωνές, θυμωμένες κραυγές, διαταγές, συριστικοί παλμικοί ήχοι, όλα γέμιζαν το περιβάλλον τους, κι όμως εκείνοι δεν άκουγαν παρά μια μακρινή ηχώ. Καθώς η ένταση αύξαινε, καθώς ο,τιδήποτε άλλο γύρω τους έμοιαζε σαν σκιά που βούλιαζε μέσα στον εαυτό της, η Μινιόν, ο Ανρί και ο τοίχος είχαν γίνει ένα. Ένιωσε κάθε κύτταρό της να γίνεται ένα με τα δικά του. Τον ένιωθε μέσα της κι εκείνος ολόγυρά του, καθώς μια πρωτοφανής ταλάντωση μεταξύ του νοητικού τους πεδίου και των μορίων του τοίχου έσειε τα είναι τους. Καθώς έφτασαν στο σημείο συντονισμού, μια ρωγμή εμφανίστηκε στο στερεό και πλήρως απαραμόρφωτο υπερθωρακισμένο τοιχείο και το φως έγινε τόσο εκτυφλωτικό που ξέπλυνε από πάνω τους κάθε έννοια οργανικής αδυναμίας.
Ελάχιστα λεπτά αργότερα, ο δρ. Περκάσκι, άρτι αφιχθείς και αγχωμένος, προσπαθούσε να ανοίξει δρόμο ανάμεσα στους φρουρούς. Όταν έφτασε κοντά στον υπεύθυνο του θαλάμου, αντίκρισε ένα θέαμα που τον έκανε να πισωπατήσει.
Τα Δοχεία ήταν όλα μαζεμένα σε μια άκρη, κρύβοντας τα κεφάλια τους, τρέμοντας από τον πανικό και δεχόμενα τις απέλπιδες φροντίδες του γενετιστικού και ιατρικού προσωπικού, που μερίμνησαν ώστε να απομονώσουν τον χώρο συγκέντρωσής τους από την υπόλοιπη αίθουσα με έναν δυναμικό κλωβό, προκειμένου να τα προστατέψουν από το νυχτερινό κρύο, την ακτινοβολία και τον μολυσμένο αέρα της Μεγάπολης, καθώς εκείνα ήταν γυμνά και χωρίς ομοιοστατικές στολές και μεταμάσκες. Δύο φρουροί κείτονταν, ο ένας νεκρός, με ρουφηγμένα στις κόγχες τους μάτια και με το κεφάλι του μέσα σε μια αηδιαστική, κολλώδη κόκκινη λίμνη και ο άλλος ολοφάνερα τρελός, ψελλίζοντας σιγανά και αφρίζοντας, στριφογυρνώντας άτονα, χωρίς όμως να συγκινεί το ιατρικό προσωπικό που για την ώρα ήταν ακόμα απασχολημένο με τα Δοχεία. Εκείνο ωστόσο που τραβούσε ιδιαίτερα την προσοχή ήταν ο διαλυμένος τοίχος του ισογείου, ο πανίσχυρος, αδιαπέραστος - κάποτε - αυτός τοίχος, που είχε θρυμματιστεί σαν παλαιογυαλί και είχε σκορπίσει τα κομμάτια του σε μια ακτίνα δεκάδων μέτρων. Ο Περκάσκι πλησίασε τα συντρίμμια. "Ο κρότος... αυτή η εκκωφαντική έκρηξη... ήταν ο τοίχος, έτσι;" ρώτησε με σπασμένη φωνή. "Μάλιστα, κύριε. Ήταν ο τοίχος. Έσκασε..." "Μα, πώς; Πώς;" Ο βαθμοφόρος κοίταξε τον αυστηρό επιστήμονα. Για πρώτη φορά τον έβλεπε ανήμπορο, αποδεχόμενο την ήττα του πριν καν ακούσει την ιστορία πίσω από την έκρηξη και δοκιμάζοντας τα όρια της επιστημονικής του πραγματογνωμοσύνης. "Ήταν... ήταν δύο Δοχεία, κύριε. Ένα αρσενικό κι ένα θηλυκό, αγκαλιασμένα. Πάνω στην ώρα που ορμήσαμε μέσα στην αίθουσα, κάτι σαν φωτεινός δυναμικός κλωβός περιέβαλλε το ζευγάρι και το προστάτευε από τα παλμικά σοκ και τις ριπές πλάσματος των μη - εκρηκτικών όπλων μας. Στο μεταξύ, οι φιγούρες τους είχαν αλλοιωθεί, το ίδιο και ο τοίχος. Έπρεπε να το δείτε, κύριε. Τόσο εκείνοι όσο και ο τοίχος ταλαντώνονταν κι έμοιαζαν να πλησιάζουν σε περιοδική σύζευξη." Ο Περκάσκι κοιτούσε με δέος. "Διακρότημα... συνδυάστηκαν σε ένα διαρμονικό διακρότημα..." μουρμούριζε, αλλά ο θαλαμοφύλακας, απορροφημένος καθώς ήταν από την ίδια του την αφήγηση και κοιτώντας το σημείο της καταστροφής, συνέχισε "έμοιαζαν να είναι, κατά κάποιον τρόπο, ενωμένοι με τον τοίχο. Φρουροί μπήκαν στην μέση αυτής της, ας πούμε, ροής, αλλά εκείνοι οι δύο λες και δεν παρατηρούσαν τίποτα άλλο. Λες και κοιτούσαν μέσα και πίσω από τους φρουρούς. Μετά από ελάχιστα δευτερόλεπτα, μια ακόμα πιο εκτυφλωτική από πριν λάμψη ξεχύθηκε από τα κορμιά τους και το μοναδικό που πρόλαβα να δω πριν κλείσω τα μάτια μου ήταν τον τοίχο να ρηγματώνεται. Έπειτα... η έκρηξη - που την ακολούθησαν και άλλες εκρήξεις. Όταν συνήλθα, όχι μόνο ο τοίχος είχε γίνει συντρίμμια αλλά και όλα τα οπλικά συστήματα του προαυλίου χώρου είχαν καταστραφεί. Ήταν λες και από οπουδήποτε περνούσαν αυτοί οι δύο, μέχρι να βρεθούν σε ελεύθερο έδαφος, κατέστρεφαν τα πάντα."
"Πώς ξεκίνησε όλη αυτή η ιστορία;" ρώτησε κουρασμένα ο γιατρός. "Με την δολοφονία του Κάιλ Κερμπ και την απόπειρα δολοφονίας του Έρικ Ντάνιελς, και των δύο φρουρών, από το αρσενικό Δοχείο. Ο Ντάνιελς δε, μπορεί να την γλίτωσε αλλά είναι σε αξιοθρήνητη κατάσταση, όπως βλέπετε κι εσείς. Αυτόπτης μάρτυρας αυτών των περιστατικών ήταν ο Ματ Ρότζερς. Εκείνος ήταν άλλωστε που ενεργοποίησε τον συναγερμό." "Ο Ρότζερς;" " Μάλιστα κύριε, ένας φύλακας." "Να μου τον στείλετε αμέσως στο γραφείο μου" έκανε ξαφνικά και απροσδόκητα δυναμικά ο καθηγητής. "Έπειτα να μου στείλετε την δεσποινίδα Τσαντραβασαγιάνα με πλήρη αναφορά για τις ενέργειες του προσωπικού σχετικά με την διασφάλιση της υγείας των υπόλοιπων Δοχείων καθώς και μια πρώτη εκτίμηση για την κατάσταση του Ντάνιελς. Τέλος, να μπουν ταχύτατα σε λειτουργία οι κτιριακές συσκευές και οι νανομηχανισμοί αναδόμησης για την συνθετική επαναδημιουργία αυτού του καταραμένου τοίχου. Εμπρός, γρήγορα!" Καθώς τα παραγγέλματά του εκτελούνταν, ο Περκάσκι κίνησε συννεφιασμένος για το γραφείο του.
Λίγη ώρα αργότερα, το ολόγραμμα του γενετιστή τελείωνε την αφήγησή του μπροστά στο σκυθρωπό πρόσωπο του Καρμάικλ. Ο Μπάτσος περπατούσε νευρικά γύρω από την κυκλική συσκευή επικοινωνίας, κοιτώντας την παλλόμενη ραδιοφιγούρα του γιατρού και αισθανόμενος πως μπορούσε ακόμα και μέσα από αυτήν να ακούσει το καρδιοχτύπι του συγκλονισμένου επιστήμονα. "Υπάρχει εξήγηση για όλα αυτά;" ρώτησε, προσπαθώντας να κρατήσει το γεγονός σε πρακτικά επίπεδα. "Όσο και να φαίνεται παράξενο, ίσως υπάρχει" είπε ο Περκάσκι. " Το ειρωνικό είναι ότι μια σκέψη για αυτές τις δυνατότητες προέκυψε από τις μελέτες μου πάνω στην τελευταία Πλήρωση στην οποία υπεβλήθη ο 212, αποτελέσματα για τα οποία είχα σκοπό να σας ενημερώσω προσωπικά αύριο το πρωί. Φαίνεται όμως ότι τα γεγονότα μας πρόλαβαν." "Ναι, μας πρόλαβαν" συμφώνησε παγερά ο Καρμάικλ. "Δρ. Περκάσκι, δεν έχω σκοπό να πράξω τίποτα και να ειδοποιήσω κανέναν αν πρώτα δεν έχω στο μυαλό μου την πλήρη εικόνα. Καθαρίστε τον τόπο της καταστροφής, τελειώστε την αναδόμηση του τοίχου, συντάξτε τις αναφορές σας και τελειοποιείστε τα βασικά στοιχεία των συμπερασμάτων και της θεωρίας σας. Έχετε ακριβώς οχτώ ώρες μέχρι να συναντηθούμε προσωπικά και να με ενημερώσετε ενδελεχώς για τα πάντα." "Μα, οχτώ ώρες; Δεν προλ..." "Οχτώ ώρες, γιατρέ. Ούτε λεπτό παραπάνω." "Μάλιστα, κύριε Καρμάικλ" είπε ο Περκάσκι, κατεβάζοντας ηττημένος το κεφάλι. Οι στερεοσκοπικές προβολικές συσκευές στο πάτωμα του διαμερίσματος του Καρμάικλ πολώθηκαν κι έσβησαν και το ολόγραμμα εξαφανίστηκε.
Ο Μπάτσος απέμεινε να κοιτάζει για μερικές στιγμές το μέρος όπου βρισκόταν πριν η εικόνα του δόκτορα. Έπειτα, σιωπηλός, βγήκε έξω στον εξώστη του. Καθώς φορούσε ήδη την ομοιοστατική του στολή, απενεργοποίησε τον δυναμικό κλωβό της βεράντας του και άφησε τον ψυχρό νυχτερινό αγέρα να τον μαστιγώσει. Έσκυψε και άγγιξε με τα ακροδάχτυλά του το μέρος όπου αυτός και η Περμέτζιο μονομάχησαν και τελικά παραδόθηκαν ο ένας στον άλλον, πριν μερικές μόνο ώρες. Το άγγιξε προσπαθώντας να ξεχωρίσει το αποτύπωμα του κορμιού της... κάθε όμως ίχνος του είχε πλέον εξαφανιστεί. Οι νανομηχανισμοί είχαν κάνει την δουλειά τους.
Σηκώθηκε όρθιος και αγκάλιασε με την ματιά του την Μεγάπολη. Κάπου μέσα σε όλον αυτόν τον ανθρώπινο συφερτό έτρεχαν δύο πλάσματα που έμοιαζαν με ανθρώπους, αλλά δεν ήταν. Δύο πλάσματα που κατάφεραν μόνα, γυμνά, να του ξεφύγουν μέσα από τα γεμάτα τεχνολογία και δύναμη χέρια του. Δύο πλάσματα τόσο επικίνδυνα, ώστε ανατρίχιασε στην προοπτική οποιουδήποτε μέλλοντος με αυτά απέναντί του.
Ένα σαρδόνιο, αυτοσαρκαστικό, ειρωνικό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. "Την έχουμε πατήσει... την έχουμε πατήσει για τα καλά" μουρμούρισε. Αλλά την ίδια στιγμή που ξεστόμιζε αυτές τις λέξεις, το μυαλό του δούλευε πυρετωδώς πάνω σε στοιχεία που δεν είχε αλλά φανταζόταν και ήδη επεξεργαζόταν ένα πιθανό σχέδιο δράσης. Ήταν απόλυτα, δογματικά βέβαιος πως η Περμέτζιο κάποια στιγμή θα ανακατευόταν σε αυτό το ζήτημα - αν δεν είχε ανακατευτεί ήδη - και μαζί της και όλη η μετακυβέρνηση. Ένιωσε τόσο δυσκίνητος, τόσο πνιγμένος από την ευθύνη της συμφοράς που είχε να διαχειριστεί, που αισθάνθηκε την όρασή του να θολώνει. Αλλά, κατά την προσφιλή του συνήθεια, απομόνωσε κάθε συναίσθημα φόβου και άγχους πίσω από μια ψυχρή, εξουσιαστική μάσκα - κι ας μην υπήρχε κανείς άλλος εκεί για να τον δει - και με αποφασιστικότητα κάρφωσε με την ματιά του το κτίριο του Παραρτήματος Κοινωνικού Ελέγχου, που αχνοφαινόταν στο βορειοανατολικό άκρο της πόλης. Μια νέα, ακόρεστη όρεξη για δράση τον πλημμύρισε. "Μου ξεφύγατε" μονολόγησε. "Αλλά όχι για πολύ ακόμα."
***
Το παιδί, ντυμένο με μια υφασμάτινη ολόσωμη φόρμα, ένα άνορακ από ανακλαστικό ύφασμα και μια μάσκα που του κάλυπτε όλο το κεφάλι, προχώρησε κοντά στα συντρίμμια του ορίου της οικιστικής περιοχής. Μετά τις ταραχές του 2308, μια ερειπωμένη γραμμή ξεχώριζε και γκετοποιούσε το ανατολικό Μαζικό Προάστιο της Μ4, γραμμή που συνήθως δεν είχαν όρεξη να παραβιάζουν τα μέλη του Πολυέθνους, εκτός κι αν έπρεπε. Ο κυβερνοσκύλος του κοριτσιού αιωρήτο δίπλα του ήσυχος, όταν ξαφνικά ανέπτυξε ταχύτητα και σταμάτησε πάνω από έναν μπόγο, χαλώντας τον κόσμο με τα σφυρίγματά του. "Τέστι, βούλωσ'το" γρύλισε νευριασμένη η κοπελίτσα. Μόλις όμως κοίταξε στο σημείο που έδειχνε ανυπόμονα ο Τέστι με τους προβολείς του, αναφώνησε. '"ΠΑΠΠΟΥ!" "Έλα, Λέμα;" ακούστηκε από λίγο πιο μακριά μια κουρασμένη φωνή, που ανήκε σε έναν εξίσου κουρασμένο αλλά αξιαγάπητο γεράκο. "Παππού! Ο Τέστι βρήκε εδώ δύο ανθρώπινα κορμιά! Μπλιαχ, πώς είναι έτσι;" "Κορμιά; Τί είναι Λέμα, πτώματα; Μην τα πλησιάζεις" είπε ο παππούς, καθώς έφτανε κι εκείνος στο εν λόγω σημείο. "Πτώματα; Χμμμ... Α! Όχι παππού, όχι! Αναπνέουν!" Ο κύριος Πάβελ, ο παππούς της Λέμα, έσκυψε τότε μέσα στην εσοχή που του έδειξε η εγγονή του, κάτω από το βρώμικο τόξο μιας μισοκατεστραμμένης εισόδου και στην σκιά του τεράστιου κυβερνοκτιρίου που είχε στηθεί μερικές εκατοντάδες μέτρα και αρκετές χιλιάδες ανθρώπινες ζωές μακριά. Είδε δύο γυμνούς, πανέμορφους, άτριχους ανθρώπους, σκεπασμένους με μια λερή λινάτσα που είχαν βρει επιτόπου, ημιαναίσθητους κι εκτεθειμένους στο μολυσμένο περιβάλλον. "Ας τους μαζέψουμε, Λέμα" είπε ο καλός παππούλης. "Ας τους πάμε σπίτι και θα δούμε αν μπορέσουμε να τους αποστειρώσουμε, να τους καθαρίσουμε και να τους ξυπνήσουμε." "Ναι, παππού" είπε το κοριτσάκι κι έπιασε πρώτα τους αστραγάλους του πλάσματος που έμοιαζε με γυναίκα.
ΤΕΛΟΣ 3ου ΜΕΡΟΥΣ








14 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:
Έχω χάσει επεισόδια έχω μείνει στο ... τί είναι αυτά, ρε; ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟ Πασχαλινό λαγουδάκι, είπαμε!
Κάπου στο Πάσχα.Που της βρίσκεις αυτές τις απίθανες φωτο?Μήμως τις φωτογραφίζεις ζωντανές!!!!
Έχω φαίνεται ταλέντο να εντοπίζω τις κατάλληλες πηγές!
Όσο για το αν τις έχω φωτογραφήσει κατ'ιδίαν ή όχι, αυτό δεν μπορώ να το αποκαλύψω. :Ρ
Σε διαβάζω, φίλε Κένταυρε, και ας μην αφήνω τόσο συχνά σχόλια τώρα τελευταία. Είναι απλά και μόνο θέμα χρόνου. :)
Για να βοηθηθούν οι αναγνώστες που δεν ξέρουν poker στην κατανόηση της παρτίδας που εξιστορείται στην αρχή του μέρους 3, ιδού οι κανόνες του Texas Hold 'em, της συνηθέστερης παραλλαγής του poker που είναι η παγκόσμια αγαπημένη, θα έλεγα.
Στο Texas Hold 'em, όπως σε όλες τις παραλλαγές του poker, οι παίκτες ανταγωνίζονται για ένα χρηματικό ποσό στο οποίο συνεισέφεραν οι ίδιοι και που λέγεται pot. Καθώς οι κάρτες μοιράζονται τυχαία και εκτός του ελέγχου των παικτών, ο κάθε παίκτης προσπαθεί να ελέγξει το χρηματικό ύψος του pot, ανάλογα με την αξία των καρτών που κρατά. Το παιχνίδι μοιράζεται σε μια σειρά από παρτίδες. Με την ολοκλήρωση της κάθε παρτίδας το pot απονέμεται σε έναν ή περισσότερους παίκτες. Κάθε παρτίδα τελειώνει είτε με showdown (άνοιγμα των καρτών) όπου οι εναπομείναντες παίκτες συγκρίνουν τις κάρτες τους, είτε όταν αποσυρθούν (fold) όλοι εκτός από έναν, εγκαταλείποντας την παρτίδα. Το pot δίδεται τότε στον παίκτη που δεν εγκατέλειψε ή που κρατά το καλύτερο χαρτί. Συνήθως υπάρχει ένας νικητής, αλλά μπορούν να είναι και περισσότεροι σε περίπτωση ισοπαλίας.
Σκοπός των παικτών δεν είναι να κερδίσουν την κάθε παρτίδα, αλλά μάλλον να κάνουν τις μαθηματικά ορθότερες επιλογές. Με αυτές, οι παίκτες αυξάνουν μακροπρόθεσμα τα κέρδη τους, εξασφαλίζοντας το μέγιστο δυνατό κέρδος ή την ελάχιστη δυνατή απώλεια, κατά το ποντάρισμα σε κάθε ξεχωριστή παρτίδα.
Οι κανόνες στο συγκεκριμένο παιχνίδι είναι σχετικά απλοί. Ο καλύτερος συνδυασμός πέντε φύλλων κερδίζει.
Σε κάθε παίκτη μοιράζονται δύο κλειστά φύλλα και ο πρώτος γύρος πονταρίσματος ξεκινάει, με τους δύο πρώτους παίκτες στα αριστερά του dealer να κάνουν δύο μικρά υποχρεωτικά και προκαθορισμένα πονταρίσματα. Οι υπόλοιποι παίκτες έχουν την επιλογή να κάνουν call (να ποντάρουν ποσό ίσο με το δεύτερο υποχρεωτικό ποντάρισμα), να κάνουν fold και να βγουν από το παιχνίδι, ή να κάνουν raise (να αυξήσουν το ποντάρισμα).
Τα δύο υποχρεωτικά πονταρίσματα ονομάζονται blinds, μικρό blind για τον πρώτο από τα αριστερά παίκτη και μεγάλο blind για τον δεύτερο από αριστερά.
Στη συνέχεια ο dealer "καίει" ένα φύλλο και βγάζει τρία ανοιχτά φύλλα στο κέντρο του τραπεζιού (flop) τα οποία είναι διαθέσιμα σε όλους τους παίκτες. Ο δεύτερος γύρος πονταρίσματος ξεκινάει, αυτή τη φορά χωρίς blinds. Όταν όλοι οι παίκτες ολοκληρώσουν τις κινήσεις τους ο dealer "καίει" ακόμα ένα φύλλο και βγάζει τέταρτο ανοιχτό φύλλο στο τραπέζι (turn) και ξεκινάει ο τρίτος γύρος πονταρίσματος. Το παιχνίδι τελειώνει όταν ο dealer μοιράσει και το πέμπτο ανοιχτό φύλλο (river) με την ίδια διαδικασία και ολοκληρωθεί και ο τέταρτος γύρος πονταρίσματος.
Νικητής είναι ο παίκτης που έχει τον καλύτερο συνδυασμό 5 φύλλων από τα 7 που έχει διαθέσιμα (5 κάτω και δύο στα χέρια του).
Η κατάταξη των φύλλων από τον ισχυρότερο στον ασθενέστερο συνδυασμό), έχει ως εξής (σε παρένθεση οι γαλλικοί όροι που είναι συνηθέστεροι στην Ελλάδα):
Royal flush - Δέκα, Βαλές, Ντάμα, Ρήγας, Άσσος, του ιδίου χρώματος (Φλος ρουαγιάλ)
Straight flush - Πέντε συνεχόμενα φύλλα του ιδίου χρώματος (Φλος)
Τέσσερα όμοια - Τέσσερα όμοια φύλλα (Καρέ)
Full house - Τρία όμοια φύλλα και επιπλέον 2 όμοια φύλλα. Για παράδειγμα Ρήγας, Ρήγας, Ρήγας και Έξι, Έξι (Φουλ)
Flush - Πέντε οποιαδήποτε φύλλα του ιδίου χρώματος (Χρώμα)
Straight - Πέντε συνεχόμενα φύλλα ανεξαρτήτου χρώματος (Κέντα)
Τρία Όμοια - Τρία όμοια φύλλα
Δύο ζευγάρια - Δύο ζευγάρια όμοιων φύλλων, για παράδειγμα Βαλές Βαλές και Δέκα Δέκα
Ένα ζευγάρι - Δύο όμοια φύλλα
Έχει υπολογιστεί μαθηματικά η πιθανότητα να έχει κάποιος παίχτης οποιονδήποτε από τους προαναφερθέντες συνδυασμούς (για παράδειγμα, το Φλος ρουαγιάλ με το οποίο ξέρανε ο Καρμάικλ την Περμέτζιο έχει πιθανότητα εμφάνισης 649.379 προς 1). Το μεγάλο ατού του poker, δηλαδή η μαθηματική και πιθανοτική ανάλυση κατά το παίξιμό του, παρά η πλήρης εναπόθεση της μοίρας του παιχνιδιού στην τύχη, είναι που δίνουν ταυτόχρονα συγκριτικό πλεονέκτημα στους παίχτες που έχουν συγκεκριμένες ικανότητες (είναι αριθμομνήμονες ή μπορούν να μετρούν κάρτες), με γνωστότερο παράδειγμα εκείνο του Τζων Τάραμας, που του είχε απαγορευτεί για χρόνια η είσοδος στα casinos (μπορεί να ισχύει ακόμα η απαγόρευση, δεν ξέρω) γιατί τους ξάφριζε!
Dimo mou!
πολύ καλό το κείμεο σου, λίγο σεντόνι βέβαια αλλά ήταν καλό! με συνέχεια, πολύ καλή περιγραφή και μία αρχιτεκτονική οργάνωση θα έλεγα...;)
Ακόμη ειλικρινά σε ευχαριστώ για τους συνδυασμούς των φύλων στο πόκερ γιατί μπερδευόμουν. Είναι μία πολύ χρήσιμη πηγή πληροφοριών και για αυτό σε ευχαριστώ και σου χρωστάω...! Θα σου προτείνω μία τινία με θέμα χαρτιά και είναι το "21" έχει θέμα το "counting" - μέτρημα - έναν φοιτητή και μία ερωτική ιστορία ζωής... μάλλον θα σου αρέσει!
Πολλά φιλιά...
Καλώς την Ιωάννα. Το κείμενο λογικό να είναι σεντόνι, ολόκληρο διήγημα θέλω να postάρω! Και από το να αραδιάσω 20 συνέχεις μικρού μεγέθους, καλύτερα να δημοσιεύσω καμιά δεκαριά μεγαλούτσικες.
Χαίρομαι που σε βοήθησα με το Texas hold'em, αλλά και μια γρήγορη βόλτα στην Βικιπαίδεια θα μπορούσε να διαφωτίσει παρομοίως.
Το έχω δει το "21". μου άρεσε, μεταξύ άλλων, που όλοι οι πρωταγωνιστικοί ρόλοι ήτανα πό νέα παιδιά - εξαιρουμένου του Kevin Spacey, βεβαίως.
Ήρθα να πω ένα γεια,να δω τι κάνεις!Η παράδοση των δοχείων καλά κρατεί,ε;Χαχαχα!!
Φιλιά,καλό Σ/Κ!
Θα συμφωνήσω με την Ιωάννα αγαπητέ.Κουράζεται το μάτι από ένα σημείο και μετά.20 μικρά ίσως να ήταν καλύτερα.Έχει όμως ενδιαφέρον.
Ίσως θα έπρεπε να φτιάξεις και ένα λεξικό για τις νεες λέξεις που δημιούργισες.Να τρομάξει λίγο και ο Μπαμπινιώτης!!!
(Τον οποίο "αντιπαθώ" για κάποιον εξωγίηνο λόγο.)
Χαιρετίσματα Θηριώδη!!
Καλώς την γλυκιά μου ονειροπαρμένη νησιώτισσα! Καλό ήταν το Σ/Κ, λίγο off γιατί άρχισε το διάβασμα, αλλά τέλος πάντων, αφού βγήκαμε κιόλας...
Καλή εβδομάδα να έχουμε τώρα. Πολλά φιλιά παντού!
Θηριώδη φίλε μου, εγώ πάλι διαφωνώ. Ένα μεγάλο κείμενο μπορείς απλά να σταματήσεις να το διαβάζεις και να επιστρέψεις μετά σε αυτό, αν θέλεις. Ταυτόχρονα, όταν οι συνέχειες είναι ενός λογικού αριθμού και όχι πάρα πολλές, μπορείς να ανατρέξεις άνετα στις προηγούμενες για οποιαδήποτε πληροφορία επιθυμήσεις. Εγώ αυτό το πισωγύρισμα το κάνω συχνά όταν διαβάζω ένα ιδιαίτερα μεγάλο έργο. Το Silmarillion δε, του Tolkien, το βρήκα τόσο περίπλοκο την πρώτη φορά που το διάβασα (ναι, σαν κλασικός Tolkien geek, το διαβασα κι άλλες φορές) που, αν και παλιός αναγνώστης του Tolkien, αναγκάστηκα όχι μόνο να πισωγυρνάω στην αφήγηση, αλλά και να κρατάω σημειώσεις!
Φυσικά, κάτι τέτοιο δεν πρόκειται πότε να το κάνει κανείς με τα "Δοχεία", εκτός ίσως από εμένα, για συγγραφικούς λόγους. Αλλά ακόμα και στην απειροελάχιστη πιθανότητα πισωγυρίσματος, πιο εύχρηστες είναι 10 συνέχειες παρά 20, δεν νομίζεις;
Οι νεολογίες που χρησιμοποιώ είναι κατά βάση μπούρδες, αγαπητέ. Το κάνω απλά για να δώσω έναν κάποιο φουτουριστικό τόνο. Δεν διεκδικούν δα και δάφνες πρωτοτυπίας.
γραψε ενα βιβλιο!
Λες;... μπα, δεν είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος για το ποιός θα μπορούσε αν το διαβάσει... Πάντως, σε ευχαριστώ Δεσποινάκι.
Ωραία θα έχω κάτι να διαβάσω στο ταξίδι για Θεσσαλονίκη αύριο!
Δημοσίευση σχολίου