Αναζήτηση αναρτήσεων

Η πτώση - μέρος 2

>> 5/9/09

Έτρεχε φρενιασμένος προς το μέρος της πυρκαγιάς. Η αγωνία του για το αν θα προλάβαινε την εξάπλωση της φωτιάς, αλλά κυρίως για το τί θα αντίκριζε, έκανε την καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή - ο χτύπος της λες και ακουγόταν δυνατότερος από κάθε άλλον ήχο, ακόμα και από αυτόν τον θρήνο που τον βασάνιζε. Ένιωθε τα μηνίγγια του να σφυροκοπάνε.
Ξάφνου, και χωρίς να σταματήσει να προχωρά προς το σημείο μηδέν, συνειδητοποίησε κάτι προφανές, κάτι που μόνο η παραζάλη του τον έκανε να παραλείψει. Το δάσος ήταν γεμάτο εύφλεκτα κωνοφόρα και το αλσύλιο στο οποίο είχε εισχωρήσει δεν αποτελούσε εξαίρεση. Ο Ιάσονας δεν έκανε παρά ελάχιστη ώρα να δέσει το τραύμα του και να τρέξει προς το σημείο της πτώσης - το πολύ κανένα δεκάλεπτο. Αυτό όμως θα ήταν αρκετό για να πάρει διαστάσεις η πυρκαγιά, ιδιαίτερα με το απαλό αεράκι που φυσούσε. Και όμως. Η φωτιά παρέμενε εγκλωβισμένη σε ένα πολύ συγκεκριμένο σημείο, εκεί που η πορεία της ιπτάμενης σκιάς ανακόπηκε απότομα. Δεν υπήρχε άλλος καπνός εκτός από εκείνον της εστίας, ούτε η μυρωδιά καμένου ρετσινιού - μα να, τώρα που έφτανε επιτέλους είδε δέντρα να καίγονται. Να καίγονται;
Όχι. Δεν καιγόταν κανένα δέντρο. Τα δέντρα φλέγονταν, αλλά δεν καίγονταν. Ο Ιάσονας παρατηρούσε εκστατικός το θέαμα των πύρινων γλωσσών να χαϊδεύουν τα κλαδιά, να παιχνιδίζουν πάνω στα κουκουνάρια, να χορεύουν πάνω στα φύλλα. Τα δέντρα όχι μόνο δεν καρβούνιαζαν, αλλά φάνταζαν ανανεωμένα, καταπράσινα, σαν να ακτινοβολούσαν από ζωή, ζωή τέτοια που προκαλούσε μια εσωτερική πυρκαγιά.
Ο Ιάσονας πίεσε τον εαυτό του να προχωρήσει. Προσπερνώντας και τα τελευταία φλεγόμενα δέντρα, έφτασε επιτέλους στο ξέφωτο της πτώσης. Το κλαψούρισμα που ακουγόταν είχε τώρα μεταβληθεί σε έναν πνιχτό ρόγχο. Θορυβημένος σκέφτηκε πως ό,τι κι αν ήταν αυτό που παρήγαγε αυτούς τους ήχους, ίσως τώρα να πέθαινε. Άφησε τους πυροσβεστήρες στο έδαφος και παραμερίζοντας και τα τελευταία σπασμένα από την πτώση κλαδιά, άνοιξε μια στενή δίοδο από όπου πέρασε. Και τότε το είδε.
Σε αντίθεση με το υπόλοιπο απείραχτο άλσος, στο ξέφωτο επικρατούσε μια εικόνα καταστροφής. Παντού γύρω υπήρχαν καμμένα πουπούλα και σπασμένα κλαδιά. Στο χώμα υπήρχε ένας κύκλος από στάχτες και μαύρο καμμένο χώμα που οριοθετούσε το σημείο της πτώσης. Και στο κέντρο αυτού του κύκλου... Ο Ιάσονας ένιωσε έναν φριχτό τρόμο να του διαλύει τα σωθικά. Προσπάθησε να ουρλιάξει αλλά η φωνή κόλλησε στο λαρύγγι του και βγήκε μόνο μια σφυριχτή ανάσα. Αυτή ήταν γονατιστή με τα χέρια ριγμένα άτονα στο πλάι. Ήταν ολόγυμνη, με ανοιχτό μπρούτζινο δέρμα και κατάξανθα ίσια μαλλιά που μάκραιναν ως τους γλουτούς της. Από το κορμί της πήγαζε ένα χλωμό χρυσαφί φως που τρεμόπαιζε και θύμιζε το φως του Ήλιου τα απογεύματα του Σεπτέμβρη. Είχε το πρόσωπο στραμμένο προς τον ουρανό κι ένας χείμαρρος από άλυκο υγρό - αίμα; - ανάβλυζε από τα μάτια της. Ήταν τόσο πολύ που είχε ξεχυθεί στον λαιμό της, στο στέρνο της και πάνω στο στήθος της που παλλόταν σε ένα ανατριχιαστικό λαχάνιασμα.
Από την πλάτη της ξεκινούσαν δύο τεράστιες φτερούγες που ακόμα σιγόκαιγαν. Είχαν ολότελα καρβουνιάσει και μόνο κοντά στην βάση διατηρούσαν το αρχικό κατάλευκο χρώμα τους. Όλα σχεδόν τα πούπουλα είχαν καεί και ο άνεμος παράσερνε σιγά σιγά τις στάχτες τους, αφήνοντας απογυμνωμένο τον σκελετό - ένα θλιβερό σύμπλεγμα από οστάρια που έτριζαν κι έτρεμαν, προκαλώντας αβάσταχτο πόνο σε εκείνη. Σιγά σιγά και αυτά άρχισαν να αποκολλώνται, να σπάζουν με έναν ξερό θόρυβο και να σωριάζονται στο έδαφος.
Σε μια στιγμή αυτή ησύχασε. Ο Ιάσονας πάλευε να ξαναβρεί τη ανάσα του, προσπαθώντας να πιστέψει αυτό που έβλεπε, όταν με μια απότομη κίνηση γύρισε και τον κοίταξε. Μια παράλυση ξεχύθηκε στα πόδια του και γονάτισε. Το φως που πήγαζε από το ίδιο της το κορμί ήταν αρκετό για να την δει καθαρά, παρά το σκοτάδι γύρω του. Τα μάτια της ήταν πανέμορφα, τεράστια, με μια εκπληκτική τυρκουάζ ίριδα. Παρά την τρομερή όψη που τους έδινε το πηχτό αίμα που ανάβλυζε από αυτά, η ομορφιά τους έλαμπε σαν τα γαλαζοπράσινα νερά μιας τροπικής θάλασσας στο μεσημεριανό φως. Το πρόσωπό της, αν και πασαλειμμένο και λεκιασμένο από τα αιμάτινα δάκρυα, είχε μια απίστευτη, αλλόκοσμη ομορφιά. Τα μάτια της, η μύτη της, τα ζυγωματικά της, τα μάγουλά της, το στόμα της, το πηγούνι της - όλα έδεναν τόσο τέλεια και τόσο απόλυτα, λες και ο συνδυασμός τους αντιπροσώπευε την ίδια την ουσία της έννοιας ομορφιά. Στην θέα της ο Ιάσονας, ακόμα και στην θέση που βρισκόταν, ένιωσε μια μαγνητική έλξη, μια σχεδόν σεξουαλική ηδονή να τον πλημμυρίζει, μια απόλαυση που δεν τον άφηνε να πάρει τα μάτια του από πάνω της - την ίδια στιγμή που ένα αβάσταχτο αίσθημα ντροπής τον πρόσταζε να αποδιώξει το βλέμμα του, αυτόν που δεν ήταν άξιος να αντικρίσει τέτοια τελειότητα.
Το στόμα της άνοιξε. "Φύγε". Η φωνή της, χωρίς ίχνος από το προηγούμενο αγωνιώδες λαχάνιασμα, ήταν πλούσια και μεθυστική, με μια εξαίσια χροιά που χάιδεψε τα αυτιά του. Στο άκουσμά της ένιωσε μια θέρμη να εξαπλώνεται σε όλο του το κορμί. Η παράλυσή του πέρασε, μαζί όμως ήρθε και στα λογικά του, όσο μπορούσε βέβαια εν μέσω αυτής της αλλόκοτης κατάστασης. Τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι αυτή του μιλούσε - και μάλιστα στην γλώσσα του! Ήταν δυνατόν; Ανακάθησε, χωρίς να σταματήσει να την κοιτάζει και νιώθοντας το θάρρος του να επανέρχεται.
"Φύγε" ξαναείπε εκείνη. Το αιθέριο κοντράλτο της φωνής της ξαναξεχύθηκε, αν και ο Ιάσονας αντιλήφθηκε τον ικετευτικό τόνο που είχε αυτήν την φορά. "Γιατί;", τόλμησε να ρωτήσει. "Είσαι πληγωμένη, μπορώ..."... "ΦΥΓΕ!!!", ούρλιαξε τότε αυτή και από την ορμή της κραυγής της ξεσηκώθηκε ένας τρομερός άνεμος που χτύπησε κατάστηθα τον Ιάσονα και τον παρέσυρε ως ένα σπασμένο κλαδί. Έπεσε βαριά με το κεφάλι και στις ελάχιστες στιγμές που κράτησε ακόμα τις αισθήσεις του πρόλαβε να δει τις απόκοσμες φλόγες που δεν έκαιγαν να τραβιούνται από τα δέντρα και να μαστιγώνουν βίαια το κορμί της. Στην συνέχεια μια λάμψη χωρίς έκρηξη. Και ύστερα τίποτα παρά το σκοτάδι.
Ξύπνησε από την ζέστη του Ήλιου που έπεφτε πάνω στο μάγουλό του και από ένα ενοχλητικό γαργαλητό στον λαιμό. Ένα μυρμήγκι έτρεχε αλαφιασμένο πάνω του. Το τίναξε εκνευρισμένα με το χέρι του και στριφογύρισε για να μη τον πιάνει το ηλιόφως. Ένιωθε το κεφάλι του βαρύ και να πονάει και μια παράξενη θολούρα κάλυπτε τις πρόσφατες αναμνήσεις του. Έπιασε το μέτωπό του κι ένιωσε ένα μεγάλο ακανόνιστο καρούμπαλο. Πού στην ευχή βρισκόταν; Μισοάνοιξε τα μάτια του - και τότε τινάχτηκε ηλεκτρισμένος. Ένα αιθέριο κορμί βρισκόταν ξαπλωμένο μπροστά του. Ξαφνικά τα γεγονότα της προηγούμενης νύχτας επανήλθαν στο μυαλό του και χτύπησαν σαν ριπές πολυβόλου το λογικό του. Αυτή ήταν εκεί, κουλουριασμένη σε μια εμβρυακή στάση, με τα πόδια και τα χέρια της μαζεμένα στον κόρφο της. Τα μάτια της ήταν κλειστά και το πανώριο πρόσωπό της είχε μια γαλήνια έκφραση. Ήταν άραγε νεκρή;
Ο Ιάσονας δεν ήξερε τι να κάνει. Να την πλησιάσει ή όχι; Ήδη τα νεύρα του ήταν κουρελιασμένα και με δυσκολία έπειθε τον εαυτό του ότι όλα αυτά δεν ήταν μια τρελή παραίσθηση κι ότι δεν του είχε στρίψει εντελώς. Τελικά το κατάφερε και με δυο δρασκελιές βρέθηκε από πάνω της. Παρατήρησε ότι ανέπνεε. "Είναι ζωντανή", μονολόγησε, και στην διαπίστωση αυτή ένιωσε, χωρίς να ξέρει γιατί, ανακούφιση. Το αίμα πάνω στο πρόσωπο, τον λαιμό και το στήθος της είχε ξεραθεί και είχε πάρει ένα άρρωστο καφέ χρώμα. Έκανε έναν κύκλο γύρω της. Το παλλόμενο χρυσαφί φως του κορμιού τους είχε πλέον πάψει να ακτινοβολεί και στην ωμοπλάτη της είχε δύο τεράστιες καψαλισμένες πληγές, με ίχνη από πούπουλα κολλημένα πάνω τους.
Βλέποντας την τραγική της κατάσταση, ένιωσε έναν κόμπο να ανεβαίνει στο στήθος του. Τρυφερά, προσεκτικά, έτεινε το χέρι του και την άγγιξε. Έκαιγε λες και είχε πυρετό. Ο Ιάσονας σκέφτηκε ότι ίσως είχε αρρωστήσει από τα τραύματα και τις κακουχίες της. Πολύ απαλά την σήκωσε από την μέση, την γύρισε μπρούμυτα και την πήρε στην πλάτη του. Ήταν πανάλαφρη και η αίσθηση του απαλού της δέρματος του προκάλεσε ταχυπαλμία.
Βγαίνοντας από την συστάδα κουβαλώντας την, την χτύπησε το φως του Ήλιου στις πληγές της. Με έκπληξη παρατήρησε ότι το τρομερό κάψιμο άρχισε να συρρικνώνεται μέχρι που στην ράχη της δεν έμειναν παρά δυο αχνές ουλές. Ακόμα, το ξεραμένο αίμα τρίφτηκε, ξεφλούδισε και παρασύρθηκε από το αεράκι σαν φθινοπωρινά φύλλα. Είχε απομείνει το μπρούτζινο κορμί της πεντακάθαρο, άσπιλο, χωρίς κανένα σημάδι που να προδίδει το πρόσφατο μαρτύριό του.
Μπαίνοντας μέσα στο σπίτι έτρεξε και την απίθωσε απαλά στο κρεβάτι του. Έπειτα έκατσε στην άκρη του και την κοίταξε αχόρταγα. Το ονειρικό κορμί της σχεδόν τον πονούσε με την τελειότητά του. Τα στήθη της ήταν στητά και οι θηλές της είχαν ένα σκούρο καραμελί χρώμα. Η γραμμή του λαιμού της, οι ώμοι της, η μέση της, οι μηροί της, όλα ήταν μια σειρά από θεσπέσιες καμπύλες. Τα πέλματά της και οι παλάμες της ήταν τόσο απαλά, τόσο τρυφερά, λες και δεν τα είχε χρησιμοποιήσει ποτέ. Το κορμί της ήταν τελείως άτριχο, σαν νεογέννητου μωρού - ακόμα και το εφηβαίο της. Ακόμα και πιο κάτω... Ο Ιάσονας έπιασε τον εαυτό του να κοιτάζει εκεί και ταυτόχρονα συνειδητοποίησε ότι εδώ και ώρα είχε στύση. Ντροπιασμένος απέστρεψε το βλέμμα του. Πώς μπορούσε, μετά από όλα όσα είχαν συμβεί, να σκέφτεται αυτό; Μην προσπαθώντας να το εξηγήσει και αποφεύγοντας να κατσαδιάσει τον εαυτό του σηκώθηκε, πήρε από το ντουλάπι πάνω από το κρεβάτι ένα σεντόνι και την σκέπασε. Ύστερα γύρισε να φύγει. Φτάνοντας στην πόρτα του δωματίου έστρεψε το κεφάλι του, την θαύμασε μία ακόμα φορά και ύστερα βγήκε κι έκλεισε βαριά την πόρτα.
Το ρολόι δίπλα στο σύνθετο που είχε την τηλεόραση, στο σαλόνι, έδειχνε περασμένες εννιά. Θα πρέπει να ήμουν κανένα τρίωρο αναίσθητος, σκέφτηκε. Κάθησε αποκαμωμένος στον μεγάλο γωνιακό καναπέ του - του Τάσου, υπενθύμισε στον εαυτό του - και κοίταξε σιωπηλός το χάος από σπασμένα τζάμια στο δάπεδο και στην βεράντα. "Και τώρα τί;", είπε. "Τί κάνουμε;" Παρατήρησε ότι το ρεύμα είχε επανέλθει. Κάποια υπολείμματα καπνού έβγαιναν από την κεντρική μονάδα του υπολογιστή του, σημάδι ότι είχε καεί το τροφοδοτικό. Το τηλέφωνο όμως λειτουργούσε. Να επικοινωνούσε με κάποιον; Και να του έλεγε τι; Κούνησε απογοητευμένος το κεφάλι του. Δεν ένιωθε ακόμα έτοιμος να αποκαλύψει σε κάποιον τι του είχε συμβεί. Ούτε και στους πιο στενούς του ανθρώπους, στην μητέρα του ή τους λίγους καλούς του φίλους. Ακόμα και ο Τάσος το πιθανότερο ήταν να τον διαολόστελνε που τον πήρε πρωί πρωί τηλέφωνο και τον ξύπνησε, πιθανώς από ύπνο όχι στο δικό του κρεβάτι.
Ζύγισε τις πιθανότητες. Κάπως έπρεπε να μάθει, κάτι έπρεπε να κάνει για αυτήν... την... πώς να την πει; Μόνο μια λέξη του ήρθε στον νου. Άγγελος. Ήταν άγγελος... ή τουλάχιστον αυτήν την ονομασία έδινε σε τέτοιες μορφές το συλλογικό υποσυνείδητο και μαζί και αυτός. Ήταν λοιπόν αυτό το πλάσμα στο οποίο αναφερόταν ο Χριστιανισμός αλλά και άλλες θρησκείες με παραλλαγμένα ονόματα; Δεν ήταν σίγουρος. Βλέποντας την ένιωθε κάθε άλλο παρά θρησκευτικό δέος, περισσότερο αισθανόταν απόλαυση αλλά και ταπείνωση και πλήρη αδυναμία μπροστά στην ανώτερη φύση της. Επιπλέον ήταν αλήθεια ότι δεν πίστευε και πολύ, χωρίς όμως και να απορρίπτει εντελώς την όλη ιδέα περί Θεού και τα συναφή.
Ακόμα πιο μπερδεμένος από πριν λοξοκοίταξε μια μικρή ηλεκτρονική οθόνη πάνω στο γραφείο του που έδειχνε την ημερομηνία. Ήταν Κυριακή, 23 Αυγούστου. Ξαφνικά πετάχτηκε όρθιος. Είχε αποφασίσει τι έπρεπε να κάνει.
Το σπίτι βρισκόταν σε ένα απόμερο μέρος, εκτός πόλης. Είχε λοιπόν παντζούρια που κλείδωναν με βαριά μάνταλα και συναγερμό. Ο Ιάσονας τα ασφάλισε όλα. Πήρε τα κλειδιά του και πριν φύγει πήγε στην κρεβατοκάμαρα να την κοιτάξει άλλη μια φορά. Ανάσαινε γαλήνια και δεν είχε σαλέψει από την στάση που την άφησε. Φαινόταν σαν να κοιμόταν. Με ένα αίσθημα ενοχής έφυγε βιαστικά, κατέβηκε τρέχοντας τις σκάλες ως το χωλ του ισογείου και βγήκε έξω.
Καθώς κλειδαμπάρωνε και την εξώπορτα προσπαθούσε να πείσει τον εαυτό του ότι την φυλάκιζε έτσι για να την προστατέψει μέχρι αυτός να επιστρέψει. Αλλά μέσα του ήξερε ότι ένιωθε και ένα εγωιστικό αίσθημα κτητικότητας. Δεν ήθελε να του φύγει. "Μαλάκα" , κατηγόρησε τον εαυτό του. Πήγε στο πάρκινγκ του και είδε ότι τα τζάμια του Golf του ήταν και αυτά σπασμένα. "Ωραιότατα. Την τύχη μου μέσα", είπε. Δεν το είχε ακόμα αποπληρώσει. Χωρίς όμως να κάτσει να ψειρίσει το θέμα μπήκε μέσα, άναψε την μηχανή και κατέβηκε από τον διπλανό χωματόδρομο προς τον Περιφερειακό.
Στην Τριανδρία έμενε ένας φίλος του θεολόγος, από τους λίγους που είχαν σπουδάσει στην Θεολογική Σχολή γιατί το ήθελαν και όχι γιατί απλά έτυχε να περάσουν εκεί. Τον λέγανε Μιχάλη. Αφού αποφοίτησε έκανε ένα μεγάλο ταξίδι ανά τον κόσμο, μελετώντας θρησκευτικές κάστες, απόκρυφα κείμενα κι εκπονώντας το διδακτορικό του - το θέμα αφορούσε τις διαθρησκευτικές ομοιότητες και τα διάφορα μυθώδη πλάσματα που χρησιμοποιούσαν όλες οι θρησκείες ως σύμβολα προσέγγισης, προσηλυτισμού ή προσπάθειας περιγραφής του θείου. Είτε αυτά ήταν πνεύματα, είτε δρυάδες, είτε δαίμονες... είτε άγγελοι. Τον θεωρούσε έμπιστο και σοβαρό άτομο και τον καταλληλότερο για να τον κατατοπίσει. Ο Άγιος Σπυρίδωνας, η εκκλησία της ενορίας της Τριανδρίας, είχε ακόμα λειτουργία εκείνη την ώρα και το θεώρησε σίγουρο ότι θα τον βρει εκεί.
Ο Ιάσονας έστριψε στον στροφή του ανισόπεδου κόμβου που οδηγούσε στην Τριανδρία. Κατηφορίζοντας, πέρασε δίπλα από το Καυταντζόγλειο Στάδιο και παρατήρησε την κίνηση που, αν και Κυριακή, είχε πυκνώσει στην Αγίου Δημητρίου. Σταμάτησε στο φανάρι και άναψε αριστερό φλας. Καθώς περίμενε την πράσινη ένδειξη, κοίταξε στα δεξιά του. Στο πίσω κάθισμα ενός αυτοκινήτου ήταν ένα καθισματάκι με ένα μωρό, ηλικίας το πολύ ενός έτους. Τον κοιτούσε και αυτός του έσκασε ένα χαμόγελο. Γρήγορα όμως το ακίνητο και διαπεραστικό του βλέμμα τον ανησύχησε. Χωρίς να μπορεί να εξηγήσει γιατί, αγχώθηκε και απέστρεψε βιαστικά την ματιά του.
Το φανάρι άναψε επιτέλους πράσινο. Έστριψε και πήρε με ταχύτητα την ανηφόρα. Πέρασε το Δημαρχείο της Τριανδρίας και στα επόμενα πενήντα μέτρα ξεπρόβαλλε μπροστά του η εκκλησία.

2 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:

Dimos 12 Οκτωβρίου 2009 - 1:16 π.μ.  

Ασχολίαστη η χρήση της Τριανδρίας ως τόπο αφηγηματικής δράσης; Μωρε μπράβο!

Ανώνυμος 15 Οκτωβρίου 2009 - 7:26 μ.μ.  

Triandria reeeeeeeeeee! Eides? Sxoliasa.

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP