Αναζήτηση αναρτήσεων

Η πτώση - μέρος 3

>> 5/9/09

Φαινόταν ότι η λειτουργία είχε μόλις τελειώσει γιατί ένα μπουλούκι ανθρώπων ξεπρόβαλλε από την ξύλινη, έντονα σκαλισμένη εξώθυρα του Αγίου Σπυρίδωνα. Σε λίγο τα λευκά μαρμάρινα σκαλιά της εκκλησίας γέμισαν με κόσμο που κατέβαινε. Ο Ιάσονας κοιτούσε νευρικά γύρω του, μήπως και βρει καμιά βολική θέση για παρκάρισμα. Θυμόταν ότι ο Μιχάλης έμενε λίγο πιο ψηλά, πάνω από το παλιό Λύκειο της Τριανδρίας, οπότε το να παρκάρει εδώ του φαινόταν ιδανικό. Ως εκ θαύματος, βρήκε ένα άνετο σημείο μπροστά από την μπουγατσαρία απέναντι από τον ναό. Χαμογέλασε γιατί η ευκολία που εντόπισε την θέση, του θύμισε έναν παλιό του φίλο από την σχολή που είχε έρθει από την Αγγλία μέσω Erasmus. Τον έλεγαν Λάρι και πραγματικά όποτε έψαχνε για θέση παρκαρίσματος ήταν λες και συνωμοτούσε το σύμπαν για να βρει αμέσως.
Κλειδώνοντας το αμάξι του, πρόσεξε μια γεροδεμένη φιγούρα να κατεβαίνει τα σκαλιά του Αγίου Σπυρίδωνα. Ήταν ο Μιχάλης. Συνομήλικος του Ιάσονα, αλλά πολύ πιο εύσωμος, με πλατύτερους ώμους και ένα έντονα γωνιώδες πρόσωπο. Φορούσε κομψά κοκάλινα γυαλιά, μια χαλαρή μαύρη μπλούζα και είχε ένα πολύ ιδιαίτερο στυλ, πράγμα που τόνιζε και το μυτερό μουσάκι που είχε στο πηγούνι του. Καμία σχέση με τους σπασίκλες θεολόγους που βλέπουμε στις ταινίες, σκέφτηκε ο Ιάσονας και κίνησε προς το μέρος του για να τον συναντήσει.
"Καλημέρες" φώναξε ο Ιάσονας όταν έφτασε στην βάση της σκάλας. "Βρε! Καλώς τον ναυαγό. Πώς και από εδώ τέτοια ώρα; Γιατί δεν είσαι κι εσύ χωμένος ανάμεσα σε δύο μπούτια όπως μαθαίνω ότι είναι και ο Τασάρας;" "Μιχάλη, ντροπή. Πώς μιλάς έτσι μπροστά στον Οίκο του Θεού;" τον πείραξε ο Ιάσονας. "Χμμμμμ. Πιστεύω ότι ο Θεός θα έχει σοβαρότερα πράγματα να ασχοληθεί από τις γκομενοδουλειές μας!" απάντησε ο Μιχάλης και άρχισαν να χασκογελάνε και οι δύο. Γι'αυτό σε πάω ρε φίλε, σκέφτηκε ο Ιάσονας. Γιατί δεν είσαι κολλημένος στους τύπους, όπως τόσοι άλλοι. Ενδιαφέρεσαι για την ουσία. "Θέλω να σε μιλήσω για κάτι σοβαρό" του είπε κάπως απότομα διακόπτοντας το γέλιο τους. Ο Μιχάλης παραξενεύτηκε κάπως από την αλλάγη του ύφους του. "Πάμε από το σπίτι μου για έναν φραπέ. Θα μου τα πεις όλα εκεί" του απάντησε, και ξεκίνησαν την ανηφόρα.
Το διαμέρισμα του Μιχάλη ήταν μικρό και κάπως χαοτικό με όλα αυτά τα βιβλία που ήταν σκορπισμένα παντού - στους καναπέδες, στα τραπέζια, στο ξύλινο πάτωμα. Ρίχνοντας μια γρήγορη ματιά στους τίτλους τους, ο Ιάσονας είδε πως πραγματεύονταν θέματα φιλοσοφίας, θρησκειολογίας και σημειολογίας. Ο Μιχάλης ετοίμαζε πυρετωδώς την διδακτορική του διατριβή. Σε μια στιγμή το βλέμμα του Ιάσονα έπεσε σε μια φωτογραφία. Ήταν ο Μιχάλης με την κοπέλα του. Την είχε γνωρίσει στην Γεωπονική και ήταν μαζί από το δεύτερο έτος. "Δεν με λες, πόσο καιρό είστε αρραβωνιασμένοι με την Λίζα;" φώναξε. Η απάντηση ήρθε από την κουζίνα. "Κλείνουμε σε λίγο ενάμιση χρόνο. Γάλα βάζω;" "Βάλε. Μην το κάνεις αφρόγαλα όμως. Και τι λέει, δεν θα την σπιτώσεις επιτέλους; Αρκετά την βασάνισες την κοπέλα". Ο Μιχάλης ξεπρόβαλλε με τους δυο καφέδες. "Τι είσαι, η προξενήτρα μου;" είπε και γέλασε στραβά. "Θα δούμε. Σε καμιά εβδομάδα θα γυρίσει από ένα συνέδριο του Σ.Γ.Β.Ε. στην Αθήνα και μάλλον το θέμα θα τεθεί επί τάπητος. Εσύ τι λέει; Καιρό έχω να μάθω νέα σου. Παίζει τίποτα; Μην με πεις πως είσαι κολλημένος ακόμα με την Ειρήνη; Πέρασε κοντά ένας χρόνος..." άρχισε αλλά ο Ιάσονας τον έκοψε. "Όχι, όχι. Αλλά δεν ήρθα να μιλήσουμε για αυτό".
Τον κοίταξε. Ο Μιχάλης τον περίμενε να συνεχίσει με προσμονή και φανερή πλέον περιέργεια. Ο Ιάσονας αναστέναξε. Ήταν καλοί και παλιοί φίλοι αλλά θα τον περνούσε μάλλον για τρελό, χώρια που μπορεί να τον έθιγε και σε λεπτά θέματα πίστης. Όσο χαλαρός και να ήταν ο Μιχάλης, είχε και αυτός, σαν θεολόγος, κάποιες συγκεκριμένες ανοχές και αντοχές. Αλλά προκειμένου να βυθίστει σε ένα φαύλο κύκλο αντιφάσεων, αποφάσισε να τα παίξει όλα για όλα και να του πει την ιστορία από την αρχή.
Καθώς ο Ιάσονας διηγούνταν, το πρόσωπο του Μιχάλη άλλαζε συνεχώς εκφράσεις - από την έκπληξη στο δέος και από εκεί στην δυσπιστία. "Αυτό είναι πολύ χοντρή πλάκα και δεν με αρέσει καθόλου" του είπε. "Καθόλου πλάκα. Σε παρακαλώ, έλα στο σπίτι να την δεις, μήπως βγάλεις εσύ κάποιο συμπέρασμα! Σε παρακαλώ φίλε, έχω πελαγώσει και φοβάμαι!" είπε με θέρμη ο Ιάσονας. Ο άλλος τον κοίταξε σοβαρά. "Πράγματι, φαίνεται πως σοβαρολογείς". Έχοντας το βλέμμα του Ιάσονα σταθερά καρφωμένο πάνω του, τελικά υποχώρησε. "Εντάξει. Πρέπει να περάσω το μεσημέρι από έναν καθηγητή για να συζητήσουμε για κάποιο θέμα, αλλά αργά το απόγευμα μπορώ να πάρω μια σχετική βιβλιογραφία και να έρθω". Ο Ιάσονας τον ευχαρίστησε θερμά και κινήθηκε προς την εξώπορτα. Πριν την ανοίξει για να φύγει, ο Μιχάλης τον σταμάτησε κρατώντας τον από το μπράτσο. "Είμαι σίγουρος ότι όλο αυτό το σκηνικό είναι μάλλον μια παρανόησή σου. Παρ'όλ'αυτά θα σε συμβούλευα προς το παρόν να μην μιλήσεις σε κανέναν άλλον για αυτό". "Δεν είχα τέτοιο σκοπό, έτσι κι αλλιώς" απάντησε ο Ιάσονας και άρχισε να κατεβαίνει γρήγορα τα σκαλοπάτια. Ο Μιχάλης έκλεισε την εξώπορτα και κοίταξε προβληματισμένος το ποτήρι με τον φραπέ που κρατούσε στο άλλο του χέρι.
Στον δρόμο του γυρισμού ο Ιάσονας οδηγούσε σαν τρελός. Βιαζόταν να την ξαναδεί, αλλά ταυτόχρονα ένιωθε και έναν αδιόρατο φόβο. Μια ανησυχία για το τί να κάνει τώρα το υπέροχο πλάσμα που είχε στο σπίτι. Μα πιο πολύ τρελαινόταν με την πιθανότητα να είχε όντως φανταστεί τα πάντα και τίποτα να μην συνέβη στην πραγματικότητα. Αλλά γρήγορα απέδιωξε αυτήν την σκέψη από το μυαλό του.
Φτάνοντας, ξεκλείδωσε πυρετικά την εξώπορτα και πετάχτηκε μέσα στο χωλ. Στην λαχτάρα του να την ξαναδεί ξέχασε την πόρτα ανοιχτή. Ανέβηκε δύο δύο τα σκαλοπάτια μέχρι το σαλόνι του πάνω ορόφου. Και τότε ξαφνικά πισωπάτησε. Δύο υπέροχα τυρκουάζ μάτια ήταν ήδη στυλωμένα πάνω του, λες και τον περίμεναν να ξεπροβάλλει στην κορυφή της σκάλας. Αυτή ήταν ακόμα ολόγυμνη, μπρούτζινη, απαλή, κουλουριασμένη σαν γάτα σε έναν καναπέ, σε μια απίστευτα σεξουαλική πόζα. Ο Ιάσονας ξεροκατάπιε. "Πλησίασε" του είπε αυτή και εκείνος υπάκουσε. "Έκρυψες το φως. Εμφάνισέ το πάλι" τον παρακάλεσε και αυτός άρχισε μηχανικά να ξεμανταλώνει και να ανοίγει τα παντζούρια. Καθώς το έκανε πάλευε να απομακρύνει από πάνω του την μεθυστική επιρροή του τυρκουάζ βλέμματος. Έτσι, όταν τελείωσε, γύρισε και την κοίταξε αποφασιστικά. Πράγματι, αισθανόταν τώρα καθαρότερο το μυαλό του. Το αν είχε όμως καταφέρει να απελευθερωθεί από την χαύνωση μόνος του ή αν τον είχε αφήσει εκείνη ελεύθερο, του ήταν άγνωστο.
Το πρόσωπό της πήρε μια γλυκιά έκφραση. "Γιατί δεν έφυγες; Γιατί με έσωσες;'' τον ρώτησε τρυφερά. "Δεν ξέρω", απάντησε. 'Ελεγε την αλήθεια. "Απλά σε είδα να υποφέρεις. Έπειτα σε είδα να κείτεσαι αναίσθητη και ανυπεράσπιστη. Δεν μπορούσα να σε αφήσω έτσι. Εγώ..." Δεν τελείωσε την φράση του. Την ξανακοίταξε. Το βλέμμα του πετάρισε για μια στιγμή στο υπέροχο στήθος της κι έπειτα ξαναβυθίστηκε στις θάλασσες των ματιών της. Τώρα η έκφρασή της ήταν απροσδιόριστη.
"Πώς σε λένε;" την ρώτησε. "Δεν μπορείς να προφέρεις το όνομά μου" του είπε. "Αν νιώθεις την ανάγκη να με φωνάζεις με κάποιο άλλο όνομα, κάνε το. Για μένα δεν έχει σημασία". Ο Ιάσονας είπε το πρώτο που του ήρθε στο μυαλό. "Εύα. Μπορώ να σε φωνάζω Εύα;" Προς μεγάλη του έκπληξη, εκείνη χαμογέλασε. "Μου είναι γνωστός αυτός ο μύθος σας. Εντάξει. Εύα λοιπόν". Μύθος. Μάλιστα. Σίγουρα μια δήλωση που θα ιντρίγκαρε τον Μιχάλη, σκέφτηκε ο Ιάσονας. "Εύα, είμαι ο Ιάσονας". Με το που το είπε αυτό, η Εύα τον πλησίασε ξαφνικά σε απόσταση αναπνοής. Το πρόσωπό της απείχε λίγα μονάχα εκατοστά από το δικό του. Μπορούσε να την μυρίσει... Το δέρμα της, τα μαλλιά της, ο αέρας που εξέπνεε, όλα ανέδυαν μια ανεπαίσθητη, υπέροχη ευωδιά. Δεν μπορούσε να την προσδιορίσει. Ήταν σαν μύρο, αλλά και σαν μέλι, και σαν καρύδα, και σαν αμυγδαλιά, και σαν... λες και όλες οι μυρωδιές που μπορούσαν να ανταριάσουν τις αισθήσεις του είχαν συγχωνευτεί στο άρωμά της. Ο Ιάσονας ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Ήξερε, ένιωθε ότι αυτή η προσέγγιση δεν σήμαινε τίποτα για αυτήν από όσα σήμαινε για εκείνον. Αλλά η στάση της, με τα χέρια της στο στήθος του και την καλλίγραμμη κοιλιά της να ακουμπάει στον κάβαλό του, ήταν τόσο επώδυνα ερωτική που ο Ιάσονας αναρωτήθηκε για πόσο ακόμα θα άντεχε πριν υποκύψει στα ένστικτά του. Μια κίνηση που θα είχε τελείως άγνωστη κατάληξη, αν και όπως υποψιαζόταν θα ήταν μάλλον άσχημη - για εκείνον.
"Ιάσονας" είπε με την πλούσια, αισθησιακή φωνή της. "Ώστε έτσι είσαι γνωστός εδώ. Μα έχεις κι εσύ άλλο όνομα, δικό σου, ξεχωριστό, που όμως δεν μπορείς να το προφέρεις, όπως δεν μπορείς να προφέρεις το δικό μου". "Μα τι λες;" κατάφερε να αρθρώσει αποσβολωμένος. "Έπεσα" του αντιγύρισε. "Έκανα αυτό που δεν έπρεπε και με τιμώρησαν. Όταν έπεσα στερήθηκα τα πάντα. Μέσα από το μαρτύριο και τον πόνο, προσπάθησα να βρω την λύτρωση στην ανυπαρξία. Να γίνω ένα με δομή του κόσμου και να μην είμαι πλέον μια παραφωνία που διαλύει την αρμονία. Και θα το πετύχαινα στα αλήθεια, αν δεν είχες εμφανιστεί εσύ. Με στέρησες από αυτό που ήθελα πιο πολύ, το τέλος της τωρινής μου ύπαρξης. Έπρεπε να φύγεις και να αφήσεις την σκιά να μεγαλώσει γρήγορα τις πληγές μου, μέχρι να γίνω ένα με την γη και τον αέρα. Αλλά εσύ με πήρες και με έβγαλες στο φως και με βοήθησες να ζήσω. Θα έπρεπε να σε μισώ για αυτό. Αλλά το έκανες από άγνοια και για έναν άλλο λόγο, που δεν τον καταλαβαίνω... Οπότε δεν μπορώ να σε κατηγορήσω. Αλλά θα σου δείξω αυτά που δεν είναι για να δεις. Θα σε κάνω να μοιραστείς το μαρτύριό μου".
Με την κουβέντα αυτή, κλωστές από ένα χρυσαφί φως, παρόμοιο με αυτό που ακτινοβολούσε στην αρχή από το κορμί της αλλά πολύ πιο αχνό, ξεχύθηκαν από τα ακροδάχτυλά της μέσα στο στήθος του και από εκεί σε όλο του το κορμί. Ένιωσε μια ζεστή αύρα να τον τυλίγει από την κορυφή ως τα νύχια. Στην αρχή ήταν ευχάριστη αλλά σιγά σιγά άρχισε να τον καίει όλο και περισσότερο. Τρομεροί πόνοι άρχισαν να διαπερνούν το σώμα του. Αισθανόταν σαν να καιγόταν ζωντανός. Ούρλιαζε, ούρλιαζε με όλη του την δύναμη και προσπαθούσε να ξεφύγει από την θανατερή λαβή της. Τίναζε απεγνωσμένα το κορμί του δεξιά κι αριστερά, προσπαθούσε να την τραβήξει από πάνω του, να την διώξει, αλλά ήταν λες και αυτή είχε γίνει ένα με το δικό του κορμί. Σε μια τελευταία στιγμή επιθανάτιας αγωνίας, ο πόνος του έφτασε σε τέτοια κλιμάκωση που ούρλιαξε μέχρι να τελειώσει ο αέρας από τα πνευμόνια του.
Ξαφνικά, η αγωνία του άρχισε να καταλαγιάζει. Μια ανακουφιστική δροσιά απλώθηκε σε όλο του το σώμα. Άνοιξε τα δακρυσμένα από τον πόνο μάτια του και απόρησε με αυτό που είδε. Βρισκόταν σε μια τεράστια κατασκευή σαν εξέδρα. Πατούσε πάνω της, αλλά η επιφάνειά της δεν του δημιουργούσε καμία αίσθηση. Μήπως δεν είχε την αίσθηση της αφής; Κι όμως, ένιωθε μια απαλή αύρα να του χαϊδεύει το κορμί. Ήταν τελείως γυμνός. Παντού γύρω του υπήρχαν λωρίδες ομίχλης που ενώνονταν σε συσσωματώματα και ύστερα ξαναδιαλύονταν. Κοίταξε μπροστά του. Μια αδιαπέραστη θολούρα, σαν βρώμικο γυαλί, τον εμπόδιζε να δει καθαρά. Προσπάθησε να προχωρήσει προς τα εκεί, αλλά σχεδόν αμέσως ένιωσε πως δεν έπρεπε να συνεχίσει. Ήταν τόσο απαίσιο, τόσο ανίερο αυτό που έκανε, που γεμάτος αηδία για τον εαυτό του πισωπάτησε. Μόλις όμως προχώρησε κάπως προς τα πίσω, του φάνηκε γελοίο αυτό που αισθάνθηκε πριν λίγο. Ξαναγύρισε μπροστά προς την θολούρα, αλλά ένιωσε πάλι τόσο ένοχος που πισωπάτησε ξανά. Μην προσπαθώντας να εξηγήσει τα ανεξήγητα, γύρισε από την άλλη και προχώρησε ως το χείλος της κατασκευής. Αυτό που είδε τον ζάλισε.
Αμέτρητες παρόμοιες κατασκευές ήταν διάσπαρτες στο κενό. Προσπαθώντας να συλλάβει την κοσμική τους κλίμακα συμπέρανε ότι αυτές που μπορούσε να δει σε όλη τους την έκταση βρίσκονταν σε μάλλον τεράστια απόσταση από αυτόν. Πώς αλλιώς θα μπορούσε να δει ολόκληρο το περίγραμμα αυτών των κατασκευών που είχαν το μέγεθος πόλεων; Από κάθε μία ξεπρόβαλλε ένα τιτάνιο ημισφαίριο από το ίδιο υλικό με την θολούρα που τον ταλαιπώρησε προηγουμένως. Αυτά τα ημισφαίρια κάλυπταν σχεδόν απ'άκρη σ'άκρη τις βάσεις τους, αφήνοντας ένα στενό δαχτυλίδι εδάφους, αν βέβαια μπορούσε να ονομαστεί έδαφος αυτό το αιθέριο, ανεπαίσθητο υλικό. Αντιλήφθηκε ότι και ο ίδιος θα πρέπει να ήταν πάνω σε ένα τέτοιο δαχτυλίδι.
Δεν υπήρχε καμία προφανής στήριξη των κατασκευών αυτών. Απλά ίπταντο στον... ουρανό; Δεν ήξερε πώς να το ονομάσει. Το χρώμα του ήταν ένα απαλό κόκκινο - μενεξελί που δεν είχε συλλάβει ποτέ σε κανέναν από τους πίνακές του. Ήταν γεμάτος από μυριάδες αστέρια που κινούνταν όλα συγχρονισμένα όπως τα χορευτικά που κάνουν τα σμήνη των μεταναστευτικών πουλιών. Πού και πού μαζεύονταν σε νεφελώματα και ξαναδιαλύονταν αφήνοντας μια χρυσή αύρα. Το θέαμα ήταν πανέμορφο. Μερικά έμοιαζαν να είναι τόσο κοντά, που του δημιουργούνταν η ψευδαίσθηση ότι μπορούσε να τα αγγίξει.
Ο Ιάσονας έμεινε πολλή ώρα να θαυμάζει το μπαλέτο των αστεριών, αλλά κάποια στιγμή αποφάσισε ότι έπρεπε να κάνει κάτι. Δεν είχε ιδέα πού βρισκόταν και με ποιόν τρόπο ήρθε εδώ, αλλά προφανώς είχε να κάνει με το μαρτύριο που του είχε επιβάλλει η Εύα. Και τώρα όμως; Πού θα μπορούσε να πάει, τί θα μπορούσε να κάνει χωρίς καθοδήγηση; Το να κάνει τον γύρο του δαχτυλιδιού του φαινόταν γελοίο. Το να πηδούσε στο κενό του φάνηκε ακόμα χειρότερο - και αν έπεφτε για πάντα; Ούτε που ήξερε αν υπήρχε πυθμένας σε αυτό το μέρος. Οπότε γύρισε προς την μόνη του επιλογή. Έπρεπε να περάσει μέσα από το τυραννικό τείχος της θολούρας.
Έκανε μερικά βήματα και ξανά ένα αίσθημα βαθιάς ενοχής άρχιζε να του ροκανίζει τα σωθικά. Προχώρησε παραπέρα και η φρίκη που του προκαλούσε ο εαυτός του άρχισε να μεγαλώνει. Όλα τα ψέμματα, όλες οι φαύλες σκέψεις που έκανε ποτέ στην ζωή του, ακόμα και οι πιο ασήμαντες, γιγαντώθηκαν τώρα μπροστά του και ξέσκιζαν σαν αγκίστρια την ψυχή του. Όλα τα πράγματα που έκανε ή είπε και για τα οποία ντρεπόταν και βασάνιζαν το υποσυνείδητό του, από τότε που άρχισε να αντιλαμβάνεται τον κόσμο γύρω του ως τώρα, αποκτούσαν νέα ανείπωτη μορφή και τον τραβολογούσαν σε μαρτύρια που δεν μπορούσε καν να συλλάβει ο ασήμαντος ανθρώπινος νους του. Και μέσα σε όλα, ορθωνόταν τρομερότερη η βρώμικη σκέψη που έκανε για την Εύα. Πώς τόλμησε να σκεφτεί ότι του αρέσει; Πώς τόλμησε να νιώσει πως την είχε ερωτευτεί; Και πώς τόλμησε να διανοηθεί ότι ήθελε να κάνει σεξ μαζί της; Αυτός ο αηδιαστικός, ο απαίσιος, ο εμετικός, αυτή η κατώτατη μορφή ζωής, να διεισδύσει μέσα στο υπέροχο, άσπιλο κορμί της Εύας και να το μαγαρίσει; Φρίκη! Φρίκη! Δεν μπορούσε να το αντέξει άλλο. Έκλαιγε, έκλαιγε γοερά. Ήθελε να τελειώσει, να πεθάνει, να πάρει ο ίδιος την ζωή του αν χρειαστεί, για να σταματήσει επιτέλους αυτό το μαρτύριο. Αλλά στην συνειδητοποίηση ότι πάλι σκεφτόταν για τον εαυτό του, για τον μικρό, ασήμαντο, φριχτό εαυτό του, ένιωσε ένα νέο, τεράστιο κύμα ενοχής να τον κατακλύζει. Όχι. Θα έμενε εδώ, ζωντανός, και θα υπέφερε. Για πάντα.
Ανεπαίσθητα, κάθε ατέλειωτη στιγμή της αγωνίας του σερνόταν σιγά σιγά προς τα μπροστά. Όταν πλέον είχαν στερέψει όλα του τα δάκρυα και το κλάμα του είχε μεταβληθεί σε ένα ξερό αγκομαχητό, ένιωσε στα ακροδάχτυλα του μια απαλή σαν μετάξι αίσθηση, σε αντίθεση με την γλιτσερή αρπάγη της θολούρας. Σύρθηκε λίγο παραπάνω και η αίσθηση αυτή ανέβηκε ως τον αγκώνα του. Μαζί ένιωσε κι ένα ψήγμα γλυκού πόνου στην καρδιά - μια ανεπαίσθητη αισιοδοξία ότι τίποτα δεν είναι ασυγχώρητο, ότι όλα μπορούν να διορθωθούν. Συνέχισε να προχωρά και τότε μόνο συνειδητοποίησε ότι άρχισε να βγαίνει από την θολούρα. Μια ανείπωτη αίσθηση χαράς, ευφορίας και αισιοδοξίας πλημμύρισε κάθε του κύτταρο - μέχρι που ξέφυγε εντελώς από το σύνορο της ασάφειας. Όλα αυτά που ένιωσε πριν, όλο του το μαρτύριο, όλος του ο πόνος, έμοιαζαν πλέον πολύ μακρινά, σαν μια από καιρό θαμμένη ανάμνηση.
Αδυνατώντας και ο ίδιος να πιστέψει αυτά που του συμβαίνουν αλλά χαρούμενος που ξέφυγε πλέον από αυτόν τον εφιάλτη, γύρισε επιτέλους από την άλλη μεριά για να κοιτάξει τί ήταν αυτό που για να το φτάσει υπέφερε τόσο πολύ στον δρόμο του μέσα από το σύνορο του πόνου.
Κοίταξε - κι έμεινε εκστατικός. Μέσα σε μια συμφωνία συμπανικής ομορφιάς, σε μια αρμονία απόλυτης τελειότητας, τους είδε. Όλους.

3 σχόλια. Βγάλτε το από μέσα σας!:

Maria 6 Σεπτεμβρίου 2009 - 3:56 μ.μ.  

Dimako ena exw na sou pw, oute ton kwdika Da Vinci den diavaza me tosi agwnia gia ti sunexeia!
Keep the good job!

alexis 7 Σεπτεμβρίου 2009 - 11:17 π.μ.  

Olous?poiou?na mai k gwww!

Dimos 7 Σεπτεμβρίου 2009 - 4:27 μ.μ.  

Ναι και ναι... θα δεις, θα δεις...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

Παρουσιάστηκε σφάλμα σε αυτό το gadget

ΠΝΕΥΜΑΤΩΔΗ ΑΠΟΦΘΕΓΜΑΤΑ ΚΑΙ ΡΗΣΕΙΣ

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP