Αναζήτηση αναρτήσεων

Η πτώση - μέρος 6

>> 6/10/09

Ήταν φθινόπωρο του '20 και ένα παλικαράκι από τα Γρεβενά γυρνούσε στο σπίτι του μετά το σχολείο. Ήταν κουρεμένο γουλί - υπήρχε τεράστιο πρόβλημα με τις ψείρες - και δεν φορούσε παπούτσια στα πόδια του. Τα είχε περιτυλίξει μόνο με κάτι κουρέλια που είχε βρει πίσω από το μικρό κλωστοϋφαντουργείο κοντά στο σπίτι του. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο πατέρας του πάλευε να θρέψει αυτόν και τις δύο αδελφές του δουλεύοντας στον φούρνο του κυρ Βασίλη στην πλατεία Αιμιλιανού. Αν μη τι άλλο, είχαν σχεδόν πάντα κάτι για να βάλουν στο στόμα τους... Αλλά παρ'όλο που δεν πεινούσαν, τους τσάκιζε το κρύο και η υγρασία. Η ρημαγμένη τρώγλη στην οποία ζούσαν δεν τους παρείχε καμία προστασία. Το κρύο γινόταν σε αυτές τις περιοχές τσουχτερό ήδη από τα μέσα του Οκτώβρη... τέτοια ήταν και η εποχή που γεννήθηκε ο μικρός Δημήτρης. Τέτοια ήταν και η εποχή που πέθανε και η μητέρα του, εξασθενημένη από την λωχεία, αφήνοντας τον πατέρα του μόνο.
Ο μπαρμπαΚυριάκος  το έφερνε πάντα βαρέως που έχασε έτσι την γυναίκα του και συνεχώς κατηγορούσε τον γιο του για αυτό. Τον ξυλοφόρτωνε συχνά και θα προτιμούσε να είχε πεθάνει εκείνος παρά η κυρία Μέλπω... Κατά βάθος και ο ίδιος ο Δημητράκης κατηγορούσε τον εαυτό του και ένιωθε ένα βάρος, μια μάζα από τύψεις να του πλακώνει το στήθος - ένα βάρος που δεν του έφυγε ποτέ.
Γυρνώντας πέρασε από τον καφενέ. Εκεί μέσα βρήκε τον δάσκαλό του, τον παπαΒαγγέλη. Ο Δημητράκης πάντα απορούσε με την ταχύτητα που ο παπαΒαγγέλης έφευγε κάθε μεσημέρι από το σχολείο μετά το μάθημα, ώστε με το που ο μικρός έφτανε στην στροφή του χωματόδρομου για το σπίτι του, ο πάτερ κατέβαζε ήδη τσίπουρα με τους θαμώνες και γελούσε τρανταχτά. Το αγόρι τον συμπαθούσε πολύ, αν και καμιά φορά τους τις έβρεχε όταν χάζευαν. Και είχε στενοχωρηθεί όταν έμαθε ότι θα φύγει σύντομα για τα Τρίκαλα μαζί με την παπαδιά - το ίδιο και οι θαμώνες. Ήταν σπουδαίος σύντροφος στο πιοτό.
Το βράδυ γύρισε ο πατέρας του. Είχε αργήσει πολύ - η δουλειά του τελείωνε γύρω στις πέντε το απόγευμα - αλλά η ανάσα του που βρωμοκοπούσε οινόπνευμα δεν άφηνε αμφιβολίες για το τί τον είχε καθυστερήσει. Μπαίνοντας τρικλίζοντας μες στο σπίτι, το βλέμμα του έπεσε στον μικρό που καθόταν στην γωνιά του ντιβανιού, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Τα μάτια του τότε θόλωσαν. "Γιατί δεν κοιμάσαι, χαμένο; Πάλι θα πρέπει να σε τραβολογάω αύριο για να ξυπνήσεις και να πας να ξεστραβωθείς στο σχολείο;" του πέταξε. "Δεν μπορώ να κοιμηθώ πατέρα. Κρυώνω πολύ...." Η κουβέντα αυτή είχε άμεση επίδραση στον μεθυσμένο άντρα. "Κρυώνεις; Τι εννοείς δηλαδή; Ότι δεν κάνω τα πάντα για να σας ζεστάνω; Για να σας φροντίσω; Κάθε μέρα σπάω την πλάτη μου φουρνίζοντας και ξεφουρνίζοντας, για να φέρνω σε εσένα και τις αδελφές σου ένα κομμάτι ψωμί που εγώ δεν προλαβαίνω να φάω και για να βάλω κάτι στην άκρη να αγοράσω καυσόξυλα! Δεν σου φτάνει αυτό, ε; Δεν σου φτάνει μπάσταρδο; Για αυτό δηλαδή σκότωσες και την μάνα σου; Για να βασανίζεις εμένα και μετά να λες ότι δεν αρκούν αυτά που σας προσφέρω;" "Μα πατέρα, όχι, εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο, με... " "Βούλωσ'το!" του έφτυσε τότε ο πατέρας του κι έπιασε το κνούτο που είχε ακουμπησμένο δίπλα στο σβηστό τζάκι και που χρησιμοποιούσε παλαιότερα για να συνεφέρνει ένα γαϊδουράκι που είχαν. Βλέποντας αυτήν την κίνηση ο μικρός έτρεξε να φύγει, αλλά με δύο δρασκελιές ο πατέρας του τον πρόλαβε κι άρχισε να τον σαπίζει στο ξύλο. Οι αδελφές του ξύπνησαν από την φασαρία και τα κλάματά του αλλά δεν αντέδρασαν καθόλου - ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τον πατέρα τους. Πάνω στην ώρα που ο μπαρμπαΚυριάκος είχε κουραστεί να δίνει βουρδουλιές και άρχιζε τις κλωτσιές, μια ξαφνική και παγερή ριπή ανέμου άνοιξε την ρημαγμένη πόρτα. Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια ο μικρός τινάχτηκε και βγήκε τρέχοντας, ξυπόλητος, έξω στον δρόμο. Έφυγε - και δεν έριξε ματιά πίσω του. Ούτε ο πατέρας του, ούτε οι αδελφές του τον αναζήτησαν ποτέ.
Με τα μάτια βουρκωμένα και την πλάτη χαρακωμένη ο Δημήτρης πήγε στο μοναδικό μέρος που ήξερε ότι σίγουρα θα τον καλοδεχτούν - στο σπίτι του παπαΒαγγέλη. Χτύπησε πολλές φορές την πόρτα και όταν ο δάσκαλός του την άνοιξε αγουροξυπνημένος, σωριάστηκε στα χέρια του. Ο παπάς τον στύλωσε στα πόδια του ταραγμένος και πάνω που ετοιμάστηκε να ρωτήσει τί του συνέβη, παρατήρησε τις πληγές στο κορμί του αγοριού και κατάλαβε. Στην γειτονιά συζητιόταν το μίσος που έτρεφε για τον μικρό ο πατέρας του, αν και ο παπαΒαγγέλης ποτέ δεν ήθελε να δίνει βάση στα κουτσομπολιά. Τον πήρε μέσα και φώναξε στην γυναίκα του να φροντίσει τις πληγές του. Τότε άκουσε τον Δημητράκη να κλαίει σιγανά. "Άκουσέ με παιδί μου" του είπε. "Με ειδοποίησαν πως ο καινούριος δάσκαλος φτάνει τα ξημερώματα κι έτσι εγώ και η κυρά σκεφτόμασταν να φύγουμε από αύριο για Τρίκαλα. Θα έρθεις μαζί μας. Η κόρη μου μένει εκεί και μαζί της θα σε φροντίσουμε." Ο Δημητράκης κοίταξε τον ιερέα γεμάτος ευγνωμοσύνη και ένας νέος λυγμός τον συντάραξε. "Δεν έφταιγα εγώ... δεν έφταιγα εγώ για την μητέρα..." είπε ανάμεσα στα αναφιλητά του. Ο παπαΒαγγέλης τον κοίταξε γεμάτος συμπόνοια. "Σε πιστεύω" του είπε. "Σε πιστεύω".
Βλέποντας τον νέο άντρα να τον κοιτάζει ικετευτικά, περιμένοντας να ακούσει μια κουβέντα αποδοχής, μια λέξη που θα τον ανακούφιζε από το βάρος που κουβαλούσε, ο γέροντας Ιωάννης επανέλαβε τα λόγια που είχε ο ίδιος ακούσει εκείνη την παγωμένη νύχτα σχεδόν ογδόντα χρόνια πριν. "Σε πιστεύω." Και το εννοούσε. Ήξερε ότι αυτός ο νέος δεν θα του έλεγε ποτέ ψέματα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο Μιχάλης ένιωσε ανακούφιση. Οι συσπασμένοι μύες του προσώπου του χαλάρωσαν. "Γέροντα, αυτό που είδα με σόκαρε βαθύτατα. Πλην εσού, δεν το έχω πει σε κανέναν - ούτε καν στους γονείς μου και την Λίζα. Αυτό που είδα, αυτό που ένιωσα, είναι ίσως μια καινούρια εμφάνιση του Θεού, πιο εκθαμβωτική από τους τρεις αγγέλους του Μωυσή, πιο έντονη από την Καιόμενη Βάτο και σίγουρα πιο αληθινή από οποιοδήποτε 'θαύμα' διατυμπανίζουν τόσοι και τόσοι τσαρλατάνοι στις μέρες μας." Αναστέναξε βαθιά και συνέχισε. "Αλλά από την άλλη... Ο Θεός μας έχει ήδη ενσαρκωθεί και φανερωθεί στους ανθρώπους. Ο Υιός του Ανθρώπου ήταν η μέγιστη και καθαρότερη φανέρωσή Του. Γιατί τώρα επανεμφανίστηκε έτσι; Και γιατί προκάλεσε τέτοιες τερατογενείς μεταλλάξεις στον φίλο μου;" Μια φρικτή σκέψη πέρασε τότε σαν αστραπή από το μυαλό του. "Γέροντα, λες να ήταν ένας από τους Εκπεσόντες; Κάποιο δαιμόνιο ή ακόμα και ο ίδιος ο Σατανάς;" "Δεν ξέρω τέκνο μου" απάντησε η σκυφτή μορφή. "Αύριο θα πάμε να μιλήσουμε στον Ηγούμενο. Γνωρίζει πολλά πράγματα και ίσως μας διαφωτίσει. Στο μεταξύ καλύτερα να ξεκουραστείς - κοντεύει πλέον το βράδυ και είσαι κατάκοπος. Έλα, πάμε στο μοναστήρι να σου βρω ένα μέρος να ξαπλώσεις." Κάπως απογοητευμένος από την μυστηριώδη απάντηση του γέρου αλλά παραδεχόμενος την κούρασή του, ο Μιχάλης τον ακολούθησε.
Αργότερα την ίδια νύχτα και λίγο πριν τον Όρθρο, ενώ ο Μιχάλης κοιμόταν σε ένα απλό κρεβάτι στον ξενώνα της μονής, στον πρόναο συναντιόντουσαν δυο μαυροντυμένες μορφές. "Γιατί ήθελες να με δεις τέτοια ώρα, γέροντα Ιωάννη; Και γιατί εδώ; Μπορούσες να με συναντήσεις στο κελί μου ή στο γραφείο της μονής." ρώτησε ο ψηλότερος και νεότερος από τους δύο. "Ήταν πολύ σημαντικό, Ηγούμενε, και δεν ήθελα να κινηθεί καμία υποψία στους αδελφούς" απάντησε ο άλλος με σφυριχτή φωνή. "Ηγούμενε, Εκείνη εμφανίστηκε. Και από ότι κατάλαβα, έχει πάρει μόνιμη ανθρώπινη μορφή." Στο άκουσμα αυτής της φράσης, ο Ηγούμενος χλώμιασε. Το δέρμα του έγινε τόσο άσπρο όσο η γενειάδα του γέροντα Ιωάννη. "Είσαι σίγουρος; Πότε έγινε αυτό;" "Πριν από δύο μέρες. Η εμφάνισή Της, αυτά που προκάλεσε γύρω Της... όλα συμφωνούν με τις Κρυφές Γραφές. Ηγούμενε, πρέπει να πάμε και να Την συναντήσουμε. Πρέπει να πάμε και να Την ακούσουμε, να ακούσουμε την ομιλία του πραγματικού Θεού. Είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχει τύχει στην Εκκλησία μας και ίσως στην Ιστορία του ανθρώπου. Εκείνη, ο αληθινός Θεός, να έχει ενανθρωπιστεί και να έχει έρθει σε τέτοια μορφή συγχώνευσης με έναν άλλον άνθρωπο... Ακόμα και αυτό σημαίνει κάτι. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος, ο Ιάσονας, να είναι ο νέος Μεσσί..." "Φτάνει" τον διέκοψε ο άλλος. "Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Δεν μπορούμε να ενεργούμε διασπαστικά για την Εκκλησία μας. Πόσο μάλλον αν δεν έχουμε δει οι ίδιοι κάτι. Πρέπει πρώτα να συμβουλευτούμε την κεφαλή μας και αφού βρούμε κάτι πιστευτό να πούμε σε αυτόν τον νεαρό, τον Μιχάλη, να πάμε έπειτα και να εξακριβώσουμε οι ίδιοι τι συμβαίνει." "Μα Ηγούμενε..." "Αρκετά, γέροντα Ιωάννη. Ο Όρθρος πλησιάζει. Προσευχήσου, διαλογίσου και άσε εμένα να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα. Θα σε ειδοποιήσω αμέσως μόλις έχουμε κάποια εξέλιξη".
Λίγο αργότερα, ένα τηλέφωνο χτύπησε στην Κωνσταντινούπολη. Ένα λιπόσαρκο χέρι σήκωσε το ακουστικό. "Εμπρός". Η βαθιά φωνή του Οικουμενικού Πατριάρχη γέμισε την λεπτοστολισμένη με ξύλινα τεχνουργήματα αίθουσα. "Πάτερ, καλημέρα. Είμαι ο Ηγούμενος Θεοδόσιος." "Καλημέρα Ηγούμενε. Περίεργη ώρα διάλεξες να τηλεφωνήσεις, λίγο πριν τον Όρθρο. Τι θα ήθελες;"  τον ρώτησε με την έντονα πολίτικη προφορά του. Χωρίς να χρονοτριβεί, ο Ηγούμενος του είπε τα πάντα - η αγωνία στην φωνή του ήταν έκδηλη. Αφού τελείωσε την διήγησή του, πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. Πάνω που ο Θεοδόσιος άρχισε να αναρωτιέται αν ο Πατριάρχης ήταν ακόμα εκεί, μια βαθιά ανάσα διέκοψε την αναμονή του. "Η Εκκλησία μας είναι σαν ένας οργανισμός. Ο οργανισμός μπορεί να νοσήσει και να πεθάνει. Και η νόσος του μπορεί να προκύψει είτε από εξωτερικούς μολυσματικούς παράγοντες... είτε εκ των έσω. Όπως ο καρκίνος για παράδειγμα." Έκανε μια παύση κι έπειτα συνέχισε. "Εδώ και αιώνες η Αδελφότητά μας κρατούσε την Αλήθεια σαν επτασφράγιστο μυστικό. Και γιατί αυτό; Γιατί δεν θέλαμε, πάνω στην προσπάθειά μας να διαφωτίσουμε τον κόσμο, να γίνουμε ο καρκίνος που θα κατέστρεφε την ίδια μας την Εκκλησία. Ο χριστιανικός κόσμος είναι ήδη διαιρεμένος μετά το Σχίσμα και τις δεκάδες αιρέσεις, σέχτες και φράξιες που έχουν δημιουργηθεί. Φαντάζεσαι ξαφνικά να βγάζαμε στην φόρα την πραγματική Αλήθεια, ταράζοντας συθέμελα την ίδια την βάση αυτής που είναι κοινά αποδεκτή ως η πίστη μας; Θα γινόταν χαμός. Θα ενεργούσαμε πραγματικά σαν καρκίνωμα και θα απλώναμε την διχόνοια σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Αλλά το χάος δεν θα σταματούσε εκεί. Τα νέα θα μαθεύονταν σε χρόνο μηδέν και στις χώρες άλλων χριστιανικών δογμάτων και τα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο μέλη της Αδελφότητάς μας θα πάθαιναν παροξυσμό προσπαθώντας να ελέγξουν τις εξελίξεις. Και, το χειρότερο, όταν γινόταν γνωστό ότι όλες οι μεγάλες θρησκείες των εθνών, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας, έχουν κοινή βάση - Εκείνη - , θα πυροδοτούνταν τρομερές διαμάχες και ενδεχομένως και συρράξεις. Το παγκόσμιο δίκτυο των θρησκειών θα κατέρρεε, βυθίζοντας τον κόσμο στο πνευματικό σκοτάδι και ενδεχομένως οπλίζοντάς τον με μένος ενάντια στους κάθε λογής αντιπροσώπους του κλήρου - οι περισσότεροι από τους οποίους δεν καν είναι κοινωνοί της πραγματικής Αλήθειας, όπως τα μέλη της Αδελφότητάς μας, αλλά εξίσου αδαείς με τον οποιοδήποτε κοσμικό. Όχι Ηγούμενε" είπε καθώς του τελείωνε η ανάσα "δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να προκαλέσουν την μεγαλύτερη καταστροφή στην θρησκευτική Ιστορία. Ο ίδιος ο Κύριός μας, οξυδερκής καθώς ήταν και μπροστά από την εποχή Του, επέλεξε να παραλλάξει την διδασκαλία Εκείνης, κάνοντάς την πιο προσιτή στην ανθρώπινη λογική, μπολιάζοντας την με στοιχεία της ήδη υπάρχουσας θρησκευτικής αντίληψης της περιοχής που είχε γεννηθεί. Ο Ιησούς κράτησε το πανανθρώπινο μήνυμα των Λόγων Της, αλλά το διοχέτευσε μεθοδικά και με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η διάδοσή του σε όλους τους ανθρώπους ανά τους αιώνες. Η συνειδητή παραποίηση της διδασκαλίας Της σε ορισμένα σημεία και η τοποθέτηση του Εαυτού Του στην κορυφή του κινήματος που ξεκινούσε, ήταν μέρη αυτού του σχεδίου. Το επόμενο στάδιο ήταν να συναντήσει κατ'ιδίαν όλους τους άλλους κοινωνούς της Αλήθειας ανά τον κόσμο. Αν και διασκορπισμένοι και όντες ακόλουθοι ή δημιουργοί, όπως ο ίδιος, διαφορετικών θρησκευτικών ρευμάτων, συγκροτημένα βάσει μιας παρόμοιας με την δικιά Του λογικής ή καθαρά για λόγους προσωπικής φιλοδοξίας, ο Ιησούς πίστευε ότι θα μπορούσε να φτιάξει μαζί τους μια παγκόσμια κοινότητα Κηδεμόνων, οι οποίοι θα κατηύθυναν την εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος ώσπου να ωριμάσουν αρκετά τα πράγματα - τόσο, ώστε εκείνοι, ή οι συνεχιστές τους, να τραβήξουν το πέπλο που οι ίδιοι θα είχαν δημιουργήσει και να φανερώσουν σε όλους τους ανθρώπους την Αλήθεια. Αλλά δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα μεγαλεπίβολα σχέδιά Του. Κάποιοι κοντόφθαλμοι τον δολοφόνησαν, πάνω στην αγωνία τους μην χάσουν τα πρωτεία της καθοδήγησης και χειραγώγησης ενός έθνους. Ο Ιησούς όμως το είχε προβλέψει και αυτό - σαν δικλείδα ασφαλείας, είχε καταγράψει ο ίδιος τις εμπειρίες Του όταν τον συνάντησε Εκείνη, καθώς και το πλήρες ανόθευτο περιεχόμενο των Λόγων της. Στην συνέχεια ταξίδεψε και μάζεψε γύρω του ένα πανεθνικό επιτελείο από σοφούς και διανοητές της εποχής, τους δίδαξε την πραγματική Αλήθεια και δημιούργησε την πρώτη Αδελφότητα. 'Επειτα επέστρεψε μαζί τους στην γεννέτειρά του την Γαλιλαία, όπου έξυπνα μεταμφιέστηκαν, έκρυψαν τις ταυτότητές τους και περνούσαν για βοσκοί, ψαράδες ή τελώνες. Όταν μετά από λίγο καιρό συνέβη το χειρότερο και ο Ιησούς πέθανε μαρτυρικά, οι μαθητές του, προετοιμασμένοι για αυτό το ενδεχόμενο, ακολούθησαν κατά γράμμα τις οδηγίες που τους είχε αφήσει. Έκλεψαν κι έκρυψαν το πτώμα Του και στην συνέχεια οικοδόμησαν τις βάσεις της χριστιανικής πίστης, ταξιδεύοντας και διαδίδοντας τις παραλλαγμένες διδαχές Του, με Εκείνον στο επίκεντρο. Τα υποτιθέμενα θαύματα και η Ανάστασή Του, ο τρόπος ζωής που πρότεινε, οι φιλάνθρωπες απόψεις του, το όραμά του για μια παγκόσμια κοινωνία πνευματικής ευδαιμονίας, για τα οποία έλεγαν, ήταν όλα μέρος του σχεδίου της προετοιμασίας του ανθρώπινου γένους ώστε κάποια στιγμή, μετά από ζυμώσεις ετών ή αιώνων και αφού ο άνθρωπος φτάσει σε ένα υψηλό διανοητικό, πνευματικό και κοινωνικό επίπεδο, να του αποκαλυφθεί η συμπαντική Αλήθεια που Εκείνη είχε διδάξει στον Ιησού και μερικούς άλλους φωτισμένους κατά την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας".
"Πάτερ, δεν καταλαβαίνω γιατί μου τα λες όλα αυτά. Τα γνωρίζω ήδη. Τα πραγματικά γεγονότα των απαρχών της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι κάτι που μαθαίνουμε στα πρώτα στάδια της μύησής μας στην Αδελφότητα" είπε ο Ηγούμενος. "Στα λέω, Θεοδόσιε, για να σου δώσω να καταλάβεις το σημαντικότερο. Όλα αυτά ήταν το σχέδιο του Ιησού. Αλλά εμείς δεν είμαστε ο Ιησούς. Ούτε και οι μαθητές του ήταν ο Ιησούς. Κανείς εκτός από Εκείνον δεν θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ένα τόσο σύνθετο σχέδιο. Κανείς δεν ήταν τόσο ικανός, τόσο ευφυής, τόσο οξυδερκής, τόσο οραματιστής... και τόσο αλαζόνας, ώστε να πετύχει. Οι μαθητές του κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες, αλλά το μόνο που κατάφεραν τελικά ήταν να διαδώσουν μια ξεθυμασμένη εκδοχή των διδαχών Του, αφού σιγά σιγά άρχισαν να τις παραλλάσσουν περαιτέρω και αυτοί, κατά πώς τους βόλευε. Πέτυχαν βέβαια την διάδοση και την γιγάντωση του Χριστιανισμού, ακόμα και μέσα από τους διωγμούς και τα βασανιστήρια των πρώτων αιώνων. Ήταν όμως ένα κίνημα βασισμένο σε σαθρά θεμέλια και για αυτό κατέληξε να είναι αυτό που είναι σήμερα - ένα πολυάνθρωπο μεν, αλλά θλιβερό συνοθύλευμα αντιμαχόμενων δογμάτων, η ιστορία του οποίου είναι γεμάτη από καταπίεση, αίμα, πολέμους και σκοταδισμό. Το μόνο ουσιαστικό που κατάφεραν οι μαθητές του ήταν να διαλέξουν κάποιους ανθρώπους ανώτερης αντίληψης για να συνεχίσουν την Αδελφότητα, πράγμα που έγινε ως τις μέρες μας." Τώρα η φωνή του έγινε βραχνή. "Το ότι κι εμείς ακολουθούμε όλο αυτό το ανούσιο τυπικό είναι γιατί, μετά από αιώνες παράδοσης, το να το αποτινάξουμε θα ήταν μια ενέργεια που μόνο μεγαλύτερο κακό θα δημιουργούσε. Ο άνθρωπος διανύει την σκοτεινότερη εποχή του. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και τις επιστήμες δρομολογούνται από προσωπικά οφέλη και χρησιμοποιούνται για την καταδυνάστευση του απλού κόσμου και όχι για την φυσική και πνευματική ανύψωσή του. Πού είναι η ενοποίηση όλων των θρησκειών του κόσμου - θρησκειών που έχουν έτσι κι αλλιώς κοινή βάση Εκείνη - σε έναν πανανθρώπινο οργανισμό που θα παρέχει πνευματική παιδεία, που οραματίστηκε ο Ιησούς; Μήπως το πέτυχαν οι συνεχιστές του; Μήπως το πέτυχε κανένας εκπρόσωπος κάποιας άλλης θρησκείας; Όχι! Κανείς! Δεν το πέτυχε κανείς! Μήπως θεωρείς ότι μπορούμε να το πετύχουμε εσύ ή εγώ;" Η αναπάντεχη αυτή ερώτηση έκανε τον Ηγούμενο να ξεροκαταπιεί. "Όχι Πατριάρχα. Δεν νομίζω ότι μπορούμε" απάντησε. "Ακριβώς. Σωστά νομίζεις." του ανταπάντησε. "Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε μέχρι στιγμής ήταν να παρακολουθούμε και να διατηρούμε την μνήμη των αληθινών γεγονότων ζωντανή. Τώρα όμως που ήρθε Εκείνη ξανά ανάμεσά μας... τώρα ίσως αλλάξουν τα πάντα. Αλλά πρέπει να έρθουμε εμείς πρώτα σε επαφή μαζί Της, καταλαβαίνεις; Δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν και να διαδώσει κάτι σχετικά με Αυτήν πρωτού την συναντήσουμε. Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε να πυροδοτήσουμε μια κατάσταση που μετά δεν θα μπορούμε να ελέγξουμε. Ξέρεις λοιπόν τί πρέπει να κάνεις ώσπου να να Την συναντήσω εγώ ο ίδιος - πράγμα που θα γίνει πολύ σύντομα." Ο Ηγούμενος έπιασε το μέτωπό του - κρύος ιδρώτας τον είχε περιλούσει. "Ναι. Ξέρω. Να εξαφανίσω τους μάρτυρες." "Ακριβώς" του αποκρίθηκε ο Πατριάρχης. "Κάν'το γρήγορα και αθόρυβα, τώρα που οι μοναχοί είναι απασχολημένοι με την ακολουθία του Όρθρου".
Ο γέροντας Ιωάννης είχε βρει πολύ ύποπτη την στάση του Ηγούμενου. Τόσους αιώνες περίμεναν για αυτήν την στιγμή και τώρα που του είπε αυτό το εκπληκτικό νέο, εκείνος συμπεριφέρθηκε λες και ειπώθηκε κάτι άνευ σημασίας! Τόσα χρόνια κατήχησης, μετά την φυγή του από τα Γρεβενά, και τώρα που έφτασε κοντά στην εκπλήρωση της πνευματικής του αποστολής, παίρνονται τα γεγονότα τόσο αψήφιστα; Κάτι δεν παέι καλά εδώ, σκέφτηκε ο γέρος. Με περιέργεια που δεν άρμοζε στην ασκητική του ιδιότητα, ακολούθησε στα κρυφά τον Ηγούμενο μετά την συνάντησή τους, πριν το κεντρικό κλίτος του ναού γεμίσει από δεόμενους μοναχούς. Όταν εκείνος μπήκε στο γραφείο του και έκλεισε δυνατά πίσω του την βαριά ξύλινη πόρτα με τους μαντεμένιους μεντεσέδες, ο Ιωάννης έσκυψε από έξω και έστησε αυτί. Δεν κατάλαβε πολλά από την συζήτηση, αλλά άκουσε την τελευταία φράση καθαρά - ο Ηγούμενος πάνω στην ταραχή του είχε υψώσει την φωνή του παραπάνω από όσο έπρεπε. Είχε πει ότι θα εξαφάνιζε τους μάρτυρες. Μήπως εννοούσε ότι...; Όχι, αδύνατον, σκέφτηκε ο γέροντας. Δεν μπορεί να εννοούσε ότι θα σκότωνε τον Μιχάλη και τον ίδιο;
Εκείνη την στιγμή η πόρτα έτριξε και ο σκυφτός γέρος χώθηκε στην σκιά ενός πεσσού και κρύφτηκε. Ο Ηγούμενος βγήκε έξω από το γραφείο και όπως γύρισε για να κλείσει την πόρτα, κάτι γυάλισε στο χέρι του πριν το κρύψει βιαστικά μέσα στις πτυχές του ράσου του. Αυτή η σύντομη στιγμή ήταν αρκετή για να δει ο Ιωάννης ότι ήταν ένα στιλέτο. Με το που έκλεισε την πόρτα, ο Ηγούμενος άνοιξε το βήμα του για τους ξενώνες - οι οποίοι ήταν άδειοι από επισκέπτες, εκτός από τον Μιχάλη. Ο γέροντας τον ακολούθησε σιωπηλά. Ο Ηγούμενος έφτασε στο δωμάτιο του Μιχάλη, έσπρωξε σιγά σιγά την παμπάλαια θύρα και διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι εκείνος κοιμόταν βαθιά. Γυμνώνοντας το στιλέτο του προχώρησε προς το κρεβάτι και ύψωσε το χέρι του. Την στιγμή που το κατέβασε είδε μια σκιά να πετάγεται μπροστά του και κάποιον να φωνάζει "ΜΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!!!" Την επόμενη στιγμή το όπλο του είχε καρφωθεί μέχρι την λαβή στο στήθος του γέροντα Ιωάννη. "Μην το κάνεις... δεν φταίει... δεν φταίει αυτός σε τίποτα..." ψέλλισε. Πριν ο Ηγούμενος Θεοδόσιος προλάβει να συνέλθει από την έκπληξή του, δύο δυνατά μπράτσα τον έπιασαν και τον πέταξαν με φόρα στον αντικρυνό πέτρινο τοίχο. Ήταν ο Μιχάλης. Ο Ηγούμενος έπεσε πάνω στον κοφτερό γρανίτη με τον αυχένα, τσακίζοντας τον σβέρκο του, και σωριάστηκε νεκρός.
Η κραυγή του γέροντα δεν ακούστηκε στο υπόλοιπο μοναστήρι αλλά ήταν αρκετά δυνατή για να ξυπνήσει τον Μιχάλη. Με το που είδε την φριχτή σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά του, ενήργησε χωρίς να σκεφτεί. Τώρα όμως που ο παλμός του έπεσε, συνειδητοποίησε τί είχε κάνει. Του ήρθε ναυτία και παραπάτησε μέχρι την άκρη του κρεβατιού. Πιάστηκε από την ξύλινή του άκρη και τότε είδε την ασθμαίνουσα μορφή που είχε σωριαστεί παραδίπλα και σπαρταρούσε. Αμέσως το μυαλό του ξεθόλωσε και έτρεξε στο πλάι του γέροντα Ιωάννη. Έπιασε το τρεμάμενο χέρι του και τότε ο ετοιμοθάνατος άνοιξε τα σφαλιστά του βλέφαρα και τον κοίταξε. "Παιδί μου..." του είπε και ο Μιχάλης βούρκωσε. Αγαπούσε τον γεράκο σαν παππού του. Προσπάθησε να βγάλει το στιλέτο από το στήθος του Ιωάννη αλλά εκείνος του είπε "άσ'το. Είναι πολύ αργά πια... Σε κορόιδεψα παιδί μου. Σε κορόιδεψα. Πόσο μετανιώνω γι'αυτό... Αλλά τουλάχιστον δεν προκάλεσα τον θάνατό σου. Δεν ήμουν η αιτία για να πεθάνεις, όχι όπως η μάνα μου..." "Γέροντα, τί είναι αυτά που λες; Άσε να πάω να φέρω βοήθεια..." Ο γέρος τότε έσφιξε απότομα την λαβή του και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. "Όχι! Όχι βοήθεια. Φύγε όσο είναι καιρός. Και να Την βρεις... βρες Αυτήν... Αυτήν..." Άφησε έναν πνιχτό ρόγχο κι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Η λαβή του στο χέρι του Μιχάλη χαλάρωσε κι ένα ρυάκι πηχτού αίματος ανάβλυσε από το στόμα του. Είχε ξεψυχήσει.
Ο Μιχάλης συνειδητοποίησε απελπισμένος σε πόσο δεινή θέση βρισκόταν. Δύο άνθρωποι κείτονταν νεκροί - και οι δύο εξαιτίας του. Δεν υπήρχε περίπτωση να την γλιτώσει. Αλλά από την άλλη... δεν τον είχε δει κανείς πλην του γέροντα Ιωάννη και του Ηγούμενου γιατί όταν μπήκε για ύπνο στο μοναστήρι οι μοναχοί αναπαύονταν ή διαλογίζονταν στα καταλύματά τους. Ίσως αυτό του έδινε κάποιο πλεονέκτημα, ενδεχομένως και κάποιες ώρες καιρό μέχρι να ανακαλύψουν οι μοναχοί τί συνέβη- άλλωστε, ένας μοναχός δεν έμπαινε ποτέ στον κοιτώνα των ξένων για να ψάξει ή να κάνει το ο,τιδήποτε, εκτός και αν συνέτρεχε πολύ σοβαρός λόγος.
Βγήκε προσεκτικά από το δωμάτιο και σιωπηλά γλίστρησε από σκιά σε σκιά, προσπαθώντας να μην αποσπάσει την προσοχή κανενός από την λειτουργία. Όταν τελικά κατάφερε να βγει από το μοναστήρι άρχισε να τρέχει σαν μανιακός. Ο κίνδυνος καθώς και η απόγνωση, η πίκρα και η οργή που ένιωθε, του έδιναν φτερά στα πόδια. Πρώτα ο Ιάσονας, τώρα ο Ηγούμενος και ο γέροντας Ιωάννης... "Βρες Αυτήν" του είχε πει. Και αυτό θα έκανε. Θα την έβρισκε, όπου κι αν ήταν, και θα την έκανε να πληρώσει. Ήταν ήδη φονιάς, οπότε δεν τον ένοιαζε. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Ο λογικός του σύνδεσμος με τον υπόλοιπο κόσμο είχε σπάσει και τίποτα δεν τον συγκινούσε - μόνο η φλόγα της εκδίκησης που έκαιγε μέσα του. Αφού η ψυχή του δεν θα έβρισκε ποτέ πια ανάπαυση, ποτέ σωτηρία, θα ικανοποιούσε τουλάχιστον το μενόμενο θηρίο που είχε γιγαντωθεί στα σπλάχνα του και του δηλητηρίαζε με μίσος την καρδιά. Θα έφτανε στις Καρυές, από εκεί θα έφευγε για ταχύτητα με ταξί ως την Ουρανούπολη και με λίγη τύχη θα ήταν ήδη στον δρόμο για την Θεσσαλονίκη μέχρι οι μοναχοί να ανακαλύψουν τα δύο πτώματα. Και σε όλη την διαδρομή η λύσσα του θα μεγάλωνε - και θα συνέχιζε να μεγαλώνει μέχρι να φτάσει στον στόχο του.

Κλείνοντας το ακουστικό ο Πατριάρχης απόμεινε να το κοιτάζει σκεφτικός. Πράγματι, όλα όσα του περιέγραψε ο Ηγούμενος συμφωνούσαν με τις Κρυφές Γραφές. Όλα εκτός από ένα. Ποιός ήταν αυτός ο νέος άντρας μαζί Της; Τί έκανε; Δεν ήταν μέλος της Αδελφότητας - αλλιώς θα τον γνώριζε. Οπότε ήταν ξένος με το περιεχόμενο των Ιερών Χειρογράφων... Συνεπώς ήταν επικίνδυνος. Κανείς εκτός από τους Αδελφούς δεν γνώριζε την Αλήθεια. Κανείς εκτός από τους Αδελφούς δεν έπρεπε να μάθει την Αλήθεια. Κανείς, εκτός και αν Εκείνη είχε άλλη γνώμη. Μέχρι τότε όμως... αν είχε να πει κάτι θα το έλεγε σε αυτούς και μόνο. Για αυτό άλλωστε δεν τους είχε δοθεί σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια πριν η εξουσία του πνευματικού ποιμένα;
Ένα παρανοϊκό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ναι, είχε εξουσία. Και θα την ασκούσε. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τον λόγο της επίσκεψης ή της ενανθρώπισης Της, προσωρινής ή μη, αλλά εφόσον είχε έτσι η κατάσταση θα την εκμεταλλευόταν. Θα Την έπαιρνε και θα Την έφερνε εδώ ,στην έδρα του... με το καλό ή με το άγριο. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ένοιαζε τόσο Αυτή η ίδια όσο το περιεχόμενο των Λόγων Της. Ο Κύριος ήταν άλλωστε σαφής: "Η Αλήθεια δεν είναι προϊόν της σκέψης ενός όντος ή μιας φυλής μονάχα. Έτσι μου είπε η Πανώρια. Είναι διάχυτη παντού, στην φύση, την ύλη, την ενέργεια, σε όλο τον κόσμο. Εκείνη και οι Όμοιοί της λειτουργούν απλά ως δίαυλοι που διοχετεύουν την Γνώση των Πάντων σε εκείνους που θα σταθούν αντάξιοι." Μήπως δεν ήταν και ο ίδιος άξιος;
Αλλά αυτός ο άντρας μαζί Της... του τριβέλιζε το μυαλό και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όχι, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να του σταθεί εμπόδιο. Θα Την έπαιρνε μαζί του, θέλοντας και μη.
Τηλεφώνησε και δεν μίλησε παρά μόνο για δύο λεπτά. Έδωσε όμως ακριβείς οδηγίες για να εκμηδενίσει την πιθανότητα λάθους. Εκτός από τον κύριο στόχο του, έπρεπε να τακτοποιήσει και το θέμα του Ηγούμενου... Ήξερε πολλά και ο Πατριάρχης δεν ήθελε να ρισκάρει κάποια διαρροή.
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, στο Διεθνές αεροδρόμιο Ατατούρκ Χαβαλιμάνι της Κωνσταντινούπολης, δύο άντρες έπαιρναν την σειρά τους στα γκισέ για να βγάλουν εισιτήριο για την απογευματινή πτήση προς Θεσσαλονίκη. Η ταυτότητα του ενός ήταν σερβική κι έγραφε Μίροσλαβ Μάρκοβιτς - του άλλου ελληνική και είχε το όνομα Κοσμάς Βερεκίδης. Δεν ήταν τα αληθινά τους ονόματα... Ήταν κάποια από τα πολλά που είχαν χρησιμοποιήσει σε τόσες διαφορετικές καταστάσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Επιβιβάστηκαν λίγες ώρες αργότερα στο αεροπλάνο. Μόλις προσγειώνονταν μετά από το σύντομο ταξίδι τους στο αεροδρόμιο Μακεδονία, θα έκαναν πρώτα μια παράκαμψη και θα επισκέφτονταν την μονή του Σταυρονίκητα, στο Άγιο Όρος. Έπειτα θα επέστρεφαν στην Θεσσαλονίκη, όπου ήλπιζαν να να βρουν αυτό που ήθελαν στο μοναδικό, μέχρι στιγμής, γνωστό για αυτούς μέρος, χωρίς να χρειαστεί να επεκτείνουν τις έρευνες τους κι αλλού. Το μέρος αυτό ήταν ένα σπίτι στα όρια της πόλης με το δάσος του Σέιχ Σου - ένα σπίτι πάνω από τις παρυφές της Τριανδρίας και της Τούμπας.

2 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:

Ανώνυμος 16 Νοεμβρίου 2009 στις 7:21 μ.μ.  

Ena epeisodio xwris Iasona kai Eva? Swpa!

Dimos 16 Νοεμβρίου 2009 στις 7:21 μ.μ.  

Εμ, έπρεπε να προωθηθεί κάπως και η δράση...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

Powered By Blogger
Powered By Blogger
Powered By Blogger

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP