Αναζήτηση αναρτήσεων

Αρλεκίνος

>> 21/3/10

Η σκηνή ήταν δύσκολο να μαζευτεί. Έπρεπε πρώτα να διπλωθούν τα ακριανά πετάσματα, να ταχτοποιηθούν σε ρολά και να φορτωθούν στο μεγάλο κάρο. Στην συνέχεια, οι πιο ευλύγιστοι - κατά προτίμηση, οι Δίδυμοι - σκαρφάλωναν πάνω, στην κορυφή, χρησιμοποιώντας μια πτυσσόμενη εσωτερική σκάλα και βγαίνοντας έξω διαμέσου μιας επιδέξια καλυμμένης οπής. Από εκεί, τραβούσαν και μάζευαν με την βοήθεια λουριών τις εσωτερικές τέντες, μικρότερες σε μέγεθος αλλά πιο δύσκαμπτες από τις εξωτερικές. Με την ολοκλήρωση αυτών των εργασιών, ερχόταν η ώρα για την αποσύνδεση του σκελετού. Με υπομονή κι επιμονή, χαλάρωναν τους κοχλίες των μεγάλων τεγίδων της οροφής που συγκρατούσαν τα υφασμάτινα πετάσματα και σιγά σιγά τις κατέβαζαν κάτω. Στην συνέχεια αποσυναρμολογούσαν το ζευκτό, δίνοντας προσοχή στο να αποσυνδέουν εναλλάξ έναν ορθοστάτη και μια διαγώνια ράβδο ανά κίνηση, για να μην καταρρεύσει όλη η κατασκευή πάνω στα κεφάλια τους. Έχοντας τελειώσει και με αυτό, αφαιρούσαν τους διαγώνιους χιαστί συνδέσμους και τα υποστυλώματα στην περίμετρο της αρένας, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις βάσεις τους. Τελικά, ο Μαραγκός και ο Αρκούδας, όντες οι πιο ρωμαλέοι από όλους, ασχολούνταν με το αποφτιασίδωμα, την μεταφορά και το πακετάρισμα των θέσεων, των επάλξεων και των μικρών κερκίδων, ενώ όλοι οι υπόλοιποι τακτοποιούσαν ο καθένας και η καθεμιά τα αντικείμενά τους - τα ρούχα, τον εξοπλισμό και τα παιχνίδια τους. Πριν να ξημερώσει είχαν κιόλας τελειώσει.
Ο Σακάτης δεν ασχολήθηκε με τίποτα από όλα αυτά. Δεν είναι ότι δεν ήθελε, αλλά έτσι κι αλλιώς θα μπλεκόταν στα πόδια των άλλων και πιο πολύ θα τους ενοχλούσε παρά θα τους βοηθούσε. Ήταν το ξύλο που είχε φάει, ήταν και το πρόβλημα που είχε, αυτό που του είχε δώσει το παρατσούκλι του - μια δυσπλασία στο γόνατο, όχι ιδιαίτερα ενοχλητική όταν περπατούσε, ούτε ιδιαίτερα απωθητική στην όψη, σαν ένα στραβωμένο καρούμπαλο. Την είχε εκ γεννετής και ποτέ δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, ούτε τον εμπόδιζε να περπατάει, να κάνει τα νούμερά του, ακόμα και να βρίσκει πληρωμένη συντροφιά στις περιοχές όπου περιοδεύανε. Ήταν άλλωστε μόλις δεκαεννιά χρονών, με υγρά, γκρίζα, αεικίνητα μάτια, μαύρα κορακίσια μαλλιά, ένα πρόσωπο κανονικό, όμορφο, πολύ αρρενωπό για την ηλικία του, που όμως ασχήμαινε κάπως από τις ακατάστατες φούντες νεανικού μουσιού που φύτρωναν εδώ κι εκεί, ένα σώμα λιπόσαρκο, ξερακιανό αλλά σμιλεμένο από μια ζωή νομαδικής ζωής με τον θίασο. Παρ'όλ'αυτά, για πιο απαιτητικές δουλειές, όπως το τρέξιμο, το σκαρφάλωμα, το κουβάλημα - εκεί δεν μπορούσε να προσφέρει, ούτε οι άλλοι ήθελαν να τους καθυστερεί.
Ο Σακάτης είχε καταλάβει από πολύ μικρός ότι ήταν βάρος για τον θίασο. Τον είχε βρει ο Αρκούδας εγκαταλελειμένο μέσα σε ένα καλαθάκι πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν ο θίασος περιόδευε σε μια μακρινή πολιτεία, ένα βράδυ που γυρνούσε στην σκηνή του συντροφιά με την Λευκή... την καημένη την Λευκή, σκέφτηκε ο Σακάτης. Ήταν η γελωτοποιός της κομπανίας και αυτή που του έμαθε όλα τα κόλπα που χρησιμοποιεί ένας σωστός αρλεκίνος για να εκμαιεύσει το γέλιο από τους θεατές.  Το όνομα αυτό, Λευκή, της το έδωσε ο Σακάτης λόγω της αναιμικής χλωμάδας της και της στο χρώμα του χιονιού επιδερμίδας της. Τον αγαπούσε πολύ και τον φρόντιζε σαν να ήταν η μάνα του, ποτέ αφήνοντας να την προβληματίσει το πώς, γιατί και από ποιόν εγκαταλείφθηκε το σακάτικο παιδί. Αυτή η τρυφερή και ζεστή σχέση δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Αρκούδο, ο οποίος από μια περίεργη δεισιδαιμονία σχετικά με τους "απρόσκλητους επισκέπτες" και τα "διαβολικά μωρά", ενσταλαγμένη μέσα του από τον καιρό που, παιδί ακόμα, έβλεπε το τρομερό φεγγάρι και τις τερατογεννήσεις μέσα στις παγωμένες και ατέλειωτες νύχτες της μακρινής βόρειας χώρας από την οποία καταγόταν, επέμεινε να μην δοθεί όνομα στο παιδί, ούτε να του επιτραπεί να φωνάζει τον υπόλοιπο θίασο με τα δικά τους - κάτι που και έγινε. Αλλά τον Σακάτη δεν τον πείραζε... σκέφτηκε πως και το "Σακάτης" μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί σαν όνομα, και όσο για τους άλλους, είχε συνηθίσει τόσο πολύ να τους φωνάζει με τα παρατσούκλια που ο ίδιος τους έβγαλε, που και μπροστά του να συνομιλούσαν, ήταν σαν να μην τους άκουγε καθόλου. Εξάλλου, ορισμένα από τα "πραγματικά" τους ονόματα του φαίνονταν γελοία... Όπως ο Αρκούδας για παράδειγμα. Τον λέγανε στην πραγματικότητα Όλαφ. Όλαφ! Ο Σακάτης κάγχαζε όποτε το αναθυμόταν. Σαν πορδή ακούγεται!
Καθώς ο Σακάτης μεγάλωνε και άρχιζε να αποκτάει το κορμί και το σφρίγος ενός νεαρού άντρα, τόσο οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής άρχιζαν να γίνονται διαφορετικές. Εξάλλου, όταν αυτός ήταν δεκαπέντε ετών, εκείνη ήταν μόλις εικοσιεννέα - καθώς ο Αρκούδας την είχε μαζί του ήδη από τα δώδεκα της και την είχε κάνει δική του στα δεκατέσσερα, όταν ο ίδιος ήταν γύρω στα τριάντα - ακριβώς την εποχή που βρέθηκε ο μικρός. Τα τυχαία ακουμπήματά της, τα πεταρίσματα των βλεφάρων της, το κοκκίνισμα στα μάγουλά της, το φούσκωμα του στήθους της, τα χαϊδολογήματά της όταν τον εκπαίδευε, τον τάιζε, του έκανε μπάνιο, ακόμα και οι μελωδίες που του έπαιζε αργά τα δειλινά με τον αγαπημένο της αυλό - δεν ήταν πλέον εκείνα της μάνας προς το παιδί της, αλλά μιας γυναίκας που ποθούσε την αγκαλιά και το χάδι του, μιας γυναίκας που ποτέ δεν ένιωσε έρωτα απέναντι στον μεγαλύτερο άντρα με τον οποίον ήταν μαζί, ούτε αισθάνθηκε ποτέ οποιουδήποτε είδους σεξουαλική απόλαυση.
Ο Σακάτης αναθυμήθηκε την νύχτα που έμελλε να αλλάξει την ζωή του. Καθόταν με την Λευκή στο κέντρο της σκηνής ένα βράδυ κι έκαναν προπόνηση για τα νούμερα της επόμενης μέρας. Η Λευκή ήταν ιδιαίτερα νευρική, όπως συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, και όπως διαγράφονταν κάτω από το πολύχρωμο και λεπτά υφασμένο αρλεκίνικο κοστούμι της, οι ρώγες του μικρού και στητού της στήθους ήταν τσιτωμένες. Ο Σακάτης δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά η θέα τους του προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Σε κάποια στιγμή, πιασμένος καθώς ήταν με την παρτενέρ του και προσπαθώντας να εκτελέσει μια αστεία φιγούρα, το λειψό του γόνατο τον πρόδωσε και μπλέκοντας τα πόδια του σωριάστηκε φαρδύς πλατύς κάτω, παρασέρνοντας από πάνω του την Λευκή. Άξαφνα βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, με τα χείλη τους σχεδόν να ακουμπάνε, ανασαίνοντας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Ο Σακάτης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τρελά και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε μια τρομερή στύση. Το κάτω χείλος της Λευκής έτρεμε κι ασθανόμενη και η ίδια το κάλεσμα του μικρού, ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνάει. Χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε τα ρούχα της, αποκαλύπτοντας τα υπέροχα μικρά στήθη της, την γυμνασμένη επίπεδη κοιλιά της, τους σφριγηλούς της γλουτούς, τα μακριά της πόδια και τον μικρό ξανθό θύσανο στην ήβη της. Ταυτόχρονα ο Σακάτης έβγαλε ταχύτατα το ξεφτισμένο του πουκάμισο και το σκισμένο πουά παντελόνι του, και μόνο όταν αποκάλυψε την γύμνια του στην Λευκή που ήδη τον φιλούσε υγρά, παθιασμένα, σχεδόν απελπισμένα, ένιωσε ένα τεράστιο κύμα ντροπής. Την ξεκόλλησε από τα χείλη του και σπρώχνοντάς την κοίταξε με τα μεγάλα μάτια του και την ρώτησε με φωνή που είχε σπάσει "Λευκή; Τί κάνουμε;" Η Λευκή ήταν ετοιμόλογη. "Δεν ήμουν ποτέ η μάνα σου. Ούτε καν η μεγάλη αδερφή σου. Το ξέρεις αυτό. Ήμουν πάντα η μεγάλη σου φίλη... ήμουν πάντα αυτή που σε αγαπούσε. Αλλά σε αγαπούσα χωρίς να μπορώ να το εκφράσω όπως θέλω." Έκανε μια παύση και τυλίχτηκε γύρω του. "Θέλω να σε αγαπήσω με όλους τους τρόπους." Τον χάιδεψε αναστατώνοντάς τον και συνέχισε "και βλέπω ότι το θέλεις κι εσύ". Του έδωσε ένα γλυκό φιλί ενώ ο Σακάτης, που είχε τρομοκρατηθεί, την ξαναέσπρωξε και ρώτησε "και ο Αρκούδας;" "Ο Όλαφ;" ανταπάντησε η χλωμή γυναίκα. "Δεν με νοιάζει ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι... το μόνο που με νοιάζει είσαι εσύ, είμαι εγώ, είμαστε εμείς. Ήμουν παιδούλα, κοντά είκοσι χρόνια πριν όταν μπήκα στον θίασο. Ήμουν γεμάτη όνειρα. Αλλά σύντομα κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα έκανα αυτό που ήθελα, ποτέ δεν έπαιρνα αυτό που προτιμούσα. Θα ήμουν πάντα η αστεία, η υπηρέτρια και, αν δεν ήταν ο Όλαφ, μπορεί και η πουτάνα του θιάσου. Αλλά και μαζί του δεν περνούσα καλά... Με ήθελε δούλα, να τον φροντίζω, να του μαγειρεύω, να τον ικανοποιώ, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια... κλεισμένη στην σκηνή και υπομένωντας την αποφορά του ιδρώτα του... μου επέτρεπε να βγαίνω μόνο για να κάνω τα νούμερά μου στην σκηνή. Αλλά φτάνει πια. Φτάνει. Σε αγαπώ εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Και ούτε που ξέρω πότε άρχισα να σε ερωτεύομαι. Σε θέλω τώρα. Μαζί μου, δίπλα μου, μέσα μου... Θα με διώξεις;" Αλλά ο Σακάτης, κινημένος καθαρά από το ένστικτό του, είχε αρχίσει ήδη να την χαϊδεύει. Δεν ήξερε πού - όπου τον πήγαιναν τα τρεμάμενα χέρια του. 'Εχοντας ήδη αποδεχτεί την ήττα του αλλά κάνοντας με μισή καρδιά μια τελευταία προσπάθεια ψιθύρισε "μα δεν ξέρω τί να κάνω". Η Λευκή τον έγλειψε απαλά στα χείλη, έπειτα στο στήθος και την κοιλιά του και φτάνοντας πιο κάτω, του είπε απλά "δεν πειράζει. Ξέρω εγώ." Ύστερα η φιδίσια της κίνηση άπλωσε τα σπαστά πυρόξανθα μαλλιά της στην κοιλιά του και το φιλήδονο στόμα της τον έστειλε στα ουράνια.
Ο Σακάτης δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε έτσι. Δεν είχε αγγίξει ούτε τον είχε αγγίξει άλλη γυναίκα, και το γεγονός ότι αυτό συνέβη τότε, εκεί, με την μοναδική που αγαπούσε, τον συγκλόνισε. Κατάλαβε ότι και αυτός έβλεπε την Λευκή αλλιώς - και είχε αρχίσει να αισθάνεται έτσι από τότε που, μπαίνοντας στην εφηβεία, εγκατέλειψε την αγορίστικη υπόστασή του στο δρόμο του για να γίνει άντρας. Τώρα, όλα έβγαζαν νόημα - οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής, το τρέμουλό της, το άγχος της όταν τον έβλεπε γυμνό, με το νευρώδες σώμα και τον πλούσιο ανδρισμό του, αλλά και οι δικές του ανατριχίλες, τα λοξά του βλέμματα, οι αναπάντεχες στύσεις του όταν την πετύχαινε να γδύνεται, που τόσο ντροπή του προκαλούσαν. Πράγματι, δεν ήταν η μητέρα του - και ποτέ δεν την αγάπησε ως τέτοια. Βαθιά μέσα του ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της... απλά είχε αρχίσει μόνο πρόσφατα να το καταλαβαίνει.
Η Λευκή είχε παρασυρθεί στον παροξυσμό του πάθους της. Τα μάτια της ήταν κλειστά, τα αυτιά της δεν άκουγαν, όλο της το είναι είχε συγκεντρωθεί στον χείμαρρο των συναισθήσεων που πήγαζε από το στόμα της. Πόσο καιρό - πόσο καιρό ήθελε να το κάνει αυτό. Και τώρα ήταν εδώ, στην μέση της σκηνής, γυμνή, έχοντας φαινομενικά στον έλεγχό της τον μικρό αλλά ξέροντας η ίδια ότι του ήταν υποταγμένη, σκυμμένη από πάνω του, τρυγώντας τους χυμούς του, γευόμενη τον πόθο του. Η αίσθηση την τρέλαινε και το νεανικό του σφρίγος της έκοβε την ανάσα σε σημείο που την έπνιγε. Μπορεί να ήταν η πρώτη του φορά, αλλά ήταν σίγουρα και η πρώτη φορά που εκείνη απολάμβανε ό,τι έκανε.
Ξαφνικά ένιωσε τις φλέβες του να διογκώνονται και τον άκουσε να βογγάει σιγανά και λαχανιασμένα. Κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει. Τραβήχτηκε, συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει απαλά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Όλο αυτό ήταν πολύ για τον Σακάτη. Την τράβηξε απότομα και την έφερε από πάνω του, δαγκώνοντάς την στον λαιμό. Η Λευκή πόνεσε - αλλά της άρεσε αυτή η άγρια ένδειξη του πρωτόγονού του πάθους. Ύστερα, άγαρμπα αλλά ακολουθώντας τις αλάνθαστες επιταγές του ενστίκτου του, άρχισε να βασανίζει με τα χείλη και την γλώσσα του τα στήθη της, κρατώντας την από την μέση με τον ένα χέρι, ενώ με το άλλο γλύστρησε προς τα κάτω, χαϊδεύοντάς την πρώτα στο εσωτερικό των μηρών κι έπειτα κατευθυνόμενος στο ενδιάμεσο. Την άγγιξε εκεί - ήταν υγρή κι έκαιγε. Με το που ένιωσε τα δάχτυλά του άρχισε να τρέμει ακατάσχετα. Ναι, ήταν αδέξιος - αλλά την άγγιζε όπως δεν την είχε αγγίξει κανείς. Η Λευκή ήξερε, ένιωθε ότι θα την έφτανε μέχρι το τέλος - το τέλος που δεν είχε γευτεί ποτέ της πριν. Τώρα ήταν προετοιμασμένη για αυτό.
Κυλίστηκαν στο πλάι. Η Λευκή ήταν τώρα από κάτω, έτοιμη όσο ποτέ άλλοτε να τον δεχτεί, παραδομένη τελείως και απόλυτα ηδονισμένη με αυτήν την αντιστροφή των ρόλων. Πριν λίγο ο νεαρός είχε αφεθεί να γίνει υποχείριό της - τώρα θα την έκανε εκείνος ό,τι ήθελε. Και μόνο στην σκέψη ένιωθε μέσα της εκρήξεις προσμονής. Ο Σακάτης πήρε μια ελαφρώς πλάγια στάση για να μην ταλαιπωρεί το γόνατό του... κι έπειτα ενώθηκε μαζί της. Απλά, δυνατά, λες και η θέση του ήταν πάντα εκεί. Οι κινήσεις του ήταν άγριες, σίγουρες αλλά ταυτόχρονα τρυφερές. Και μόνο το να βλέπει και να ακούει την υπέροχη γυναίκα που ήταν μαζί του να αγκομαχεί, να βογγάει όλο και δυνατότερα, να τον παροτρύνει  να γίνεται όλο και πιο άγριος, όλο και πιο βίαιος, να τον γρατζουνάει στην πλάτη, να τον σφίγγει πάνω της, να τον φιλάει και να τον δαγκώνει όπου βρίσκει, να δακρύζει σχεδόν από την έκστασή της, τον έκανε να χάνεται αλλά και να είναι απόλυτα σίγουρος ότι αυτό που έκανε, μπορεί να μην το έλεγχε, να μην το καταλάβαινε, αλλά σίγουρα το έκανε καλά.
Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα και τα άκρα του είχαν βρωμίσει με χώμα, σε αντίθεση με την Λευκή, που το απλωμένο στο πάτωμα της σκηνής πέτασμα πάνω στο οποίο την είχε κυλίσει την προστάτευε. Ένιωθε σαν ζώο - και του άρεσε. Αλλά σιγά σιγά κάτι περίεργο άρχισε να απλώνεται στο σώμα του - μια ακαθόριστη αίσθηση που ξεκίνησε από τους λαγώνες του και μεταδόθηκε στο στομάχι, το στήθος, τα πόδια, τα χέρια του, ώσπου έφτασε στο κεφάλι του και τον ζάλισε. Τί απόλαυση - σιγά σιγά ξεκίνησε να γίνεται όλο και εντονότερη και ήθελε να την φτάσει στο τέρμα. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Άρχισε να ανεβάζει ταχύτητα, να βογγάει όλο και πιο δυνατά, και η Λευκή κατάλαβε. "Σε παρακαλώ" του είπε λαχανιασμένη και παθιασμένη σε σημείο τρέλας, "σε παρακαλώ, όχι ακόμα." Ήθελε πολύ λίγο, πολύ λίγο για να φτάσει μαζί του. Αλλά όχι εκείνη την στιγμή. Αντιλαμβανόμενη όμως ότι ο μικρός δεν μπορούσε να κρατηθεί, ότι κόντευε να σκάσει, τον έσπρωξε απαλά και τον απομάκρυνε. Η ξαφνική αυτή διακοπή του παραληρήματός του έκανε τον Σακάτη να αφηνιάσει. Πήγε να ορμήσει στην Λευκή, αλλά αυτή τον σταμάτησε με ένα βαθύ, πολύ υγρό φιλί. "Μαζί" του ψιθύρισε. Και τότε ο νεαρός κατάλαβε. Πονούσε, ήθελε να την ξεσκίσει, αλλά κατάλαβε. "Μαζί" της αντιγύρισε, αγγίζοντας με τα χείλη του τα δικά της.
Ο Σακάτης ξάπλωσε και η Λευκή έσκυψε πάλι από πάνω του. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν θα τον παίδευε με το στόμα της όπως στην αρχή, αλλά αυτή αρκέστηκε στο να τον δαγκώσει απαλά κι έπειτα να τον οδηγήσει μέσα της, στα άδυτα των αδύτων της.
Τον ένιωθε τόσο βαθιά, να την αγγίζει σε μέρη που ποτέ πριν δεν είχαν αγγιχτεί, ποτέ πριν δεν είχαν εξερευνηθεί, να την γεμίζει, να γίνεται ένα μαζί της, που σύντομα ένα ασταμάτητο τρέμουλο άρχισε να την συνταράζει ανεξέλεγκτα και να της κόβει την ανάσα. Και ύστερα... η έκρηξη. Ο οργασμός της ήταν τόσο δυνατός, που απλώθηκε σαν καυτό λάδι σε όλο της το κορμί, ζαλίζοντάς την, κάνοντάς την να χάνεται και να νιώθει την ηβική της χώρα να μουδιάζει, ακόμα και να πονάει. Ούρλιαζε σαν δαιμονισμένη, θέλοντας να κρατήσει αυτή η αίσθηση για πάντα, όταν αυτή η αίσθηση ήταν τόσο παράφορα δυνατή που θα την οδηγούσε στο να λιποθυμίσει.
Εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια κατί απρόσμενα ζεστό να την πλημμυρίζει και σαν να ξεχώρισε έναν άλλο ήχο ανάμεσα από τα ουρλιαχτά της. Χωρίς να σταματήσει να φωνάζει, άνοιξε με κόπο τα δακρυσμένα βλέφαρά της και είδε ότι ο έρωτας της ούρλιαζε κι εκείνος. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε μπήξει τα νύχια της μέσα στο στήθος του σε τέτοιο βαθμό που σε ορισμένα σημεία αυτός είχε ματώσει, την ίδια στιγμή που ο Σακάτης την έπιανε τόσο σφιχτά από τους γλουτούς που την είχε μελανιάσει.
Ναι, παρά την διακοπή, παρά την αλλαγή, το είχαν καταφέρει.
Τελείωναν μαζί - αν και ο ταυτόχρονος οργασμός τους δεν είχε τέλος.
Ο Όλαφ ξύπνησε ακούγοντας κάτι ακαθόριστα αγκομαχητά. Σαν από ένστικτο διαισθάνθηκε τί μπορούσαν αυτά να είναι και κατευθύνθηκε προς το μέρος από όπου πήγαζε ο θόρυβος - την σκηνή. Στο δρόμο για εκεί περιμάζεψε και τον βούρδουλα που χρησιμοποιούσε για να τιθασεύει τα άλογα όταν παραζωήρευαν στα νούμερα που έκαναν επί σκηνής. Φτάνοντας, η εικόνα της Λευκής να χτυπιέται πάνω από τον νεαρό και να ουρλιάζουν μαζί κραυγές ηδονής, απόλαυσης και οργασμού, του οργασμού που ποτέ αυτός δεν κατάφερε ούτε προσπάθησε να της χαρίσει, τον χτύπησε κατακούτελα και τον έκανε να αφρίσει από λύσσα. Βγάζοντας έναν απάνθρωπο βρυχηθμό όρμησε κατά πάνω τους. Η ξαφνική θέα του τεράστιου μαινόμενου θηριοδαμαστή ήταν αρκετή για να κλονίσει τον αναιμικό, ασθενικό - και ήδη καταβεβλημένο από τον τρομερό, τον πρώτο και τελευταίο που θα είχε ποτέ, οργασμό που την είχε συνταράξει σύγκορμα - οργανισμό της Λευκής. Τρόμαξε τόσο που το σοκ ήταν πολύ για να το αντέξει η αδύναμη καρδιά της. Φτάνοντάς τους ο Όλαφ, την παραμέρισε βίαια, μην ξέροντας ότι ήταν ήδη νεκρή, και άρχισε να κλωτσοβαράει και να κοπανάει με τον βούρδουλα τον Σακάτη. "Μπάσταρδε! Κοπρόσκυλο! Γιατί το έκανες αυτό, ε; Δεν σε μάζεψα; Δεν σε μεγάλωσα; Δεν σε έκανα μέλος του θιάσου; Κι εσύ σαν αντιγύρισμα πλάγιασες με την μάνα σου; Θα σε σκοτώσω!" Και πράγματι θα το είχε κάνει, αν όλη αυτή η φασαρία δεν είχε ξυπνήσει τους πάντες στον καταυλισμό του θιάσου. Πάνω που ο Όλαφ είχε σπάσει καναδυό πλευρά, έναν βραχίονα και ήταν έτοιμος να λιανίσει το κρανίο του Σακάτη, τέσσερα ζευγάρια χέρια - του Μουσάτου του ταχυδακτυλουργού, του Φαλακρού που έκανε κόλπα με φωτιές και των Διδύμων, δύο από τους ακροβάτες -  τυλίχτηκαν γύρω του και τον απομάκρυναν με δυσκολία πριν ξεκάνει τελείως το παιδί. Αργότερα, και μεταφέροντάς του τα συντριπτικά νέα του θανάτου της Λευκής, τον μαλάκωσαν και τον έπεισαν να αφήσει τον Σακάτη να ζήσει - εξάλλου, χρειαζόντουσαν έναν γελωτοποιό και ο νεαρός είχε διδαχθεί όλα τα νούμερα από την μακαρίτισσα. Άλλωστε ήταν και κουτσός - και αυτό τον έκανε πιο αστείο.
Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του Σακάτη, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο πίσω μέρος ενός κάρου και άκουγε το ρυθμικό ροχαλητό των αντρών και γυναικών που κοιμόντουσαν κουρασμένοι από το μάζεμα της σκηνής. Την αυγή τους περίμενε μια εξίσου κουραστική δουλειά, το μάζεμα του καταυλισμού και το ξεκίνημα για μια νέα πολιτεία, μια νέα χώρα... ποιός ξέρει πότε και πού θα ξανασταματήσουμε, σκέφτηκε. Καλύτερα να την πέσω λίγο, γιατί αύριο δεν θα μπορέσω να την σκαπουλάρω έτσι εύκολα - θα πρέπει να τρέξω και να βοηθήσω κι εγώ, συμπλήρωσε μες στο μυαλό του και τυλίχτηκε σφιχτά με μια λινάτσα.
Αλλά ο χείμαρρος των αναμνήσεων που είχε μόλις ξεχυθεί μπροστά στα μάτια του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Μετά από εκείνη την νύχτα και τον θάνατο της Λευκής, και παρά το έλεος που του είχαν δείξει, όλοι πλέον τον είχαν του πεταματού. Τον έβριζαν, τον έφτυναν, τον κλωτσούσαν, προσέχοντας όμως να μην το παρακάνουν κι έχοντας τον νου τους στον Όλαφ, ο οποίος συχνά έδειχνε διάθεση να ξεφεύγει. Ο Σακάτης δεν τον κατηγορούσε, ούτε τους άλλους. Άλλωστε ένιωθε και ο ίδιος ενοχές για τον θάνατο της εύθραυστης αρλεκίνου, αν και καταλάβαινε ότι ό,τι έγινε δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να το αποτρέψει ή να το αλλάξει. Και μαζί με τις ενοχές ένιωθε πόνο - τον πόνο της απώλειας, του έρωτα που μαράθηκε πριν καν αρχίσει, τον πόνο της αβάσταχτης δυστυχίας που δεν μπορούσε να έχει μαζί του την μοναδική γυναίκα που είχε μέχρι στιγμής γνωρίσει τόσο βαθιά και αγαπήσει τόσο πολύ και με τόσους διαφορετικούς τρόπους. Είχε συναναστραφεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια με πολλά κορίτσια, πόρνες και μη, με τις οποίες κοιμόταν μετά τις παραστάσεις που έκανε με τον θίασο σε κάθε τόπο που επισκέπτονταν. Αλλά δεν ένιωθε τίποτα... πιο πολύ εκτόνωνε τις νεανικές του ορμές.
Ένας ήχος από γυαλί που σπάει τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ανασηκώθηκε και είδε την τεράστια κοιλιά και τα τριχωτά μπράτσα του Αρκούδα να γυαλίζουν στο σεληνόφως, καθώς εκείνος παραπατούσε μεθυσμένος και κοίταζε με μια ηλίθια έκφραση το μπουκάλι  με το ουίσκι που μόλις είχε κατά λάθος σπάσει πάνω σε ένα προεξέχοντα βράχο, καθώς τίναζε δεξιά κι αριστερά, άγαρμπα και μέσα στην παραζάλη του, τα χέρια του.
Μια ξαφνική οργή πλημμύρισε τον νεαρό - μια οργή που σιγόβραζε ήδη από το μεσημέρι, από το ξύλο που του είχε ρίξει ο Μαραγκός ύστερα από την χλιαρή σημερινή υποδοχή των νουμέρων του από τους θεατές. Είχε καιρό να ανασκαλέψει τις αναμνήσεις του και τώρα που το είχε κάνει, η θέα του φαλακρού πλέον κοιλαρά τον γέμισε αηδία και ξύπνησε μέσα του ένα πρωτόγονο και πρωτόγνορο μίσος. Αυτός φταίει, σκέφτηκε. Αυτός και όχι εγώ. Με μια ξαφνική παρόρμηση τινάχτηκε από την κλίνη του και κατευθύνθηκε προς τον μεθύστακα. Είχε μια τρελή επιθυμία να προκαλέσει τον Αρκούδα... και μια ακόμα πιο τρελή επιθυμία να ανταποκριθεί εκείνος στην πρόκλησή του.
Φτάνοντας κοντά του, του φώναξε "τι κάνεις γέρο; Πάλι τα έπινες; Άκουσα από μακριά το μουρμουρητό σου, αλλά και να μην το άκουγα με πρόφτασε η μυρωδιά σου." "Εξαφανίσου" γρύλισε ο τεράστιος θηριοδαμαστής. Αλλά ο Σακάτης ήθελε να το πάει ως τα άκρα. "Ξέρεις", είπε, "πάντα αναρωτιόμουν αν αυτός που βρωμάει πιο πολύ είναι τα ζώα στα κλουβιά ή εσύ. Λογικό να αναρωτιέμαι, αφού έτσι κι αλλιώς κι εσύ στα κλουβιά κοιμάσαι τελευταία, ανάμεσα στις σβουνιές των αλόγων. Θα πρέπει να αισθάνεσαι πολύ άν..." Με μια άναρθρη κραυγή και μια θολή λάμψη στα μάτια του, ο Όλαφ όρμησε κατά πάνω του θέλοντας να κάνει κιμά τα μούτρα του αρλεκίνου με τα σπασμένο του μπουκάλι. Οι μεθυσμένες όμως κινήσεις του βαριού του κορμιού ήταν αδέξιες και ο Σακάτης πιο γρήγορος, εκπαιδευμένος στις κυματιστές κινήσεις του γελωτοποιού και έχοντας μάθει να ξεπερνάει το πρόβλημά του, τον απέφυγε εύκολα. Με μια πλάγια κίνηση που πόνεσε το δύσμορφό του γόνατο μπέρδεψε τον μεσήλικα γίγαντα και του έβαλε τρικλοποδιά. Εκείνος παραπάτησε κι έπεσε με τα μούτρα πάνω στο νοτισμένο γρασίδι, την ίδια στιγμή που ο νεαρός μάζευε ένα μυτερό κλαδί από κάτω. Σχεδόν αυτόματα, λες και υπάκουγε σε κάποια ανώτερη δύναμη, περίμενε τον Όλαφ να τιναχτεί αλαφιασμένος και να γυρίσει το πρόσωπό του προς τα πάνω, και την επόμενη στιγμή του κάρφωσε το κλαδί μέσα στο μάτι. Ο γίγαντας ούρλιαξε αλλά η ανάσα του τελείωσε γρήγορα. Σπαρτάρησε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πάγωσε και παρέμεινε ακίνητος.
Μην έχοντας συνειδητοποιήσει ακόμα το φονικό που είχε μόλις διαπράξει, ο Σακάτης βρήκε τον εαυτό του να τρέχει. 'Ετρεχε όπως μπορούσε, αγνοώντας τον πόνο στο στραβό του πόδι και ξέροντας ότι αν δεν προλάβει να απομακρυνθεί εγκαίρως, ο σχετικά αργός του ρυθμός θα τον πρόδιδε. Η επιθανάτια αγωνία του Αρκούδου είχε ξυπνήσει τον καταυλισμό και οι αγουροξυπνημένοι θιασώτες τινάχτηκαν έξω από τις σκηνές τους, κρατώντας κεριά και τουφέκια. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει εδώ - τίποτα που να τον συνδέει πια με τους υπόλοιπους. Το είχε καταλάβει ότι ο οποιοσδήποτε δεσμός μαζί τους είχε κοπεί την στιγμή που αποφάσισε να κάνει τον καμπόσο στον μεθυσμένο. Ή ίσως και να είχε κοπεί και πιο παλιά, από τότε που αποφάσισε να παραδώσει την ψυχή και το κορμί του σε εκείνη που του παρέδιδε αυτά και πολλά περισσότερα - όπως την αξιοπρέπεια και την ζωή της. Μπορεί και να μην υπήρχε εξαρχής κάποιος δεσμός... ούτε ακόμα και τότε που τον βρήκαν, χλωμό και μικροσκοπικό, μέσα στο καλάθι του.
Στην φυγή του πάνω άκουσε ένα κοντινό γάβγισμα. Ήταν ο Γελαστός, το μαλλιαρό σκυλάκι που είχε περιμαζέψει μερικούς μήνες πριν, έχοντας το βρει σαν κουταβάκι μέσα σε κάτι αποφάγια από μια άθλια ταβέρνα στον προηγούμενο σταθμό τους. Οι υπόλοιποι δυσανασχέτησαν που τον είχε πάρει μαζί του αλλά τελικά δεν έδωσαν παραπάνω σημασία, αρκεί να μην έμπλεκε στα πόδια τους και να του έδινε ο Σακάτης από το δικό του φαγητό. Κοντοστάθηκε και τον είδε να ορμάει με λατρεία πάνω του, να τον μυρίζει και να παίζει. Σκέφτηκε ότι άμα έφευγε, η μοίρα του σκυλιού ήταν προδιαγεγραμμένη - ή θα χανόταν, ή θα το σκότωναν. Έτσι του σφύριξε για να τον ακολουθήσει και συνέχισε το κουτσό του τρέξιμο, ακούγοντας παράλληλα από τον καταυλισμό οργισμένες φωνές και βρισιές. Οι θιασιώτες είχαν βρει το πτώμα του Αρκούδου και μάλλον είχαν ήδη φανταστεί ποιός είχε κάνει την ζημιά. Και αυτήν την φορά δεν θα έκαναν χάρες.
Ο καταυλισμός βρισκόταν στις παρυφές της βρώμικης κωμόπολης, κοντά στα καπηλειά, τα πανδοχεία και τα πορνεία και σχεδόν καταμεσής των παράξενων ερειπίων που απλώνονταν ακτινωτά σε μια τεράστια έκταση γύρω της, σαν τιτάνιοι ρημαγμένοι ομόκεντροι κύκλοι. Ο Σακάτης σκέφτηκε ότι αν έμπαινε μέσα στα στενά σοκάκια και μπερδευόταν, ήταν χαμένος. Έτσι λοξοδρόμησε προς το πυκνό δάσος που άπλωνε τις σημύδες, τις βελανιδιές και τις ιτιές του στην άλλη πλευρά του οικισμού, διακοπτόμενο από ένα ρυάκι μόνο, από την κατεύθυνση που είχαν έρθει και όπου σίγουρα δεν θα γυρνούσαν. Εδώ είναι πιο έυκολο να χάσουν τα ίχνη μου, σκέφτηκε... ή μπορεί και να μην με ψάξουν καθόλου. Προσπαθούσε να μην κουράζει το μυαλό του ούτε με την σκέψη της προοπτικής του να τον κυνηγήσουν με τα άλογα, ούτε με το τί θα έκανε στην αντίθετη περίπτωση που κατάφερνε και ξέφευγε - πού θα πήγαινε και πώς θα επιβίωνε. Τώρα το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κρυφτεί.
Μπαίνοντας στα πρώτα σύδεντρα με τον Γελαστό κατά πόδας (ευχαριστούσε όλους τους θεούς που ήξερε για το ότι ο πιστός του φίλος δεν είχε γαβγίσει από τότε που άρχισαν την τρεχάλα) γύρισε στιγμιαία και κοίταξε με ικανοποιήση τα φώτα από τα κεριά των διωκτών του να κατευθύνονται προς την κωμόπολη. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός, ο λιπόσαρκος σακάτης, θα είχε το κουράγιο να αντιμετωπίσει τους κινδύνους του μεταμεσονύχτιου σκοταδιού του δάσους; Έπειτα συνέχισε, προχωρώντας όλο και βαθύτερα, νιώθοντας πιο πολύ παρά βλέποντας πού πηγαίνει, αισθανόμενος που και που ένα μαλλιαρό άγγιγμα στα πόδια του.
Σιγά σιγά ο αέρας έγινε πηχτός, παλιός, ποτισμένος ταυτόχρονα με τις μυρωδιές της αποσύνθεσης και της ζωής. Το σκοτάδι έγινε σχεδόν αδιαπέραστο, απτό και πυκνό, αφού τα μπλεγμένα κλαδιά από τις κορυφές των δέντρων δεν άφηναν ούτε καν το φως του φεγγαριού και των αστεριών να διαπεράσουν την δασοσκεπή. Οι ήχοι των ανθρωποκυνηγών και της πόλης είχαν σβήσει και αντικατασταθεί από το παράπονο της κουκουβάγιας και του γκιώνη, τα τσιρίγματα της νυφίτσας και του σκίουρου, τον κρυστάλλινο ήχο του νερού, το θρόισμα των φυλλωμάτων των μεγαλόπρεπων δέντρων και διάφορα σουρσίματα, γλυστρήματα και πλαταγίσματα.
Ο Σακάτης ήταν ανήσυχος, το ίδιο και ο Γελαστός δίπλα του, ο οποιός τώρα γάβγιζε - από φόβο. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον ησυχάσει, δεν θα είχε αποτέλεσμα έτσι κι αλλιώς. Κι όμως, δεν ήταν ούτε οι ήχοι ούτε το σκοτάδι που τους ανατρίχιαζαν. Ήταν κάτι άλλο που πλανιόταν στην παμπάλαια ατμόσφαιρα... ο νεαρός και ο σκύλος του ένιωθαν πως τους παρακολουθούσαν. Ένιωθαν μάτια καρφωμένα πάνω τους, όχι μάτια κάποιου νυχτόβιου αρπαχτικού, αλλά μάτια αλλόκοσμα, ανεξιχνίαστα, γεμάτα από αβυσσαλέα λογική και συναίσθηση. Ένιωθαν αδιόρατες κινήσεις σκιών που ήταν πιο μαύρες και από το κενό, πίσω, μπροστά και πάνω από τα κεφάλια τους. Ένιωθαν τα δέντρα να μουρμουρίζουν.
Προχωρούσε τρομαγμένος αλλά και γοητευμένος, δίνοντας λίγη προσοχή στο σακάτικο πόδι του που είχε πλέον μουδιάσει. Είχε ήδη κανένα τρίωρο που διέσχιζε το απόκοσμο δάσος. Ο Γελαστός τον προϋπαντούσε γαβγίζοντάς του, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τον κάνει να σταματήσει. Καταλαβαίνοντας όμως ότι δεν τα κατάφερνε κατέληξε να τον ακολουθεί, με την ουρά κατεβασμένη και κλαψουρίζοντας σιγανά.
Ξάφνου και κόντρα σε κάθε λογική, αφού η αυγή αργούσε καναδυό ώρες ακόμα κι έτσι κι αλλιώς πολύ λίγο ηλιόφως θα εισχωρούσε στα δασερά άδυτα, το σκοτάδι άρχισε να ξεδιαλύνεται και να παραχωρεί την θέση του σε ένα μεταλλικό ημίφως. Το χρώμα του ήταν απροσδιόριστο, ούτε γκρίζο, ούτε μπλε σκούρο, ούτε πράσινο. Η παρουσία του όμως και μόνο ήταν κάτι το τρελό. Το όλο δάσος δονούνταν, λες και το χώμα, το γρασίδι, τα δέντρα και το ρυάκι περιείχαν υποδόρια αγγεία που συνταράζονταν από καρδιακούς σφυγμούς. Μια θολούρα ερχόταν κι έφευγε προς και από τα μάτια του και τον έκανε να αισθάνεται ότι περπατούσε ανάμεσα από αραχνοΰφαντα πέπλα, που κάποιος αόρατος μαριονετίστας άπλωνε και μάζευε μπροστά του σαν κουρτίνες. Η φυσιολογική νυχτερινή οχλαγωγία του δάσους είχε πάψει και αυτή, και το μόνο που ακουγόταν τώρα ήταν ένα ανεπαίσθητο και απίστευτα μπάσο μπουμπουνητό. Ο σκύλος πίσω του, με το αλάνθαστο ζωικό του ένστικτο, έκανε δύο τρία διστακτικά βήματα κι έπειτα λούφαζε - συνέχιζε παρ'όλ'αυτά να προχωράει, αλλά μόνο εξαιτίας της αφοσίωσής του.
Η σκηνή ήταν πομπική. Ο Σακάτης είχε τρομοκρατηθεί και καταγοητευθεί συνάμα. Η όλη ατμόσφαιρα του φάνηκε τόσο ξένη, τόσο μη ανθρώπινη και μη φυσιολογική, που ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη για κάποιο στήριγμα. Γύρισε την πλάτη του και προχώρησε μερικά κουτσά βήματα ώσπου έφτασε τον Γελαστό. Έσκυψε, κάθισε με το πλάι για να ξεκουράσει το παραμορφωμένο του γόνατο και πήρε τον μαλλιαρό του φίλο αγκαλιά, όπου άρχισε να τον χαϊδεύει και να του ψιθυρίζει κάτι ακατάληπτο. Το σκυλάκι τον υποδέχτηκε με λυπημένη χαρά, όταν ξαφνικά γρύλισε και στύλωσε την ματιά του κάπου πίσω από την πλάτη του αφεντικού του.
Ο Σακάτης γύρισε - και τότε τους είδε.
Χρωματιστά κοστούμια. Παρδαλά καπέλα. Ζωγραφισμένες γύψινες μάσκες που αποτύπωναν εκφράσεις χαράς, λύπης και θυμού. Βαμμένα κατσαρά μαλλιά. Ψιλόλιγνα αιθέρια κορμιά που έκαναν κωλοτούμπες, έπαιζαν με μπαλάκια, σέρνονταν κάτω ή ήταν σκαρφαλωμένα σε ξυλοπόδαρα. Και όλοι γελούσαν, γελούσαν, γελούσαν, πετούσαν κομφετί, σταύρωναν κοροϊδευτικά τα χέρια τους μπροστά από τις μάσκες τους, του έγνεφαν. Το δάσος ήταν γεμάτο με αρλεκίνους.
Οι αρλεκίνοι έδειχναν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα στο απροσδιόριστο ημίφως και ενδιάμεσα των μπλεγμένων σαν δάχτυλα κλαδιών. Έμοιαζαν με προβολές καλειδοσκοπίου, με είδωλα μέσα σε παραμορφωμένους καθρέφτες, με αντανακλάσεις πάνω σε μόλις ταραγμένη επιφάνεια νερού. Στέκονταν για μια στιγμή πάνω στο γρασίδι, μέσα σε κάποια κουφάλα, πάνω σε ένα κλαδί, και ύστερα χάνονταν για να επανεμφανιστούν κάτω από μια ρίζα, ισορροπώντας σε κάποιο βραχάκι, γελώντας ξαπλωμένοι στο χώμα. Ο Σακάτης είχε πετρώσει αποσβολωμένος στην θέση του, με τον Γελαστό πλέον να τρέμει πιο πολύ παρά να γρυλίζει. Ο νεαρός σήκωσε ένα τρεμάμενο δάχτυλο και είπε, λες και ο σκύλος μπορούσε να τον καταλάβει, "κοίτα. Είναι στα δέντρα." Όμως σύντομα συνειδητοποίησε το λάθος του. Η ταχύτητα των εναλλαγών τους, η ρευστότητα αλλά και στιβαρότητα των κινήσεων τους, το άρρηκτο δέσιμό τους με τα κλαδιά, τις ρίζες, τους κορμούς υποδήλωνε κάτι άλλο. "Όχι" μονολόγησε τελικά, ξεροκαταπίνοντας. "Είναι τα δέντρα."
Τότε συνέβη μια απότομη αλλαγή. Οι αρλεκίνοι χάθηκαν, το ημίφως έγινε πιο έντονο, σαν να ξημέρωσε στην καρδιά των σύδεντρων, η ένταση έφυγε, το μπουμπουνητό σταμάτησε. Και αμέσως μετά ακούστηκε από μακριά, σαν από αντίλαλο, κάτι τόσο ξένο για ετούτο το μέρος αλλά τόσο οικείο για τον Σακάτη που του έφερε σχεδόν αυτόματα δάκρυα.
Ακούστηκε η μελωδία ενός αυλού. Όχι μια τυχαία μελωδία και όχι ενός τυχαίου αυλού. Ήταν η μελωδία με την οποία νανουριζόταν μικρός όταν έπαιζε δίπλα στο κρεβάτι του η Λευκή με τον δικό της αυλό.
Μπροστά του απλώθηκε αργά, προοδευτικά, ένα μικρό ξέφωτο, λες και τα δέντρα παραμέρισαν περπατώντας με τις ρίζες τους. Έπειτα, οι κορμοί τους αναδεύτηκαν, τρεμούλιασαν και γέννησαν αμέτρητες πανομοιότυπες αρλεκίνικες φιγούρες. Αυτές συγκεντρώθηκαν στο ξέφωτο, σε μια τέλεια παράταξη και άρχισαν να χορεύουν, να στριφογυρίζουν, να παίζουν πάλι την ίδια μελωδία με τους αυλούς τους και να τραγουδούν:

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το γέλιο.

Από το φως το φεγγαριού
μάνταρε το βέλο της.
Κάτω από το φως του φεγγαριού
το έχασε κι εχάθη.

Πού είσαι Βεργολυγερή,
κόρη της νύχτας;

Ζήλεψαν τα άστρα
το πρόσωπο σου το λευκό;
Φθόνησαν τα δέντρα
που δεν έχουν την φωνή σου;
Σε άρπαξε ο χείμαρρος
στις υγρές του αγκάλες;
Σε κατάπιε η γη που ανατρίχιαζε
απ' του ποδιού σου τ' άγγιγμα;

Πού είσαι Βεργολυγερή,
σπορά του ανέμου;

Σε μάζεψε το δάσος
στον στοργικό του κόρφο;
Σε ρούφηξε το χώμα
σαν τις στάλες της βροχής;
Σε παρέσυραν οι κουρούνες
στον κοροϊδευτικό τους χορό;
Σε κάλεσαν οι αράχνες
στο αέρινό τους σπιτικό;

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το πρωινό.

Πόσα συναισθήματα, πόσες μνήμες, πόσο πόνο του ξυπνούσε αυτό το τραγούδι - και πόσο τρόμο. Όταν η Λευκή του έπαιζε την μελωδία για να τον νανουρίσει, τόσα χρόνια πριν, απέφευγε πάντα να του τραγουδά τους στίχους. Τώρα καταλάβαινε το γιατί. Τί παράπονο, τί σκοτάδι, τί λύπη χώρεσε μέσα του... εκείνη, μια γελωτοποιός! Ήταν σίγουρος, όπως μάλλον κι εκείνη, ότι άμα του τους έλεγε όταν ήταν μικρός θα τρόμαζε. Κι όμως, ταίριαζαν τόσο απόλυτα, τόσο τέλεια με την μελωδία του αυλού. Το αρρωστημένο όμως ήταν ότι ταίριαζαν και με την σκηνή στην οποία τώρα γινόταν μάρτυρας.
Η μελωδία σταμάτησε. Το τραγούδι έπαψε. Ο χορός διακόπηκε. Οι αρλεκίνοι γύρισαν προς το μέρος του. Τον κοίταξαν μέσα από τις μάσκες τους και την επόμενη στιγμή άρχισαν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, να συμπτύσσονται, να ενώνονται, να αφομειώνονται.
Στο τέλος έμεινε μόνο ένας. Τα ακάλυπτα από το κοστούμι μέρη του σώματός του άφηναν να φανεί μια κατάλευκη επιδερμίδα. Είχε ένα χαριτωμένο φούσκωμα στο ύψος του στήθους και τώρα, που στεκόταν ακίνητη, φαινόταν καθαρά η όμορφη, γυναικεία κοψιά της φιγούρας.
Ο Σακάτης ήξερε, αν και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το ένιωθε, αν και μια αδύναμη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού του ούρλιαζε απελπισμένα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ήταν σίγουρος. Και πράγματι, όταν η αέρινη σιλουέτα πέταξε από πάνω της την μάσκα του αρλεκίνου, εμφανίστηκε το ονειρικό πρόσωπο της Λευκής.
Η αποκάλυψη έκοψε την ανάσα του Σακάτη. Ακούμπησε δίπλα του τον Γελαστό, μην ακούγοντας καν τα άγρια γαβγίσματά του. Σηκώθηκε και βηματίζοντας αργά, χωρίς να αισθάνεται το προβληματικό του γόνατο, πλησίασε εκείνη. Σαν σε όνειρο, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να σταματήσει την πορεία του, ότι κάτι παντοδύναμο και ακαταμάχητο τον τραβούσε. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής από την προσωπική του οπτασία, τα ρούχα του και τα δικά της χάθηκαν, έλιωσαν, εξατμίστηκαν και απόμειναν γυμνοί να κοιτάζουν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου, καθώς το μικρό ξέφωτο είχε πλημμυρίσει  από ένα χρυσαφί φως, ένα φως που εξέπεμπαν τα κορμιά τους.
Η Λευκή τον άγγιξε στο πρόσωπο και τότε μόνο, νιώθοντας τα δάχτυλά της πάνω στο υγρό του μάγουλο, συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε. "Λευκή" είπε με ραγισμενη φωνή, "τί...;" "Σσσσσσσσσ" τον πρόετρεψε η λαμπερή δρυάδα, "δεν χρειάζεται να πεις τίποτα." Ο Σακάτης ένιωσε τόσο αδύναμος αλλά και πλήρης όσο ποτέ άλλοτε. "Μα δεν ξέρω τί να κάνω" ψέλλισε. Η Λευκή χαμογέλασε γλυκά, τα μάτια της βάθυναν, η ακτινοβολιά του κορμιού της έγινε εκτυφλωτική και του απάντησε με τα ίδια λόγια που κάπου, κάποτε, τον είχε καθησυχάσει και πάλι. "Δεν πειράζει. Ξέρω εγώ."
Τύλιξε τους βραχίονές της γύρω από τον αυχένα του όπως κι εκείνος γύρω από την μέση και τους γλουτούς της κι ένωσαν τα χείλη τους.

*****

Ο Στέτσον και οι αδελφοί Κρόουλ έψαχναν εδώ και αρκετές ώρες. Είχαν ξεσκονίσει την πόλη και λίγο μετά τα ξημερώματα αποφάσισαν να μπουν στο δάσος, μήπως και πετύχουν τον Σακάτη εκεί ("ελπίζω ξεκοιλιασμένο από καμιά αγέλη λύκων" συμπλήρωνε με κακία ο Στέτσον). Κοιτώντας πάνω και ξεχωρίζοντας κάποια μπαλώματα ουρανού μέσα από τις φυλλωσιές διεπίστωσαν ότι ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά - σημάδι ότι μεσημέριαζε. Πράγματι, έψαχναν για κάμποσο χρόνο.
"Δεν γυρνάμε πίσω λέω 'γώ; Τζάμπα χάσιμο χρόνου" γρύλισε ο κολπαδόρος. "Ας προχωρήσουμε λίγο ακόμα" τον προέτρεψε ένας από τους δίδυμους ακροβάτες. "Καταραμένο κωλόπαιδο" είπε μέσα από τα δόντια του ο Στέτσον. Όχι μόνο καθυστερούσαν κι έμειναν άυπνοι, αλλά το έκαναν κιόλας για ποιόν; Για το σακάτικο μυγόχεσμα που πήδηξε τη μάνα του! Θετή του μάνα έστω, αλλά τί σημασία είχε; Χώρια που σιχαινόταν το παρατσούκλι που του είχε βγάλει. Φαλακρός! Ούτε "Φλογερός", ούτε "Δασύστηθος" ή τέλος πάντων κάτι που άρεσε και στις γυναίκες, αλλά Φαλακρός! Ανάθεμα τον Όλαφ και τις βασκανίες του. Το παρατσούκλι που του είχε βγάλει το μπάσταρδο φάνηκε τόσο αστείο σε όλους, που πλέον τον φώναζαν έτσι. Άκου εκεί Φαλακρός! Δεν ήταν φαλακρός, απλά είχε ψηλό μέτωπο!
Χαμένος στις σκέψεις του, μόλις που αντιλήφθηκε τους αδελφούς να τρέχουν. "Προχώρα!" του φώναξαν κι εκείνος, έχοντας συνέλθει πλήρως, τους πήρε στο κατόπι. Σύντομα κατάλαβε κι εκείνος την αιτία της τρεχάλας τους. Από κάπου μπροστά τους ακουγόταν ένα γνώριμο γάβγισμα.
Παραμερίζοντας κάτι πυκνά κλαδιά και κάτι αγκαθωτά βάτα έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο, όπου βρήκαν το αδέσποτο που είχε περιμαζέψει ο Σακάτης να γαβγίζει και να περιφέρεται γύρω από ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο, άγνωστης ράτσας, στο κέντρο της επίπεδης έκτασης.
Ξαφνικά ένας δυσοίωνος αέρας φύσηξε και τους γέμισε με μια απροσδιόριστη ανησυχία κι αίσθηση απειλής, παρασύροντας ταυτόχρονα το παλιό φθαρμένο μπερέ από μπροκάρ που φορούσε ο Στέτσον. "Για άκου εδώ να σου πω, Γουίλ Κρόουλ" άρχισε να λέει αλαφιασμένος ο Φαλακρός σε έναν από τους διδύμους, όταν ο ακροβάτης, εξίσου ανήσυχος, τον διέκοψε "δεν είμαι ο Γουίλ, είμαι ο Τζουλς." "Όποιος κι αν είσαι!" αντιγύρισε απηυδισμένος ο Στέτσον. "Είστε και μια κοψιά ολόιδιοι, πανάθεμά σας. Λοιπόν, δεν ξέρω εσείς τί θα κάνετε, πάντως εγώ φεύγω για τον καταυλισμό. Δεν έχω σκοπό να διακινδυνέψω να ξεκινήσουν τα κάρα του θιάσου χωρίς εμένα, μόνο και μόνο για το ότι χάθηκε ποιός ξέρει πού αυτό το απολειφάδι! Χέσ'τον, θα βρούμε στην επόμενη πόλη άλλο γελωτοποιό." Ξερόβηξε και συμπλήρωσε "συν τοις άλλοις, δεν μου αρέσει αυτό το δάσος. Με τρομάζει. Μου τα'χαν πει, εμένα - αμ πώς!" Ο ένας από τους διδύμους - ο Γουίλ; Ο Τζουλς; - γύρισε απότομα και τον ρώτησε "τι σου είχαν πει;" Ο Στέτσον τους κοίταξε σκεφτικά. "Τα ξημερώματα στην πόλη λοξοδρόμησα προς την μεριά των ερειπίων της εισόδου, μήπως και ο Σακάτης κρυβόταν στα χαλάσματα. Εκεί καθόταν μια ξεδοντιάρα γριά, τί άσχημη που ήταν! Σε κάποια φάση κι ενώ έψαχνα τριγύρω, γυρνάει απότομα και μου λέει ""δεν θα τον βρείτε."" ""Μπαρδόν;"" της κάνω εγώ. ""Το αγόρι που ψάχνετε. Δεν θα τον βρείτε."" ""Τί λες κυρά μου; Μήπως ξέρεις που είναι; Μήπως τον κρύβεις; Πες μου τί εννοείς, γριά, και κοίτα μην μου πεις ψέματα, δεν έχω μεγάλη υπομονή!"" Αλλά η μπάμπω αγνόησε πλήρως τα λόγια μου και στύλωσε τα τσιμπλιασμένα μάτια της κάπου πίσω μου. Κατόπιν άρχισε να μιλάει, λες και τα διάβαζε από κάπου. ""Συνέβη πριν γεννηθεί ο παππούς του παππού μου. Ένας άνεμος, μια αποφορά και μια ησυχία είχαν εξαπλωθεί εκείνο το βράδυ σε όλη την περιοχή και την πόλη. Πόσο μεγάλη και τρανή ήταν τότε! Γιγάντια, τετραπλάσια σε έκταση και δεκαπλάσια σε πληθυσμό, ένα εμπορικό σταυροδρόμι σου λέω. Και ξαφνικά, εκείνο το ξημέρωμα, ένα τεράστιο δάσος είχε εμφανιστεί γύρω από την πόλη. Είχαν φυτρώσει αμέτρητα δέντρα ξαφνικά, σαν ζιζάνια, σαν αγριόχορτα. Οι κάτοικοι το είδαν με έκπληξη, τρόμο, αλλά και πολύ κακό μάτι. Το δάσος φύτρωσε παντού και ακατάστατα, ακόμα και πάνω στους δρόμους, κόβοντας την πρόσβαση στα  καραβάνια και αποκόπτοντας την πόλη από όλους τους εμπορικούς της προορισμούς. Ω, τι συμφορά! Αυτό θα ήταν το τέλος. Έτσι, και μια και δυο, άρχισαν την αποξύλωση και το χτίσιμο του τόπου, επεκτείνοντας τα όρια της πόλης. Έκοβαν, έκαιγαν κι έχτιζαν πάνω στις ρίζες για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και κάθε φορά που ένα τσεκούρι τσάκιζε κάποιο κλαδί, κάθε φορά που ένα πόδι πατούσε κάποιο μπουμπούκι, κάθε φορά που μία κολώνα τσάκιζε μία ρίζα, ένας παλμός συντάραζε το δάσος. Και την νύχτα της μέρας που σωριάστηκε το τελευταίο δέντρο και μπήχτηκε η τελευταία πέτρα, ένας τρομερός σεισμός σώριασε όλα τα καινούρια χτίσματα κι έθαψε στα ερείπια όσους είχαν βιαστεί να τα κατοικήσουν."" Στο σημείο αυτό σταμάτησε για να γλύψει τα σκασμένα της χείλη κι έπειτα συνέχισε. ""Όταν συνήλθαν οι άνθρωποι εντός της πόλης είδαν με απόγνωση ότι ό,τι έχτιζαν τόσα χρόνια είχε καταστραφεί. Κάμποσοι είχαν χάσει συγγενείς κι αγαπημένους. Αλλά αυτό που τους έσπρωξε στα όρια της τρέλας ήταν ότι ένα μικρό δασάκι είχε και πάλι φυτρώσει στα όρια των ερειπίων. Αυτό το δασάκι."" είπε και μου έδειξε το δάσος που είμαστε τώρα. Εγώ γέλασα με τις μπαρούφες που μου τσαμπουνούσε και της έκοψα τον αέρα λέγοντας ""τι μας λες τώρα, γριά. Αυτό είναι δασάρα, όχι δασάκι!"" Η γριά γέλασε κοροϊδευτικά. ""Τώρα είναι δασάρα. Τότε ήταν ένα μικρό άλσος... κανένας άλλος δεν έμαθε την αυθεντική ιστορία, όπως εγώ. Το δάσος άρχισε να απλώνεται μετά."" Για να πω την αλήθεια, διασκέδαζα με την γριά. ""Δεν ήταν ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ξαναφυτεύουν. Απλά συγκλονισμένοι από την εκ νέου εμφάνιση των δέντρων, αποφάσισαν να τα αφήσουν στην ησυχία τους - εξάλλου, έτσι λίγα και απομακρυσμένα που ήταν, δεν τους ενοχλούσαν. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Όχι, δεν ήταν αρκετό. Το δάσος ζητούσε ικανοποίηση. Ζητούσε ψυχές. Ζητούσε δοχεία για να εξαπλωθεί και πάλι."" Η όλη μου διασκέδαση με τις γεροντικές της ζουρλαμάρες είχε τώρα χαθεί. ""Από τότε και κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες άνθρωποι. Για αυτό έχουμε πλέον μείνει τόσοι λίγοι... εγώ η ίδια έχω χάσει δύο γιούς και μια κόρη... πιθανόν να χαθώ κι εγώ. Είναι το δάσος. Στέλνει μανίες, στέλνει οπτασίες, στέλνει όνειρα, διαφορετικά και ξεχωριστά για τον καθένα, και τραβάει τους ανθρώπους στο εσωτερικό του σαν μαγνήτης. Κι εκεί χάνονται. Γίνονται ένα μαζί του. Και το δάσος δεν αφήνει ούτε αυτούς που δεν έχει ακόμα σαγηνέψει να φύγουν από την πόλη. Ω όχι, δεν τους αφήνει. Μια αόρατη δύναμη, σαν τείχος, κρατάει τους πάντες φυλακισμένους εδώ. Και τους κατοίκους... και τους επισκέπτες. Τους κρατάει μέχρις ότου το δάσος θερίσει την σοδειά του. Μέχρις ότου πληρωθεί το αντίτιμο για τα χιλιάδες νεκρά δέντρα. Μέχρις ότου νέοι σπόροι γεννηθούν από τα κορμιά των ανθρώπων που αιχμαλωτίστηκαν. Δεν θα το βρείτε ποτέ το αγόρι. Και, σημείωσε τα λόγια μου δύστυχε - είτε σας επιλέξει το δάσος είτε όχι, δεν πρόκειται ούτε εσείς να φύγετε ποτέ από εδώ."""
Ο Στέτσον τελείωσε την διήγηση του λέγοντας "φυσικά και δεν πήρα στα σοβαρά τα λόγια της παλιόγριας. Την παράτησα κι έφυγα γελώντας. Αλλά, που να πάρει, τώρα που βρίσκομαι εδώ, τώρα που φύσηξε αυτός ο βρώμικος άνεμος, ομολογώ πως δεν μ'αρέσει καθόλου αυτό το δάσος. Ας φύγουμε." Ο Γουίλ και ο Τζουλς Κρόουλ κοιτάχτηκαν. Δεν πίστευαν σε αυτές τις ανοησίες αλλά η ζωντανή περιγραφή του Στέτσον τους τσιμπούσε λίγο στο στήθος. "Εντάξει. Πάμε." Ο Γελαστός τους πλησίασε γαβγίζοντας λυπημένα. "Και με αυτόν τί θα κάνουμε;" ρώτησε ο  Τζουλς. "Τίποτα" απάντησε ο Φαλακρός. "Αν θέλει ας μας ακολουθήσει, αν όχι, παράτα τον. Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με την πάρτη του."
Ξεκίνησαν την επιστροφή με τον Γελαστό κατά πόδας, ο οποίος αποφάσισε πως λίγη ανθρώπινη συντροφιά ήταν καλύτερη από την μοναξιά. Πριν απομακρυνθούν από το ξέφωτο, ο Στέτσον υπάκουσε σε μια εσωτερική παρόρμηση και γύρισε να παρατηρήσει καλύτερα το δέντρο, στα ριζά του οποίου είχαν βρει τον σκύλο. Και αυτό που είδε του έκοψε τα πόδια.
Ο κορμός έμοιαζε εκπληκτικά με μια ανθρώπινη φιγούρα, με απλωμένα δύο μεγάλα κλαδιά εν είδει χεριών που σαν να κρατούσαν ή να αγκάλιαζαν κάτι. Στην βάση τους ξεπρόβαλλε προς τα πάνω ένας μεγάλος ακαθόριστος όγκος σαν κεφάλι χωρίς πρόσωπο, από τον οποίο ξεκινούσαν τα υπόλοιπα κλαδιά.  Ο κορμός συνέχιζε στιβαρός αλλά λεπτός προς τα κάτω, σε σχηματισμούς που έφερναν σε στήθος, πλάτη, κοιλιά, λαγώνες. Αλλά το πιο ανατριχιαστικό από όλα ήταν ότι σαν να ξεχώριζε σε δύο μέρη εκεί όπου θα μπορούσαν να είναι τα πόδια. Το ένα, το αριστερό, είχε λεία ξυλώδη επιφάνεια σαν της ελιάς αλλά όχι ακριβώς ίδια, όπως και ο υπόλοιπος κορμός. Αλλά το άλλο, το δεξιό, είχε στο σημείο του υποθετικού γονάτου ένα μεγάλο, δύσμορφο ρόζο.

27 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:

Dimos 21 Μαρτίου 2010 στις 10:07 μ.μ.  

Αυτό είναι το τελευταίο μου διήγημα, εμπνευσμένο από ένα όνειρο που είδα τις προάλλες. Ευχαριστώ εκ των προτέρων όσους έχυν την υπομονή να το διαβάσουν. Ελπίζω να σας αρέσει! :)

mutzenbacher 21 Μαρτίου 2010 στις 11:26 μ.μ.  

Ωραία ατμόσφαιρα. Ωραία ερωτική σκηνή για μένα θα μπορούσες να την τραβήξεις άλλο λίγο θα με ευχαριστούσε ιδιαίτερα. Ωραίο τέλος...ΩΡΑΙΟ ΠΟΙΗΜΑ

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 12:02 π.μ.  

Γλύκα μου! Σε ευχαριστώ! Χαίρομαι που σου άρεσε. Σήμερα γύρισα ψόφιος από Χαλκιδική (σαν την Χαλκιδική δεν έχει :Ρ) όπου είχα πάει να ξεχορταριάσω και να αρχίσω σιγά σιγά το σουλούπωμα του εξοχικού. Μετά την επιστροφή μου, ξάπλωσα, χαλάρωσα και στρώθηκα επιτέλους να τελειώσω το διήγημα. Το είχα στα σκαριά εδώ και καμιά εβδομάδα. Ενίοτε επιδέχεται βελτιώσεις, γιατί το έγραψα λίγο εν τάχει. Ενδεχομένως να τραβήξω την ερωτική σκηνή παραπάνω, άλλωστε πιστεύω πως τα καταφέρνω καλά σε αυτό!

Πάντως πιο εκτεταμένες ερωτικές σκηνές και γενικά μπορείς να βρεις εδώ, στο πρώτο διήγημά μου που δημοσίευσα, με τίτλο "Η πτώση":

http://megalesistories.blogspot.com/search/label/%CE%97%20%CF%80%CF%84%CF%8E%CF%83%CE%B7%20%28%CE%B4%CE%B9%CE%AE%CE%B3%CE%B7%CE%BC%CE%B1%20%CF%83%CE%B5%20%CF%83%CF%85%CE%BD%CE%AD%CF%87%CE%B5%CE%B9%CE%B5%CF%82%29

Αυτό το είχα γράψει περίπου όταν πρωτοέφτιαξα το blog, δηλαδή κανένα 7μηνο - 8μηνο πριν. Είναι αρκετά μεγάλο, γύρω στις 90 σελίδες Α4 στο σύνολο. Αν την παλέψεις, ρίξ'το μια ματιά... Είναι ολίγον τι μεταφυσικό, ολίγον αστυνομικό, ολίγον επιστημονικοφανταστικό, ολίγον σημειολογικό, ολίγον από πολλά... Το έστειλα και προς δημοσίευση στο "9" αλλά μέχρι στιγμής το τρώει το μαύρο σκοτάδι.

Manos Jester 22 Μαρτίου 2010 στις 1:47 π.μ.  

πολυ ωραίο φίλε
αυτή είναι αφήγηση

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 11:56 π.μ.  

Ευχαριστώ χαοτικέ μου φίλε! Κι εγώ διαβάζω τα memoirs σου και τα βρίσκω υπέροχα δαιδαλώδη.

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 1:18 μ.μ.  

Αξίζει εδώ να προτείνω προς μελέτη, πόσιν και βρώσιν το το blog του Manos Chaos Jester, σε όσους δεν το έχουν ήδη τσεκάρει από την λίστα με τα αγαπημένα μου ιστολόγια. Διαβάστε κείμενά του και δεν θα χάσετε. Δεν έχει νόημα να προτείνω συγκεκριμένη ανάρτησή του. Σας παραπέμπω γενικά

http://chaosjester.blogspot.com/

Phivos Nicolaides 22 Μαρτίου 2010 στις 2:37 μ.μ.  

Πάρα πολύ ωραίο αν και το διάβασα πολύ βιαστικά! Καλή βδομάδα!

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 2:39 μ.μ.  

Ευχαριστώ φίλτατε. Καλή εβδομάδα.

Manos Jester 22 Μαρτίου 2010 στις 8:10 μ.μ.  

εγω ευχαριστω φιλε
σου απαντησα και στο αρθρο μου αλλα θα γραψω κι εδω τα ιδια γιατι εχω ενθουσιαστει

ο τροπος γραφης σου στον αρλεκινο ηταν η επιτομη της σωστης λογοτεχνιας και δεν υπερβαλλω. πρεπει να γραψεις κανα βιβλιο.

a-kentavrou 22 Μαρτίου 2010 στις 9:53 μ.μ.  

Eίχες χαθεί υπέθεσα σε κάποια αγκαλιά θα έχει τρυπώσει ο Dimos άνοιξη που είναι.
Σίγουρα δεν είμαι ο κατάλληλος να κρίνω λογοτεχνικά το κείμενο.
Σαν αναγνώστης θα το κρίνω ,πριν δω το σχόλιο σου ότι το εμνεύστηκες από ένα όνειρο σου,αυθόρμητα σκέφτηκα ότι είναι σαν όνειρο και επιβεβαιώθηκα.Δεν γνωρίζω σε ποιό βαθμό περιγράφεις το όνειρο που είναι σκέψου!!!! η πραγματικότητα, ασυνείδητο δημιούργημα,και η φαντασία που δεν είναι η πραγματικότητα και είναι δημιούργημα του συνειδητού νου σου.
Αν θέλεις λογοτεχνική κρίση η blogger Yπατία η Αλεξανδρινή είναι μια εξαιρετική Φιλόλογος και αν θέλεις μπορώ να τη παρακαλέσω να το κρίνει.
Ενα στοιχείο κρίσης είναι και η απήχηση που θα έχει στους επισκέπτες σου.Διότι όπως καταλαβαίνεις το μέσο δεν βοηθά μεγάλα κείμενα ,σε κοινό που έχει εθιστεί να βλέπει εικόνα ,σύντομο σχόλιο ,δικό του σχόλιο και τέλος.
Υπάρχει βέβαια και η άλλη όψη δεν επιζητάς κρίση ,γιατί απλώς σου αρέσει να εκφράζεσαι και να μοιράζεσαι σκέψεις σου με άλλους.

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 10:21 μ.μ.  

Χαοτικέ χωρατατζή, πολύ χαίρομαι που το κείμενό μου σου έκανε τόσο καλή εντύπωση! Ελπίζω και τα μετέπειτα αυτοτελή διηγήματα που κατά καιρούς θα δημοσιεύω να φανούν σε εσένα και σε όσους τα διαβάσουν εξίσου ενδιαφέροντα. Παρεμπιπτόντως, πιστεύω ότι βρήκα τον αναχρονισμό. Τσέκαρε τα σχόλια σου! ;)

Dimos 22 Μαρτίου 2010 στις 10:30 μ.μ.  

Καλησπέρα φίλε μου Κένταυρε. Σε αγκαλιές χανόμαστε, απλά τώρα ήταν το καθήκον που μας έκαψε! Μέχρι στιγμής το κείμενο φαίνεται να αρέσει, αν και αρκετά εκτεταμένο. Άλλωστε, από χτες που το ανέρτησα ως σήμερα, διαβάστηκε από εσένα και πολλούς άλλους και τα σχόλια είναι ήδη αρκετά και θετικά. Χαίρομαι που έτυχε θερμής υποδοχής.

Το κείμενο δεν αναρτήθηκε βεβαίως με αυτοσκοπό να κριθεί λογοτεχνικά. Εγώ αναρτώ στο blog ό,τι μου κατέβει για να το μοιραστώ με συνανθρώπους, είτε αυτό είναι διήγημα, είτε κάποιο μουσικό τραγούδι, είτε κάποιο περιβαλλοντικό ή επιστημονικό άρθρο, είτε κανένα υβρεολογικό κατεβατό. Απλά, ο οποιοσδήποτε το κρίνει και το επικρίνει κατά την βούληση του, και αυτό είναι ό,τι καλύτερο! Αυτός είναι άλλωστε και ο σκοπός του blog, η απρόσκοπτη επικοινωνία. Τώρα, αν κάποιος αναγνώστης έχει και κάποια σχετική κατάρτιση, όπως η Υπατία η Αλεξανδρινή, και μπορεί να κρίνει κάποιο κείμενο όχι μόνο ως αναγνώστης πλέον αλλά και σαν λογοτέχνης, αισθητικός κλπ τόσο το καλύτερο.

Manos Jester 22 Μαρτίου 2010 στις 11:16 μ.μ.  

καλη σκεψη
η απαντηση ειναι αλλη
πηγαινε στα σχολια στο αρθρο μου για να παρεις μια ιδεα

Dimos 23 Μαρτίου 2010 στις 6:45 μ.μ.  

Πήγα και είδα... Κατάλαβα τί ΔΕΝ πρέπει να σκεφτώ, αλλά και πάλι δεν ξέρω τί ΝΑ σκεφτώ! :Ρ

Παρεμπιπτόντως, έχεις trolls στο άρθρο σου! Εμένα σπανίως μου έχουν εμφανιστεί μέχρι στιγμής, ευτυχώς.

Manos Jester 23 Μαρτίου 2010 στις 7:40 μ.μ.  

μολις το ειδα
ειναι πραγματικα fail αυτο το τρολ
οσο για το κουιζ αν θες να το παρει το ποταμι θα το δημοσιευσω στα σχολια
αν οχι,στειλε μου μειλ στο manoschaosjester@timori.net για να μου πεις την απαντηση και να πιασουμε και επαφες.
τα λεμε

Dimos 24 Μαρτίου 2010 στις 3:21 μ.μ.  

Με πρόλαβες... Το Βυζάντιο ε; Κι εγώ που σκέφτηκα πως θα ήταν η προσφώνηση "καραγκιοζάκος" (η φιγούρα του καραγκιόζη σαν ήρωα της λαϊκής παράδοσης και σαν χαρακτηρισμός δεν εμφανίστηκε στα κατεχόμενα από τους Τούρκους ελληνικά εδάφη πριν το 1750).

Thalassenia 24 Μαρτίου 2010 στις 4:10 μ.μ.  

Είπαμε μακρόσυρτες αναρτήσεις, αλλά αυτή είναι και με ουρά..

Από ταξίδι γαρ μου είναι δύσκολο να τη διαβάσω τώρα, αλλά εννοείται δεν την χάνω. Να συνέρθω και τα λέμε.

Χαιρετώ.

Dimos 24 Μαρτίου 2010 στις 6:27 μ.μ.  

Καλώς μας ήρθες! Είπαμε, αυτοτελές διήγημα είναι... Όσο και να προσπάθησα να το σμικρύνω δεν γινόταν άλλο! Θα χαρώ να μου πεις την γνώμη σου όταν το διαβάσεις.

Ανώνυμος 25 Μαρτίου 2010 στις 5:06 μ.μ.  

Ωραιο διηγημα φιλε μου!Αν το λεει και ο φιλος Μανος που ξερει κατι παραπανω,τοτε δυο φορες γαματος!!Ακουσα και το τραγουδι που ειχες βαλει καποια ποστ πριν...δεν λεω τιποτα..ασχολουμαι και γω,πολυ καλο αληθεια.

Dimos 25 Μαρτίου 2010 στις 5:13 μ.μ.  

Ευχαριστώ φίλε James. Μια ερώτηση μόνο. Το James D βγαίνει από το James Dean; Μήπως είσαι στα αλήθεια ο μεγάλος χουλιγουντιανός σταρ που απλά είχε σκηνοθετήσει τον θάνατό του;

Ανώνυμος 25 Μαρτίου 2010 στις 5:32 μ.μ.  

Βασικα τοσα που εχω ακουσει,αυτο ειναι το μονο που εχει καποια λογικη!:)
Περα απο την πλακα,εχει καποιο ''νοημα'',αλλα το κραταω μυστικο οπως και τοσα αλλα που θα αποκαλυψω συντομα(και καλα)..
Παω να οδηγησω την Πορσε μου τωρα...

Dimos 25 Μαρτίου 2010 στις 8:39 μ.μ.  

ΠΡΟΣΟΧΗ ΣΤΙΣ ΑΠΟΤΟΜΕΣ ΣΤΡΟΦΕΣ!

Dimos 26 Μαρτίου 2010 στις 12:31 μ.μ.  

UPDATED! Μετά από (σωστή) παραίνεση της γλυκιάς μου Josephine, τράβηξα λίγο παραπάνω την ερωτική σκηνή. Πιστεύω ότι άξιζε - έτσι γίνεται εμφανέστερο το γιατί αυτή η εμπειρία συνέχισε να στοιχειώνει τον αρλεκίνο μέχρι το τέλος του. Enjoy.

Ανώνυμος 26 Μαρτίου 2010 στις 10:31 μ.μ.  

hey hey heyyyy! georgia edw kai molis to diavasa to neo sou dihghnma!proswpika diafwnw ligo me thn epektash ths erwtikhs skhnhs, efoson einai dihghma kai oxi muthistorhma, alla gousta einai auta!to thema einai oti h istoria einai eufiestath!prwtotupeis se ena xwro p einai exairetika duskolo na to kaneis!mpravo re dimo!kai edaxei, to telos ta espase ligo;) pio liga xekathara logia, pio polla nohmata;)epishs, to olo concept me tous arlekinous einai poly tromaktiko!kalh epilogh! kai foveros o susxetismos me ta dendra! genika exw na sou pw pramata hehee...opote ta lema apo konda! filia

Dimos 27 Μαρτίου 2010 στις 10:49 π.μ.  

Ευχαριστώ πολύ γλύκα! Θα τα πούμε από κοντά! Πάντως, η επέκταση αν και έγινε με παραίνεση, εν τούτοις έγινε κυρίως γιατί εγώ αποφάσισα ότι θα εξυπηρετούσε κάτι παραπάνω στην εξέλιξη της πλοκής. :)

Thalassenia 28 Μαρτίου 2010 στις 4:10 π.μ.  

Καλώς άργησα να το διαβάσω λοιπόν γιατί το είδα τελειωμένο.
Προσωπική άποψη καταθέτω.

Κατ΄αρχάς με συνεπείρε.
Η περιγραφή των χώρων και των προσώπων είναι τέτοια που λες και είσαι παρών να παρακολουθείς την ιστορία.
Τα συναισθήματα αιωρούνται εμφανώς και τα αντιλαμβάνεσαι έντονα.
Το τέλος μου φάνηκε μικρό και απότομο.

Καταπληκτική αφήγηση με οιρμό και ενδιαφέρον.
Συνέχισε.


υ.γ. Το μπλογκ του καθενός εκθέτει τον ίδιο και απευθύνεται προς κάθε ενδιαφερόμενο. Όπως και τα σχόλια.
Για τους άλλους καλή καρδιά και ζουμί από τσίπουρο όπως λένε.
Συνήθως στεκόμαστε και βλέπουμε ή διαβάζουμε εκεί, όπου κάτι έχουμε εκτιμήσει κατά την κρίση μας.
Θα δω και το άλλο διήγημα.

Dimos 7 Ιανουαρίου 2011 στις 2:34 μ.μ.  

Να το δεις θαλασσένια μου. Ευχαριστώ πολύ και πάλι.

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

Powered By Blogger
Powered By Blogger
Powered By Blogger

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP