Αναζήτηση αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η πτώση (διήγημα σε συνέχειες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Η πτώση (διήγημα σε συνέχειες). Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η πτώση - μέρος 8 - Το τελευταίο μέρος

>> 22/11/09

Το παράξενο πλάσμα με τα ασύμμετρα κρυσταλλικά πόδια παραμόνευε πίσω από τον κοκκινωπό βράχο. Τα ευαίσθητα αισθητήρια όργανά του είχαν νιώσει εκεί κοντά την κίνηση του γεύματός του. Δεν είχε ούτε μάτια, ούτε μύτη, ούτε αυτιά, μόνο ένα περίπλοκο σύμπλεγμα από ανθρακικά τριχίδια πάνω στο ημιδιαφανές, φωσφορίζον κορμί του, που διαισθάνονταν την παρουσία ραδιενέργειας στην γύρω περιοχή. Και πραγμάτι, τα ηλεκτρικά σήματα που έστειλαν τα αισθητήρια αυτά όργανα στο παλλόμενο κέντρο αντίληψής του δεν είχαν λαθέψει. Από μια εσοχή στο σκληρό έδαφος, σε μικρή απόσταση από το βραχάκι, ξεπρόβαλλε το υποψήφιο θύμα του. Το ραδιενεργό αυτό ον δεν είχε κάποια συγκεκριμένη μορφή και άλλαζε φυσική κατάσταση και όψη ανάλογα με την επιφάνεια που ακουμπούσε. Τώρα φαινόταν σαν μια μάζα σκληρού χώματος που στροβιλιζόταν και μετακινούνταν με την δημιουργία ψευδοποδιών, παίρνοντας που και που ένα απροσδιόριστο ψυχρό χρώμα και μια γλοιώδη υφή όταν ακουμπούσε κατά την μετακίνησή του εκείνους τους παράξενους μικροοργανισμούς που ενώνονταν σχηματίζοντας συσσωματώματα, παρόμοια στην όψη με τις γήινες λειχήνες.
Το ημιδιαφανές αρπακτικό δεν έχασε καιρό. Πετάχτηκε από την κρυψώνα του και πριν η λεία του προλάβει να αντιδράσει, της εκτόξευσε ένα κολλώδες μοριακό οξύ. Το άμορφο ον άφρισε κι εξατμίστηκε. Τότε ο θηρευτής, παίρνοντας ένα γκρίζο χρώμα, διόγκωσε τους πόρους του σώματός του και άρχισε να ρουφά με έναν συριστικό ήχο τον ατμό. Κι έτσι τράφηκε. Για μία και μοναδική φορά στην σύντομη ζωή του ως ενήλικο ον. Γιατί με το που προσέλαβε όλο τον ατμό, τα κρυσταλλικά του πόδια έσπασαν και βίαιες χημικές αντιδράσεις συνέβησαν στο αδιαφανές πια γκρίζο κορμί του κατά την αλληλεπίδραση του ατμού του γεύματός του με τις εσωτερικές του υποφύσεις, αντιδράσεις που οδήγησαν στον σχηματισμό, μέσα σε ειδικές κύστες, των απογόνων του. Των παιδιών του.
Με το που ο σχηματισμός αυτός ολοκληρώθηκε, το πίσω μέρος του κορμιού του έσπασε και δεκάδες προνύμφες βγήκαν έξω τρέχοντας και λάμποντας σαν μικρά φωτάκια. Μέχρι να μεταμορφωθούν σταδιακά και να πάρουν την τελική τους μορφή, θα τρέφονταν με το νεκρό σώμα του γεννήτορά τους. Έπειτα από λίγο καιρό, όταν θα ενηλικιώνονταν, θα έφευγαν σε διαφορετική κατεύθυνση το καθένα, προσλαμβάνοντας κάθε τόσο ποσότητες αδέσποτης ραδιενέργειας που θα τις χρησιμοποιούσαν σαν καύσιμο για τα ασύμμετρα πολυεδρικά τους πόδια. Όσα επιβίωναν από τα άλλα αρπακτικά αυτού του παράξενου κόσμου, θα έφτανε κάποια στιγμή που θα έτρωγαν το πρώτο και τελευταίο τους γεύμα, σκοτώνοντας έτσι τους εαυτούς τους αλλά ταυτόχρονα δίνοντας ζωή στους απογόνους τους. Και αυτός ήταν ο κύκλος της ύπαρξης τους.
Το δυνατό φως του ηλιακού διδύμου φώτιζε αυτόν τον μακρινό πλανήτη. Ψηλά πάνω στον πρασινωπό ουρανό φαινόταν ο γιγάντιος πρωτεύων ήλιος, τόσο ζεστός και τόσο κοντά στον πλανήτη που θα είχε βράσει σε δευτερόλεπτα όλες τις θάλασσες της Γης. Σε κάποια απόσταση από αυτόν, μικροσκοπική όπως φαινόταν από την προοπτική του πλανήτη, περιφερόταν σε ελλειψοειδή τροχιά ο δευτερεύων ήλιος. Ήταν αρκετά μακριά από τον μεγάλο του αδερφό ώστε να μην συγχωνευτεί μαζί του, αλλά και αρκετά κοντά ώστε να δημιουργείται μεταξύ τους μια ροή από διαφυγέν του μικρού ήλιου υλικό, το οποίο κατάπινε αχόρταγα ο άλλος, σε μια διαδικασία που σε μερικά δισεκατομμύρια χρόνια θα εξαφάνιζε πλήρως το αδύναμο αστέρι. Προς το παρόν όμως, ο μικρός επιβίωνε και το μοναδικό που φαινόταν από αυτό το δραματικό σκηνικό από την επιφάνεια του πλανήτη ήταν ένα πυρακτωμένο ποτάμι, ένα φωτεινό κορδόνι που ένωνε τα δύο αστέρια σαν μια τιτάνια διελκυνστίδα.
Ξαφνικά κάτι διατάραξε την καυτή ηρεμία αυτού του μέρους. Σε αμέτρητα σημεία πάνω στον πράσινο ουρανό η πυκνή, γεμάτη αργόν, ατμόσφαιρα αναδιπλώθηκε και συγκεντρώθηκε σαν να σχημάτιζε σύννεφα. Σε ανύποπτη στιγμή, εκτυφλωτικές και συνάμα αθόρυβες λάμψεις ανατάραξαν τα σύννεφα αυτά. Με το που τελείωσε το φωτεινό πανδαιμόνιο, έκαναν την εμφάνισή τους κάτι τεράστιες για τα δεδομένα των όντων αυτού του πλανήτη σκιές. Οι σκιές κατέβαιναν με ταχύτητα προς το έδαφος, λες και ήθελαν να συγκρουστούν μαζί του, και μόνο την τελευταία στιγμή έκοβαν απότομα και προσεδαφίζονταν απαλά, τινάζοντας τα μεγαλοπρεπή φτερά τους. Όλο και περισσότεροι έφταναν, μέχρι που η γυμνή βραχώδης πεδιάδα γέμισε από το πλήθος τους. Ήταν τα στίφη των Τοποτηρητών. Και αυτός ήταν κάποτε ο γενέθλιος πλανήτης τους.
Ήταν ένα από τα σπάνια εκείνα ηλιακά συστήματα που δεν βρίσκονται σε βαρυτική ισορροπία. Με άλλα λόγια, ένα σύστημα με ημερομηνία λήξης, όπου η έλξη του γιγαντιαίου πρωτεύοντος ηλίου τράβηξε κοντά του όλους τους περιφερόμενους πλανήτες, ώσπου εκείνοι, διαγράφοντας για δισεκατομμύρια χρόνια κλειστές σπειροειδείς τροχιές, καταφαγώθηκαν από το αδηφάγο άστρο. Όλοι, εκτός από τον μακρινότερο. Τον μοναδικό που εμφάνισε ζωή. Όντα που γεννιόντουσαν, εξελίσσονταν κι εξαφανίζονταν ταχύτατα πέρασαν από αυτόν τον κόσμο, καθώς άλλες φυλές έπαιρναν συνεχώς την θέση των προηγούμενων, προσαρμοσμένες για να επιβιώσουν στις νέες συνθήκες θερμοκρασίας και βαρύτητας που μεταβάλλονταν διαρκώς καθώς ο πλανήτης πλησίαζε ολοένα στο ηλιακό δίδυμο, ώσπου να εξαϋλωθεί και ο ίδιος. Γεγονός που ήταν πλέον πολύ κοντά.
Σε έναν από αυτούς τους κύκλους εμφανίστηκαν οι Τοποτηρητές. Λίγες χιλιάδες χρόνια ήταν αρκετά για να φτάσουν σε τέτοιο επίπεδο φυλετικής εξέλιξης ώστε να τους διαλέξουν οι Προηγούμενοι. Κατόπιν έφυγαν, πριν το περιβάλλον γίνει για αυτούς ανυπόφορο, αφήνοντας την ζωή στον πλανήτη να ολοκληρώσει άλλον έναν κύκλο, για να αρχίσει έπειτα ο επόμενος. Έφυγαν για επωμιστούν το βάρος της ευθύνης που τους είχε ανατεθεί, χωρίς ποτέ να σταματήσουν να εξελίσσονται οι ίδιοι.
Και τώρα, που είχαν πλέον απαλλαχτεί από τα στεγανά και τα όρια του χώρου και του χρόνου, επέλεξαν για μία ακόμα φορά να υλοποιήσουν την ολότητά τους στις τέσσερις διαστάσεις και να επισκεφθούν το λίκνο τους. Κάποια από χιλιετίες θαμμένα μέσα στην διάνοιά τους συναισθήματα ξύπνησαν, ώστε να προτιμήσουν να συγκεντρωθούν σε αυτόν τον πλανήτη για να κάνουν αυτό που είχαν σκοπό να κάνουν.
Θα κατέστρεφαν τον κόσμο των παιδιών τους, εξολοθρεύοντας όλη την ανθρώπινη φυλή και κάθε ίχνος γήινης ζωής. Θα δημιουργούσαν στο κέντρο του πλανήτη μια πλανητικής κλίμακας μαύρη τρύπα, που θα τον κατέτρωγε και θα τον εξαφάνιζε. Έπειτα, θα περιόριζαν τον ορίζοντα γεγονότων της και θα την έκλειναν σε ένα πεδίο αντιύλης, ώστε να μείνει ανέγγιχτο το υπόλοιπο ηλιακό σύστημα. Και αυτό θα ήταν το τέλος. Ποιός θα ήταν καλύτερος τόπος για να παρακολουθήσουν το όλο θέαμα, από τον δικό τους πλανήτη, που πέθαινε ο ίδιος; Ποιό το καλύτερο μέρος για να γιορτάσουν, μέσα στην αυταρέσκειά τους, την ανωτερότητά τους πάνω σε όλες τις άλλες μορφές ζωής και ιδίως τους ανθρώπους; Για να ειρωνευτούν, μέσα στην δίνη του κοσμικού τους αστείου, την ασήμαντη ανθρώπινη φυλή;
Ήθελαν να προσλάβουν μέχρι τέλους όσες περισσότερες εμπειρίες μπορούσαν. Για αυτό κι επέλεξαν να περιοριστούν στον χωροχρόνο που αντιλαμβάνονταν οι άνθρωποι και στον οποίο ζούσαν κάποτε και οι ίδιοι, για να παρακολουθήσουν από την σκοπιά των θυμάτων τους το τέλος στο οποίο θα οδηγούσαν την Γη. Σαν θέαμα.
Στο κέντρο της συνάθροισής τους, τα απειράριθμα φτερωτά πλάσματα δημιούργησαν μια τρύπα στο διαστατικό συνεχές. Μέσα από τις συνδυασμένες διάνοιες όλης της φυλής, από την τρύπα ξεκίνησε ένα τούνελ, μια σήραγγα που διατρύπισε τον μεσόκοσμο, πέρασε ανάμεσα από τις κοσμικές χορδές και βρήκε εν τέλει την έξοδο - μια δίδυμη της εισόδου πύλη. Κι από εκεί φάνηκε η Γη. Ένα τρεμούλιασμα διέτρεξε το αγγελικό πλήθος. Ετοιμάστηκαν να στείλουν, μέσω της σκουληκότρυπας, έναν παλμό που θα διατάρασσε την υποατομική σταθερότητα του γήινου πυρήνα και θα τον έκανε να καταρρεύσει μέσα στον ίδιο του τον εαυτό.
Αλλά τότε κάτι συνέβη. Μια διακύμανση του Συνεχούς διέκοψε την συγκέντρωση της φυλής. Ξαφνικά στην άκρη της γυμνής, κοκκινωπής, βραχώδους πεδιάδας εμφανίστηκε ένα εκτυφλωτικό φως, τόσο δυνατό που έκανε τον μεσημεριανό πράσινο ουρανό να φαίνεται μαύρος, λες και ηταν νύχτα, λες και το φως του ηλιακού διδύμου ήταν αμελητέο. Οι Άγγελοι πισωπάτησαν. Τί ήταν αυτό που έβλεπαν κι αισθάνονταν; Πώς και δεν το αντιλήφθηκαν; Πώς Αυτοί, που όριζαν τον χώρο και τον χρόνο, δεν εννοούσαν την εμφάνιση αυτού του ανεξήγητου φαινομένου;
Συναισθήματα που εδώ και αμέτρητους αιώνες είχαν κρυφτεί και ξεχαστεί μέσα στην ψευδαίσθηση της παντοδυναμίας τους βγήκαν ξανά στην επιφάνεια. Συναισθήματα που δεν περίμεναν ότι θα ξανανιώσουν ποτέ. Τρόμος και πανικός.
Το φως τους είχε πλέον πλησιάσει σε μικρή απόσταση. Έκπληκτοι οι Τοποτηρητές είδαν μια ακτινοβολούσα φιγούρα. Και δεν πίστευαν στα μάτια τους. Ήταν ένας Άγγελος. Όμοιος με αυτούς και όμως διαφορετικός. Ένας πιο θαρραλέος προχώρησε μπροστά από το τρομοκρατημένο πλήθος και ρώτησε νοητικά "τι είσαι;" Μια στιγμή σιωπής μεσολάβησε κι έπειτα, όλοι οι Άγγελοι ένιωσαν μέσα στο μυαλό τους να τους μιλάει η ίδια φωνή, μια φωνή απροσδιόριστη, λες και η χροιά της ήταν ένα κολλάζ από χροιές μυριάδων άλλων φωνών. "Όχι είμαι. Είμαστε. Είμαστε Εκείνοι. Πήραμε αυτή την μορφή για να μπορέσει να μας αντιληφθεί η πρωτόγονη διάνοιά σας. Είμαστε οι Προηγούμενοι." Ένας τρομερός πανικός ξεχύθηκε πάνω στο αγγελικό πλήθος. "Σας παρακολουθούσαμε. Πάντα σας παρακολουθούσαμε. Αφήσαμε συνειδητά πάνω σας τις ευθύνες και τις φροντίδες των Συμπάντων αυτού του επιπέδου Συνειδητότητας κι εμείς αναχωρήσαμε για το επόμενο. Όμως εσείς καταχραστήκατε εξαρχής μια εξουσία που δεν ήταν δική σας. Καταστρέφατε την ζωή τόσο έυκολα όσο την δημιουργούσατε, χωρίς ποτέ να νοιαστείτε για τις προοπτικές εξέλιξης όλων των νεογέννητων διανοιών του Σύμπαντος. Όμως τέρμα. Η εποχή της τυραννίας σας τελείωσε. Δεν είστε άξιοι να φέρετε αυτήν την ευθύνη πλέον. Η φυλή σας και η δύναμή σας τελειώνει - τώρα." Και με αυτά τα απλά, τελεσίδικα λόγια εξαφανίστηκε τόσο ξαφνικά όσο είχε εμφανιστεί. Και πριν οι Άγγελοι προλάβουν να συνειδητοποιήσουν πλήρως τι είχε συμβεί, άρχισε το Ολοκαύτωμά τους.
Οι Προηγούμενοι εξολόθρευσαν την αγγελική φυλή απλά, συνοπτικά, γρήγορα, όσο γρήγορα και ψυχρά θα κατέστρεφαν οι ίδιοι οι Άγγελοι την Γη. Το μόνο που έκαναν ήταν να γυρίσουν τους έκπτωτους Τοποτηρητές στην φυσική κατάσταση που είχαν όταν στο μακρινό τους παρελθόν τους είχε δοθεί το Χρίσμα. Μόνο που τώρα, απογυμνωμένοι από όλες τις δυνάμεις τους, παγιδευμένοι, μετά από αμέτρητους Κύκλους, στην εύθραυστη σάρκα τους, που τόσο έμοιαζε με την ανθρώπινη, δεν άντεξαν παρά για μερικά δευτερόλεπτα την πανίσχυρη ακτινοβολία του τόσο κοντινού πλέον γιγαντιαίου ήλιου.
Δεν ακούστηκε ούτε μια κραυγή. Ούτε ένα ουρλιαχτό. Σε ελάχιστες στιγμές, όλο το αγγελικό πλήθος είχε μεταβληθεί σε μια υγροποιημένη μάζα, που λέκιαζε την πεδιάδα. Σύντομα, και αυτή η μάζα εξαερώθηκε σε ευγενή αέρια άγνωστα στην Γη.
Το τέλος για τους πρώην Σπορείς των Κόσμων. Άδοξο, σύντομο, ανηλεές.
"Και οι συνειδήσεις τους;" ήταν η ερώτηση που διατυπώθηκε κάπου έξω από την Ροή του Είναι. "Δεν θα χαθούν" ήρθε η απάντηση. "Θα συγχωνευτούν με την ουσία του Κόσμου, αλλά στα κατώτερα Επίπεδα του. Θα τιμωρηθούν, θα υποφέρουν και θα παραδειγματιστούν." "Για πόσο;" "Για όσο χρειαστεί. Θα είναι το μαρτύριο που θα έχουν σύρει οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Θα αισθάνονται, ξανά και ξανά, την απόγνωση και τον πόνο των όντων που κατέστρεψαν. Αλλά δεν θα είμαστε εμείς που θα τους τιμωρούμε. Θα είναι οι ίδιοι, η δικιά τους συνείδηση που θα τους σέρνει στην δοκιμασία. Και για αυτόν τον λόγο μόνο οι ίδιοι θα μπορέσουν να σώσουν τους εαυτούς τους, όταν καταλάβουν το μέγεθος της αστάθειας που προκάλεσαν στην Ροή του Είναι. Γιατί όλοι κάνουν λάθη, ακόμα και εμείς. Δεν μπορούμε να επωμιστούμε το βάρος του ολοκληρωτικού συνειδησιακού αφανισμού μιας φυλής. Αρκεί που τους καταστρέψαμε σαν υπάρξεις. Αν οι εναπομείνασες συνειδήσεις τους καταφέρουν να ξεπεράσουν το φράγμα των κατώτερων επιπέδων, έχει καλώς. Αν όχι... ας γίνουν ένα με τον Ωμφαλό του Τίποτα. Θα εξαρτηθεί από αυτούς και μόνο." "Και με τους επόμενους Τοποτηρητές τι θα κάνουμε;" "Υπάρχουν πολλές φυλές που διεκδικούν επάξια το Χρίσμα. Ακόμα και αυτοί οι άνθρωποι θα μπορούσαν... αλλά είναι πολύ νεαρή φυλή ακόμα. Δεν είναι έτοιμοι. Ίσως, αν καταφέρουν να εξελιχθούν όσο χρειάζεται χωρίς να αυτοκαταστραφούν, να έρθει η σειρά τους. Αλλά τώρα ας τους αφήσουμε να τραβήξουν τον δρόμο τους."
Έτσι, με μια γενοκτονία αποφεύχθηκε μια άλλη. Και η Γη, που έφτασε τόσο κόντα στο τέλος της, σώθηκε.
Η Γη, που ανάμεσα στα παιδιά της φιλοξενούσε την τελευταία που κάποτε ήταν μέλος μιας εξαφανισμένης πλέον φυλής.

Ο Βερεκίδης χαμήλωσε το όπλο του. Τον είχε σκοτώσει. Σκότωσε αυτόν τον που έπρεπε να μεταφέρει σώο και αβλαβή, μαζί με την γυναίκα, στην Κωνσταντινούπολη.
Ο Μάρκοβιτς είχε άδειο βλέμμα κι ένιωθε ένα πλάκωμα να τον βαραίνει. Πλάκωμα που προερχόταν όχι από οίκτο για τον νεκρό, αλλά από την σκέψη των επιπτώσεων που θα είχε για αυτούς η αποτυχία της αποστολής τους.
Ο Μιχάλης ανακάθησε, κοιτώντας το ματωμένο κορμί του φίλου του κοντά στα πόδια του. Πριν λίγα δευτερόλεπτα, πάλευαν μέχρι θανάτου. Τώρα, που τον έβλεπε νεκρό, μια σπίθα λογικής έλαμψε μέσα στο σκοτάδι της παραφροσύνης του και συνειδητοποίησε την κατάσταση στην οποία βρισκόταν. "Τί έκανα; Θεέ μου, τί έγινε εδώ;" ψιθύρισε.
Και η Εύα, βλέποντας το νεκρό κορμί του αγαπημένου της, διαισθανόμενη για πρώτη φορά τον αναπόφευκτο πόνο της παντοτινής απώλειας, το τελεσίδικο της ανθρώπινης θνητότητας, την απόγνωση του άδικου χαμού, ορθώθηκε τρομερή μέσα στην απύθμενή της οδύνη. Κοίταξε με ένα εφιαλτικό βλέμμα τους δύο εκτελεστές. Ο Μιχάλης αισθάνθηκε τόση έκπληξη που την είδε πάλι όρθια και ζωντανή, μετά τον πυροβολισμό της με το τουφέκι, ώστε δεν πρόλαβε καν να τρομάξει.
Ο απροσμέτρητος πόνος της ξύπνησε μέσα της τα τελευταία ψήγματα της παλιάς της δύναμης. Διοχετεύοντας όλο της το είναι στο παράπονο και το μίσος της ενάντια στην ανθρώπινη τρέλα και μοχθηρία, έβγαλε μια φρικιαστική κραυγή. Μια κραυγή που δεν ακούστηκε, αλλά που την ένιωσαν μέσα στο κεφάλι τους όσοι αναμίχθηκαν σε αυτήν την τρομερή συνομωσία. Οι δύο εκτελεστές. Ο Οικουμενικός Πατριάρχης στην Κωνσταντινούπολη. Όλα τα μέλη της Αδελφότητας ανά τον κόσμο, που μπορεί να μην ήξεραν για την συνωμοσία καθ'αυτή, αλλά συντήρησαν για τόσο καιρό μια κατάσταση που με τα ψέματά της οδήγησε στον χαμό του Ιάσονα. Όλοι άκουσαν ταυτόχρονα αυτήν την νοητική κραυγή. Τόσο δυνατή, τόσο σπαραχτική, τόσο εφιαλτική, που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τους τρέλανε. Ήθελαν να σταματήσει, να μην την ακούνε πλέον, να μην υποφέρουν. Σχεδόν την ίδια στιγμή οι δύο εκτελεστές σήκωσαν τα περίστροφά τους, τα ακούμπησαν στον κρόταφό τους και αυτοκτόνησαν. Ο Πατριάρχης βγήκε τρέχοντας από το γραφείο του, μέσα στην έκπληξη των παρακείμενων ιερέων, ανέβηκε τρέχοντας τις σκάλες του καμπαναριού του Πατριαρχικού Ναού του Αγίου Γεωργίου στο Φανάρι και όταν έφτασε στην κορυφή πήδηξε στο κενό. Παντού σε όλη την υφήλιο, οι αποδέκτες της οργής της Εύας αποζήτησαν - κι έδωσαν - γρήγορο τέλος στην ζωή τους.
Ο Μιχάλης κοιτούσε έντρομος τα τραβηγμένα χαρακτηριστικά, την δαιμονική μορφή και το ορθάνοιχτο στόμα της νεκραναστημένης. Αλλά δεν άκουγε τίποτα. Η Εύα πάνω στην εκδικητική της μανία τον λυπήθηκε, αφού διαισθάνθηκε ότι δεν έκανε τίποτα από πραγματική κακία και ήταν στην πραγματικότητα θύμα των περιστάσεων. Αλλά ο οίκτος της δεν είχε κανένα αντίκρισμα. Η αυτοκτονία των εκτελεστών ήταν η χαριστική βολή στο λογικό του Μιχάλη, που σηκώθηκε ουρλιάζοντας και άρχισε να τρέχει προς την πόλη. Τα ξημερώματα της επόμενης μέρας ξεβράστηκε το πνιγμένο του πτώμα σε κάποιο σημείο της Νέας Παραλίας.
Η Εύα σταμάτησε. Οι διογκωμένες φλέβες της κρύφτηκαν. Το μελανό χρώμα που είχε απλωθεί πάνω στην επιδερμίδα της έδωσε και πάλι την θέση του στην προηγούμενη μπρούτζινη απόχρωση. Τα χαρακτηριστικά του προσώπου της, φρικιαστικά καθώς είχαν γίνει από την τελευταία της προσπάθεια, αμβλύνθηκαν και γρήγορα ξαναγύρισαν σε αυτό που ήταν - την επιτομή της γυναικείας ομορφιάς. Αλλά το πρόσωπό της ήταν τελείως ανέκφραστο. Η στιγμιαία εκδικητική ηδονή που ένιωσε βλέποντας τους δύο εκτελεστές να αυτοπυροβολούνται και διαισθανόμενη όλες τις άλλες αυτοκτονίες που προκάλεσε η κραυγή της ξεθύμανε γρήγορα και έδωσε την θέση της στο απόλυτο κενό. Δεν αισθανόταν τίποτα. Ούτε πόνο, ούτε τύψεις. Τίποτα.
Ξάφνου, άκουσε πίσω της ένα πνιχτό βήξιμο. Γύρισε... και είδε πως ήταν ο Ιάσονας. Ήταν ακόμα ζωντανός.
Αμέσως ένιωσε τα συναισθήματα της να ξαναγυρνούν, και τον πόνο και την αγάπη που ένιωθε να ξαναξεχύνονται μέσα στο στήθος της σαν καυτό λάδι. Ξεσπώντας χωρίς να το καταλάβει σε κλάματα, έτρεξε πάνω από το ματωμένο κορμί του λατρεμένου της, τον αγκάλιασε ανασηκώνοντάς τον ελαφρά και τον έσφιξε πάνω της, τρέμοντας μέσα στον θρήνο της και χύνοντας καυτά δάκρυα στον κόρφο της και το κεφάλι του.
Ο Ιάσονας, αδύναμος, μουδιασμένος, με παραλυμένο σώμα που δεν ένιωθε πλέον ούτε καν πόνο, είχε αντιληφθεί με την αλάνθαστη επιθανάτια διαίσθησή του ότι σύντομα θα πέθαινε. Όπως αντιλήφθηκε, χωρίς να μπορέσει να εξηγήσει το γιατί, ότι ο κόσμος, η Γη, δεν θα πέθαινε μαζί του. Το επικείμενο τέλος δεν θα ερχόταν. Κατά κάποιο τρόπο, η ανθρωπότητα είχε σωθεί. Ποιό υπερκόσμιο μήνυμα είχε λάβει; Τώρα, που η ύπαρξή του θα άφηνε αυτόν τον κόσμο, είχε άραγε στην διάθεσή του μερικές στιγμές που η συνείδησή του θα εναρμονιζόταν με το υπαρξιακό συνεχές, σαν τελευταίο δώρο της φύσης πριν η ζωή του ως άνθρωπος τελειώσει; Δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Και δεν τον ένοιαζε πια.
Η αίσθηση μιας αγαπημένης αγκαλιάς, η υφή ενός απαλού δέρματος, η θέρμη μιας ευωδιαστής ανάσας και ο λυγμός μιας υπέροχης φωνής τον έκανε να καταλάβει ότι η Εύα ήταν μαζί του. Με πολύ κόπο άνοιξε τα υγρά, κατακόκκινα μάτια του για να την δει για μία τελευταία φορά. Την αντίκρισε και μια αγαλλίαση φάνηκε στο βλέμμα του. "Εύα" ψιθύρισε. Εκείνη άνοιξε τα μάτια της και όταν τον είδε να την κοιτάζει ξέσπασε πάλι σε αναφιλητά. "Αγάπη μου..." είπε ανάμεσα από τα δάκρυά της. "Λατρεία μου, αγαπημένε μου, συγχώρεσέ με που δεν μπόρεσα να σε σώσω..." "Με έσωσες" της είπε. "Και μου έδωσες πιο πολλά από όσα θα άξιζαν ποτέ σε έναν άνθρωπο." Το χέρι του έψαξε το δικό της και όταν το βρήκε, με μια τελευταία ρανίδα δύναμης, το έσφιξε. "Ο κόσμος δεν θα τελειώσει. Το νιώθω. Δεν ξέρω πώς, αλλά το νιώθω. Ο κόσμος δεν θα τελειώσει." Σταμάτησε για να βήξει αίμα και μετά συνέχισε. "Εγώ όμως θα τελειώσω σε λίγο. Σαν άνθρωπος. Αλλά όχι σαν ύπαρξη." "Τι εννοείς;" του ψιθύρισε η Εύα, καθώς μια πνοή από βουνίσιο αεράκι δρόσισε τα υγρά από τα δάκρυα μάγουλά της. "Αυτό, που σε είχα ρωτήσει κάποτε... για το ποιό είναι το τέλος... το πραγματικό τέλος... το βλέπω καθαρά τώρα. Το νιώθω. Ο θάνατος δεν είναι το τέλος της ανθρώπινης ύπαρξης. Απλά με τον θάνατο το ανθρώπινο πνεύμα φεύγει από αυτόν τον τόπο για να συναντήσει τις συνειδήσεις όλων των άλλων όντων του Κόσμου." "Λατρεμένε..." είπε η Εύα. "Εγώ δεν μπορώ να πεθάνω... οπότε δεν θα σε ξαναδώ ποτέ... δεν θα σε ξανανιώσω ποτέ... τι θα κάνω χωρίς εσένα;" "Φυσικά και θα με ξαναδείς... κάποτε θα ξαναβρεθούμε. Δεν ξέρω πώς, αλλά είμαι σίγουρος ότι θα γίνει. Τίποτα δεν τελειώνει σε έναν κόσμο όπου τα πάντα αρχίζουν. Αλλά και μέχρι να συναντηθούμε, εγώ θα είμαι μαζί σου. Όσος καιρός και να περάσει, θα με νιώθεις να είμαι μαζί σου. Στο υπόσχομαι." Ένιωθε την παγωνιά να τον βυθίζει σιγά σιγά στο πρόσκαιρο σκοτάδι του θανάτου. Είχε έρθει η ώρα. "Θέλω να σε φιλήσω" της είπε σφίγγοντας λίγο παραπάνω το χέρι της και κλείνοντας τα μάτια του. "Για μια τελευταία φορά." Η Εύα έσκυψε πάνω από τα ξερά του χείλη και του έδωσε το βαθύτερο φιλί. Σε μερικά δευτερόλεπτα, και καθώς φιλιόντουσαν ακόμα, η ασταθής του ανάσα σταμάτησε και το χέρι του χαλάρωσε το σφίξιμό του. Ο Ιάσονας ξεψύχησε.

*****

Πολλά χρόνια πέρασαν και στην Αφρική, συγκεκριμένα στην Νιγηρία, μενόταν ακόμα μία εμφύλια διαμάχη. Ανάμεσα στους απεσταλμένους της ανθρωπιστικής βοήθειας ήταν και μια πανώρια γυναίκα, που βοηθούσε με ξεχωριστό ζήλο και αυτοθυσία τους τραυματισμένους και τα θύματα του πολέμου. Μια γυναίκα πανέμορφη, που στην θέα της και μόνο οι πληγέντες ένιωθαν ανακούφιση.
Παλαιότεροι συνάδελφοί της ορκίζονταν πως από τότε που είχε αρχίσει να δουλεύει μαζί τους δεν είχε εμφανίσει την παραμικρή ρυτίδα ή το απειροελάχιστο ψεγάδι στο τέλειο πρόσωπό της, στο θεϊκό κορμί της. Παρ'όλα τα χρόνια που είχαν περάσει και τις κακουχίες των συρράξεων στις οποίες είχαν γίνει μάρτυρες, εκείνη παρέμενε εν τούτοις φρέσκια και δροσερή σαν εικοσάχρονη κοπελίτσα.
Αλλά το βλέμμα της... κανείς δεν μπορούσε να την κοιτάξει κατάματα και να μην χαμηλώσει τα δικά του. Παρ'όλη την απατηλή νεότητά της, μέσα στο βλέμμα της αντικαθρεφτίζονταν βάσανα και συσσωρευμένος πόνος ετών. Αλλά κανείς δεν την ρώτησε ποτέ τί κρύβει το παρελθόν της. Κανείς δεν είχε το κουράγιο.
Κανείς δεν είχε το κουράγιο να ξεψαχνίσει τις πληγές του παρελθόντος της Εύας.
Ακόμα δεν μπορούσε η Εύα να ερμηνεύσει τα τελευταία αινιγματικά λόγια του Ιάσονα. Ήξερε μόνο ότι μέχρι στιγμής είχαν βγει αληθινά. Όχι μόνο το τέλος δεν είχε έρθει, αλλά επιπλέον ένιωθε συνεχώς και παντού την παρουσία του Ιάσονα, να την ακολουθεί, να την κοιτάζει, να στέργει πάνω της όποτε αυτή το είχε ανάγκη. Μετά τον θάνατό του αφιέρωσε την ζωή της στο να βοηθά τους πονεμένους και τα θύματα αυτού του κόσμου - το λιγότερο που μπορούσε να κάνει για τον πλανήτη που κάποτε γέννησε εκείνον που αγάπησε όσο τίποτα άλλο στην ζωή της.
Τόσα χρόνια είχαν περάσει και η αγάπη της για τον Ιάσονα, όπως και ο πόνος και η θλίψη της για τον χαμό του, είχαν παραμείνει φρέσκα και αναλλοίωτα. Και θα παρέμεναν έτσι για πάντα. Για πάντα, μέχρι να τον συναντήσει πάλι. Γιατί όπως όλα τα υπόλοιπα λόγια του επαληθεύτηκαν, ήταν σίγουρη ότι και αυτό θα έβγαινε αληθινό. Κάποτε θα ξαναβρεθούμε, της είχε πει. Και τον πίστευε. Δεν ήξερε πώς, δεν ήξερε γιατί. Αλλά τον πίστευε. Και πίστευε και την καρδιά της, που εναρμονισμένη θαρρείς με την ελπίδα που έδινε η ίδια σε κάθε τραυματισμένο, άρρωστο και πληγωμένο που φρόντιζε, της έλεγε κάθε ώρα, κάθε λεπτό, κάθε στιγμή, το ίδιο πράγμα.
Ότι κάποτε θα τον ξαναέβλεπε.


ΤΕΛΟΣ

Read more...

Η πτώση - μέρος 7

>> 12/11/09

Η Εύα κοιτούσε αχόρταγα τον Ιάσονα καθώς έβγαινε από την θάλασσα. Τα υπέροχα νερά του Ιονίου - είχαν πάει σε μια απόμερη, άδεια από άλλους ανθρώπους παραλία στα βόρεια της Λευκάδας - , τα χρώματα του αυγουστιάτικου δειλινού, η αίσθηση της λεπτής άμμου, όλα δημιουργούσαν ένα ειδυλλιακό κλίμα. Η θέα του βρεγμένου καλοφτιαγμένου κορμιού του, των ανακατεμένων καστανόμαυρων μαλλιών του, των άγριων γενιών του που είχε αφήσει να μακρύνουν κάπως παραπάνω τις τελευταίες μέρες, την γέμιζε αγαλλίαση. Ένιωθε υπέροχα. Δεν ήξερε τί ήταν αυτή η αίσθηση, ήξερε μόνο ότι ο Ιάσονας την ονόμαζε έρωτα. Αυτό ήταν λοιπόν; Αυτό που μοιραζόταν μαζί του; Όσο μαρτύριο, όσο πόνο δοκίμασε κατά την πτώση της, άλλο τόσο ένιωθε να ανακουφίζεται κάθε φορά που κοιτούσε, φιλούσε και ένιωθε τον Ιάσονα. Κατά κάποιον τρόπο αισθανόταν ξανά ολόκληρη. Γεμάτη.
Μετά από εκείνη την φλογερή νύχτα, που ο Ιάσονας - ήταν δυνατόν; - είχε αρνηθεί να ενωθεί μαζί της, χωρίς να της εξηγήσει το γιατί, η Εύα φοβήθηκε μήπως κάτι έχει αλλάξει, μήπως κάτι είχε πάει στραβά. Αλλά τίποτα τέτοιο δεν φαινόταν. Ο Ιάσονας ήταν το ίδιο ερωτευμένος με εκείνη. Μπορούσε να το καταλάβει. Μπορούσε να το δει. Ένα είδος αύρας, ενέργειας, μια μορφή εσωτερικού φωτός πήγαζε από μέσα του, και η Εύα το αντιλαμβανόταν. Μπορούσε ακόμα να δει πιο μακριά και πιο βαθιά από έναν κοινό άνθρωπο και αυτό το πεδίο γύρω από τον Ιάσονα, που δεν ήταν παρά μια απεικόνιση της εσωτερικής του Ροής, της ψυχικής του κατάστασης, που τρικυμίαζε κάθε φορά που ήταν μαζί της, ήταν λαμπερό και έντονο... Η Εύα ήξερε ότι πήγαζε και από την ίδια μια ταυτόσημη αύρα. Ήξερε επίσης ότι, κι αν ακόμα ο Ιάσονας δεν μπορούσε να την δει, όπως εκείνη, μπορούσε να την νιώσει με κάθε του κύτταρο, με κάθε ερέθισμα της μικρής, εύθραστης, εφήμερης, αλλά και τόσο πολύτιμης μέσα στην μοναδικότητά της ανθρώπινης ύπαρξής του. Και αυτό της αρκούσε.
Τί κολοσσιαίο λάθος είχαν διαπράξει. Αυτοί, που όριζαν το Σύμπαν, τον Χρόνο, τον Χώρο. Αυτοί, που νόμιζαν πως μπορούσαν να κάνουν τα Πάντα. Αυτοί, που νόμιζαν πως είναι τα Πάντα. Μόνο τώρα, που κοιτούσε την ζωή από την ανθρώπινη σκοπιά, μπορούσε η Εύα να καταλάβει το θεμελιώδες σφάλμα των Τοποτηρητών. Οι Σπορείς των Κόσμων δεν ήταν τελικά τίποτα άλλο από τύραννοι. Δημιουργούσαν ζωή για έναν και μόνο σκοπό - για να πλουτίσουν την δικιά τους αντίληψη για το Είναι. Κάθε φορά, λειτουργούσαν σαν σταθμοί συγκέντρωσης πληροφοριών, και κάθε φορά τα δημιουργήματά Τους, αμέτρητα όντα όλων των μορφών, σε όλες τις διαστάσεις, σε κάθε ανατάραξη του Ρου του Χρόνου, λειτουργούσαν ως δίαυλοι αναμετάδοσης. Όπως έκαναν και οι άνθρωποι, που κοίταζαν, παρατηρούσαν και μελετούσαν ακόμα και τα πιο απλά όντα που ήταν στην σφαίρα αντίληψής τους, στο γήινο περιβάλλον, γιατί έτσι ήλπιζαν να κατανοήσουν καλύτερα τον πεπερασμένο κόσμο στον οποίο ζούσαν. Έτσι και οι Τοποτηρητές, μάζευαν ερεθίσματα κι εμπειρίες από τον μικρόκοσμο κάθε όντος που δημιουργούσαν, γιατί αν και οι ίδιοι καταλάβαιναν την Φύση σε όλες της τις εκφάνσεις, και υπήρχαν ταυτόχρονα Παντού και Πάντα, δεν μπορούσαν ποτέ να γευτούν μια προσωπική εμπειρία στο επίπεδο ενός μεμονωμένου όντος. Γιατί πολύ απλά δεν είχαν τί να γευτούν. Η απόλυτη αδράνεια, το αβάσταχτο καθήκον να είναι συνεχώς Γνώστες όλων των γενομένων, Τους είχε κουράσει. Τους είχε αηδιάσει. Αλλά και Τους είχε διαφθείρει σε τέτοιο σημείο, Τους είχε κάνει τόσο ματαιόδοξους, που ούτε καν σκέφτηκαν ποτέ να παραχωρήσουν αυτήν την εξουσία. Όση ανία ένιωθαν μέσα στην δυσανάλογη μακαριότητά τους, άλλο τόσο φόβο ένιωθαν μήπως την χάσουν. Αυτό ήταν το τραγικό γνώρισμα της φυλής των Αγγέλων - είχαν καταρρεύσει κάτω από το βάρος της ίδιας Τους της τελειότητας. Κάτι που οι Προηγούμενοι είχαν νιώσει αλλά και ξεπεράσει με επιτυχία, για αυτό άλλωστε και ήταν αρκετά δυνατοί και ώριμοι για να παραχωρήσουν την εξουσία που είχαν στους Αγγέλους και να αναχωρήσουν οι ίδιοι για άλλα επίπεδα συνειδητότητας. Εξουσία που με την σειρά τους οι Προηγούμενοι είχαν πάρει από τους προ - Προηγούμενους και αυτοί από τους προ - προ - Προηγούμενους και ούτω καθ'εξής σε όλο το διαστατικό υφαντό.
Έφτασε κάποια στιγμή που οι αχόρταγοι Τοποτηρητές ένιωσαν νοσταλγία για τις ίδιες τις εμβρυακές μέρες της δικιάς Τους φυλής. Αναπόλησαν τις εποχές που ακόμα δεν είχαν υψωθεί σε αυτό που ήταν τώρα, αλλά που αθώοι και αδέξιοι έκαναν τα πρώτα εξελικτικά Τους βήματα. Γιατί ένιωσαν ξαφνικά τρυφερότητα για εκείνες τις σκοτεινές και άνοες εποχές; Για τον ίδιο λόγο που και οι άνθρωποι όταν ενηλικιώνονται νοσταλγούν τις μέρες της αθώας παιδικής τους ηλικίας. Γιατί καμιά φορά ένας νους γεμάτος γνώση θα ήθελε να ξαναγυρίσει σε καταστάσεις που αυτή η γνώση εξέλειπε και οι έγνοιες δεν τον βασάνιζαν. Δεν μπορούσαν όμως να ξαναγυρίσουν στην πρότερη Τους κατάσταση - δεν ήθελαν να ξαναγυρίσουν. Ήθελαν απλά να ξαναζήσουν κάποιες εμπειρίες. Όπως έκαναν και με κάθε άλλον ον στο Σύμπαν, ήθελαν να αφαιμάξουν αυτά που θα ένιωθε το δημιούργημά Τους. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, δεν μπορούσαν να φτιάξουν από την αρχή την φυλή Τους. Έτσι έφτιαξαν - αναγκαστικά - ένα κακέκτυπο. Τον άνθρωπο. Δεν τον δημιούργησαν μονομιάς, αλλά έδωσαν τα πρώτα ψήγματα της ζωής σε αυτόν τον μικρό πλανήτη που ονομάζεται Γη και τα άφησαν να εξελιχθούν μέχρι τα ανώτερα όντα και, τελικώς, τον άνθρωπο. Ήθελαν να νιώσουν την ικανοποίηση όλης της διαδικασίας της εξέλιξης... άλλωστε μερικά δισεκατομμύρια γήινα χρόνια δεν έκαναν καμία αίσθηση σε Εκείνους. Βέβαια, αυτή η εξέλιξη δεν ήταν ελεύθερη. Αν και οι εντολές των Προηγούμενων ήταν αυστηρές για την διαδικασία της φυσικής επιλογής, οι Τοποτηρητές επενέβαιναν συνεχώς καθ'όλη την πορεία, ώστε αυτό το ον που κάποια στιγμή θα εμφανιζόταν πάνω στην Γη, ο άνθρωπος, να Τους μοιάζει όσο το δυνατόν πιστότερα, έτσι ώστε και Αυτοί να παραλάβουν εμπειρίες που να πλησιάζουν όσο το δυνατόν περισσότερο στις δικές τους που αναπολούσαν.
Αλλά το σφάλμα Τους, το κοσμικό Τους λάθος, δεν ήταν δυνατό να καταπολεμηθεί. Πώς μπορούσαν να βάλουν σε καλούπι την συμπεριφορά μιας άλλης διάνοιας, έστω και τόσο πρωτόγονης σε σχέση με Αυτούς; Πώς μπορούσαν να κατευθύνουν τις πράξεις τους; Και να το κατάφερναν, τι ερεθίσματα μπορούσαν να προσλάβουν; Για τους Τοποτηρητές αξία είχαν μόνο οι αυθεντικές, αυθόρμητες, αυθύπαρκτες εμπειρίες. Νόμιζαν ότι μπορούσαν να τις αναπαραγάγουν ξανά... Λάθος. Η ανθρώπινη φυλή άρχισε να χαράσσει τον δικό της δρόμο. Άρχισε να δημιουργεί το δικό της αποτύπωμα. Μόνο που λόγω της ατελούς, βεβιασμένης από τους Αγγέλους φύσης τους, αμφιταλαντεύονταν πάντα ανάμεσα στην μακαριότητα και την καταστροφή. Όσο μπορούσαν να δίνουν ζωή, άλλο τόσο μπορούσαν να καταστρέψουν τον πλανήτη τους. Όσο ήθελαν να βοηθούν άλλα ανθρώπινα όντα, άλλο τόσο ηδονίζονταν με το να τους προκαλούν πόνο και μαρτύριο. Αντιφάσεις βαθιά ριζωμένες στην ανθρώπινη φύση.
Αλλά και αν όλα τα προηγούμενα ήταν για τους Τοποτηρητές παραδεκτά, στην βουλιμία τους να καπηλευτούν την ανθρώπινη ύπαρξη, υπήρχε κάτι που Τους είχε τρομάξει. Ένα γνώρισμα που δεν το είχαν οι Ίδιοι και δεν το είχαν συναντήσει σε κανένα άλλο ον. Λόγω της εκ φύσεως ατέλειάς του, σε αντίθεση με την πληρότητα της αγγελικής φύσης των Τοποτηρητών, κάθε ανώτερο πλάσμα πάνω στην Γη, με πρωτοστάτη τον άνθρωπο, χωριζόταν σε αρσενικό και θηλυκό. Έτσι το είχαν σχεδιάσει να συμβεί, γιατί δεν μπορούσαν να κάνουν και κάτι καλύτερο. Για όλα τα πλάσματα, ερχόταν κάποια στιγμή που τα δύο αυτά κομμάτια ενώνονταν, σε μια διαδικασία που εξασφάλιζε την δημιουργία απογόνων. Ήταν μια καθαρά ενστικτώδης διεργασία, εμφυτευμένη από Εκείνους, την οποία έπειτα ακολουθούσαν, ανάλογα με το είδος του πλάσματος, άλλες ενστικτώδεις διεργασίες: η μητρική και η πατρική συμπεριφορά, η αναζήτηση τροφής για τους απογόνους κ.ο.κ. Στους ανθρώπους είχαν πάει όλη αυτήν την διαδικασία ένα βήμα παραπέρα, αφού την στιγμή της ανθρώπινης ένωσης, για ένα απειροελάχιστο χρονικό διάστημα, η προσομείωση που επιθυμούσαν οι Τοποτηρητές να πετύχουν για την δική Τους απόλαυση - η προσομείωση της πληρότητας - στεφόταν με επιτυχία. Εδώ θα μπορούσαν τα πράγματα να σταματήσουν... Αλλά η φύση, αυτή η ασταμάτητη Ροή του Είναι, είχε αποφασίσει αλλιώς. Γιατί οι άνθρωποι - ω, τι φρίκη για τους Αγγέλους! - είχαν προχωρήσει κι άλλο. Γιατί πλέον, η ένωση του αρσενικού με το θηλυκό, δεν υπαγορευόταν μόνο από το ένστικτο. Υπαγορευόταν από κάτι που οι Τοποτηρητές οι ίδιοι ούτε είχαν, ούτε θα μπορούσαν να νιώσουν ποτέ. Και αυτό λεγόταν έρωτας και αγάπη. Ο έρωτας, που ήταν πιο φλογερός, σύντομος και ορμητικός, και η αγάπη που ήταν πιο βαθιά, πιο στέρεη και που δεν υπήρχε μόνο στην ένωση των δύο φύλων, αλλά εκφραζόταν πλέον και σε άλλες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης - η γονική αγάπη, η αδελφική αγάπη, η φιλική αγάπη. Πτυχές τις οποίες οι Τοποτηρητές είχαν προγραμματίσει και πάλι βάσει ενστικτωδών διαδικασιών, όπως και για κάθε άλλο γήινο πλάσμα, αλλά που οι άνθρωποι επέμεναν να τις αντιλαμβάνονται βαθύτερα, εντονότερα, με ένα τρόπο που τρόμαζε και γέμιζε φθόνο τους Δημιουργούς των Κόσμων. Γιατί, ακόμα και αν οι Τοποτηρητές ήταν πλήρεις και αδιαίρετες οντότητες, εν τούτοις η ένωση δυο πραγματικά ερωτευμένων και αγαπημένων ανθρώπων ξεπερνούσε στην πληρότητά της την ολότητα που ένιωθαν Εκείνοι. Γιατί μια τέτοια ένωση δεν ήταν πλέον το άθροισμα των δύο μισών. Κόντρα σε κάθε λογική, ήταν κάτι παραπάνω. Οι άνθρωποι το είχαν κάνει να είναι κάτι παραπάνω. Και αυτό το παραπάνω, οδήγησε τους Τοποτηρητές στην απόφαση να καταστρέψουν τους ανθρώπους. Τους δημιουργούσε φόβο, φθόνο και αμφιβολίες, αφού τους έκανε να αναρωτηθούν μήπως αυτό, που λείπει στους ίδιους και κατάφεραν οι άνθρωποι να αναπτύξουν, προκαλέσει την αποκαθήλωσή τους.
Η Εύα, η μοναδική που είχε νοιαστεί, είχε νιώσει ότι αυτό που είχαν καταφέρει οι άνθρωποι δεν απειλούσε το είδος της - μόνη αυτή ανάμεσα στους Άλλους. Απεναντίας, αισθανόταν ευδαιμονία. Αισθανόταν ότι μόνο πλουσιότερο θα γινόταν το Σύμπαν, το ήδη γεμάτο από θαυμαστά όντα. Παρασυρμένη και η ίδια από τους υπόλοιπους ομοίους της, που διαλαλούσαν ότι θα κατέστρεφαν τους ανθρώπους λόγω της αλαζονείας, της αμετροέπειας, της άγριας και πονηρής φύσης τους, προσπάθησε με ειλικρινές ενδιαφέρον να τους διδάξει. Αλλά τώρα κατάλαβε πως είχε κάνει λάθος. Ακόμα και αν οι άνθρωποι συμπεριφερόντουσαν σύμφωνα με τις επιταγές των Τοποτηρητών, που προσπαθούσε να τους μεταφέρει αυτή, η μοίρα τους ήταν ήδη προαποφασισμένη. Γιατί Εκείνοι, πλην της Εύας, θα τους κατέστρεφαν έτσι κι αλλιώς λόγω αυτών που οι άνθρωποι είχαν τολμήσει να αναπτύξουν από μόνοι τους. Την αγάπη και τον έρωτα.
Ο Ιάσονας είχε κάνει λάθος όταν μερικές νύχτες πριν είχε πει στην Εύα ότι πιθανώς αυτά να είχαν εμφυτευτεί στους ανθρώπους από τους Τοποτηρητές. Όχι. Ήταν καθαρά ανθρώπινα - ίσως η ομορφότερη κληρονομιά που θα μπορούσε να αφήσει το ανθρώπινο γένος στην συμπαντική κοινότητα. Μια κληρονομιά όμως που δεν θα αφηνόταν ποτέ.
Όλες αυτές οι σκέψεις πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό της Εύας. Ξαφνικά ένιωσε κάτι. Ένας υποδόριος πόνος, πικρός και ταυτόχρονα γλυκός, της πλάκωσε το στήθος, τα μάγουλα της αναψοκοκκίνισαν και ένιωσε δάκρυα να μαζεύονται στις άκρες των ματιών της. Δεν ήξερε τί ήταν αυτό που είχε πάθει. Ούτε μπορούσε να το εξηγήσει. "Εύα;" της είπε ο Ιάσονας που είχε στο μεταξύ φτάσει στο μέρος που καθόντουσαν. "Κλαις;" την ξαναρώτησε καθώς, χωρίς να σκουπιστεί, ξάπλωσε δίπλα της και την κοίταξε μέσα στα ζαλιστικά της μάτια. "Κλαίω;" του αντιγύρισε εκείνη. "Έτσι λέγεται αυτό; Δεν ξέρω... Σκέφτηκα ότι αισθάνομαι τόσα πολλά και υπέροχα πράγματα ταυτόχρονα, όσα δεν είχα νιώσει ποτέ στην προηγούμενή μου ζωή. Μαντεύω ότι και άλλοι άνθρωποι θα τα έχουν νιώσει ή πιθανώς θα μπορούσαν να τα νιώσουν στο μέλλον... αλλά δεν θα υπάρξει μέλλον. Είναι τόσο κρίμα... και μόνο που το σκέφτομαι, νιώθω μέσα μου... νιώθω..." "Πόνο. Νιώθεις πόνο." της είπε. "Πόνο... ναι... αλλά ένα άλλο είδος πόνου... βαθύτερου από τον σωματικό... Τις προάλλες, είχα αποδεχθεί την καταστροφή, αλλά δεν είχα αντιληφθεί τί ένιωθα για εσένα. Τώρα που ξέρω, που το αισθάνομαι εντονότερα από ποτέ, δεν αντέχω στην σκέψη ότι θα τελειώσει..." Λέγοντας αυτό αναλύθηκε σε δάκρυα. Ο Ιάσονας την αγκάλιασε σφιχτά και ένιωσε το ονειρικό μπρούτζινο κορμί της να συνταράζεται από λυγμούς. "Κι εγώ δεν αντέχω στην σκέψη ότι θα τελειώσει" της είπε χαϊδεύοντάς τα χρυσά της μαλλιά. "Αλλά δεν μπορώ να συνειδητοποιήσω καν τον ερχομό αυτού του τέλος. Ίσως φταίει η ελλειπής ανθρώπινή μου αντίληψη... έτσι κι αλλιώς, από την στιγμή που το τέλος είναι κάτι ξένο για τα δικά μου μέτρα, δεν σκέφτομαι παρά μόνο ένα πράγμα." Την φίλησε απαλά στα μουσκεμένα από τα δάκρυα χείλη της. "Να περάσω αυτόν τον τελευταίο μας καιρό, όσος και να είναι, μαζί σου..." "Ιάσονα" τον διέκοψε τότε εκείνη απότομα. "Γιατί δεν θέλεις να ολοκληρωθεί η ένωσή μας; Γιατί το αποφέυγεις; Σε θέλω απεγνωσμένα... και το θέλω και αυτό όσο τίποτα άλλο." "Κι εγώ το θέλω. Δεν μπορείς να φανταστείς πόσο..." της είπε. "Αλλά μέσα μου αισθάνομαι ότι θα κάνω κάτι ανίερο. Ότι θα σε μαγαρίσω. Εσένα, που είσαι τόσο τέλεια. Βλέπω συνεχώς εφιάλτες, φριχτούς εφιάλτες... φοβάμαι ότι..." Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την φράση του γιατί η Εύα του είχε ήδη ορμήσει και τον φιλούσε βίαια. "Μην φοβάσαι..." του μουρμούρισε ανάμεσα στα φιλιά της. "Δεν γίνεται να διαπράττεις κάτι κακό όταν αυτό είναι το καλύτερο που μπορείς να κάνεις. Βρίσκομαι εδώ μόνο και μόνο επειδή με έσωσες... παραμένω εδώ μόνο και μόνο επειδή σε λατρεύω." Καθ'όλη την διάρκεια ήταν κολλημένη πάνω του. Όλο αυτό ήταν πάρα πολύ για να το αντέξει ο Ιάσονας. Είχε ανάψει τόσο πολύ που πονούσε. Χωρίς δεύτερη σκέψη την γύρισε πάνω στο στρωματάκι που είχαν απλώσει, και ενώ πάντα φιλιόντουσαν, την πλησίασε απαλά - και διαπιστώνοντας ότι ήταν έτοιμη να τον δεχτεί, κινήθηκε σιγανά, προσεκτικά, αλλά και γεμάτος πάθος. Προφανώς ήταν παρθένα και η κίνηση του Ιάσονα της προκάλεσε πόνο - σταμάτησε ξαφνικά να τον φιλάει και έχοντας κλειστά τα μάτια της έβγαλε μια μικρή φωνούλα. Και όμως, τα συσπασμένα αλλά πάντα πανέμορφα χαρακτηριστικά της, έδειχναν ότι απολάμβανε αυτόν τον πόνο περισσότερο από ό,τι είχε απολαύσει μέχρι στιγμής στην σύντομη ζωή της ως άνθρωπος. Ο Ιάσονας ήταν πολύ προσεκτικός και απαλός, αλλά ταυτόχρονα ο ρυθμός του ήταν δυνατός και σιγά σιγά δυνάμωνε περισσότερο, ενώ την ίδια στιγμή την φιλούσε και την χάιδευε παντού. Ο αρχικός πόνος της Εύας είχε περάσει και τώρα είχε χαθεί σε έναν ωκεανό ηδονής. Τυλιγόταν όλο και περισσότερο γύρω του, σε μια προσπάθεια να τον νιώσει όσο το δυνατόν εντονότερα. Η ανάσα της έκαιγε στον λαιμό του και είχε μπήξει ασυναίσθητα τα νύχια της στην πλάτη του - είχε αρχίσει να τον γρατζουνάει άσχημα, αλλά αυτό ίσα ίσα τον άναβε περισσότερο. Ξαφνικά η αναπνοή της άρχισε να γίνεται κοφτή και βογγητά που όλο δυνάμωναν άρχισαν να της ξεφεύγουν. Είναι δυνατόν; πρόλαβε να σκεφτεί ο Ιάσονας. Τόσο γρήγορα; Και όμως δεν υπήρχε αμφιβολία. Κόλλησε ακόμα περισσότερο πάνω του, έγινε σχεδόν ένα μαζί του και σε ανύποπτη στιγμή τρομεροί σπασμοί άρχισαν να διαπερνούν το κορμί της. Άρχισε ξαφνικά να φωνάζει και να δακρύζει,  να τρέμει ανεξέλεγκτα, να ζαλίζεται, να χτυπιέται χωρίς όμως να ξεκολλάει από το κορμί του, να γρατζουνάει βαθιά. Είχε τον πρώτο της οργασμό. Έναν βαθύ, μακρόσυρτο, απίστευτα δυνατό οργασμό, που διαπέρασε όλο της το κορμί σαν απανωτές ηλεκτρικές εκκενώσεις και της έφερε τάσεις λιποθυμίας. Ο Ιάσονας δεν άντεξε και με το που άρχισαν οι συσπάσεις της άφησε και αυτός τον εαυτό του ελεύθερο. Είχε και αυτός έναν τρομερό οργασμό. Φώναξε με όλη του την δύναμη, χωρίς όμως να σκεπάσει την φωνή της Εύας. Όταν σταμάτησαν και οι δικοί του σπασμοί, την δάγκωσε απαλά στον λαιμό και αυτή, έχοντας συνέλθει κάπως, του το ανταπέδωσε με ένα βαθύ, πολύ βαθύ φιλί. "Είδες;" του ψιθύρισε έπειτα τρυφερά. "Όλες οι φοβίες σου, όλα αυτά που σε τρόμαζαν, όλα αυτά που σε βασάνισαν στους εφιάλτες σου και στην δοκιμασία σου στο Τείχος της Θολούρας, όταν επισκέφτηκες μέσω εμού τον κόσμο μου, ήταν απλά εμφυτευμένες δικλείδες για να μην έρθουν ποτέ τα είδη μας σε επαφή. Τώρα όμως είμαι άνθρωπος, είμαι γυναίκα, και μπορώ να ενωθώ μαζί σου..." "Φοβόμουν για εσένα. Μην σου κάνω κακό" της είπε. "Το ξέρω. Και αυτό απέδειξε πόσο νοιάζεσαι για μένα, όπως κι εγώ για σένα..." "Πιστεύω πως δεν τίθεται θέμα απόδειξης... Αυτό που νιώθουμε φαίνεται. Δεν χρειάζεται να αποδειχθεί ούτε να λεχθεί." απάντησε ο Ιάσονας και της χαμογέλασε γλυκά. Η Εύα με μια έκφραση λατρείας τον φίλησε παθιασμένα. Δεν ήταν πλέον απλός έρωτας αυτό που ένιωθε. Τον αγαπούσε. Τόσο πολύ, που ούτε η ίδια μπορούσε να διανοηθεί πόσο.
Την νύχτα που ακολούθησε ο Ιάσονας δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Κάθε φορά έκαναν κάτι καινούριο και διαφορετικό. Κάθε φορά οι φωνές της Εύας γέμιζαν την έρημη παραλία.
Το επόμενο πρωί, όχι πολύ νωρίς, ξεκίνησαν το ταξίδι της επιστροφής. Πέρασαν την υποθαλάσσια σήραγγα κοντά στο Άκτιο και μπήκαν στον νομό Πρεβέζης, με σκοπό να συναντήσουν την Εθνική Οδό. Ο Ιάσονας είχε ένα μόνο μέλημα: να επιστρέψει στην Θεσσαλονίκη, να αποχαιρετήσει την μητέρα του και τους λίγους καλούς του συγγενείς και φίλους κι έπειτα, με το πρόσχημα ενός επαγγελματικού ταξιδιού στην Ιταλία, να φύγει για πάντα μαζί με την Εύα. Ήθελε όσο καιρό τους απόμενε μέχρι το τέλος του κόσμου, ώρες, μέρες, μήνες, όσος και να ήταν, να τον περνούσε μαζί της και μόνο. Ήθελε να προλάβει να ζήσει μαζί της όσες περισσότερες εμπειρίες μπορούσε. Ξαφνικά έσκασε ένα γελάκι.
"Γιατί γελάς;" τον ρώτησε χαμογελώντας πονηρά η Εύα. Ήταν τόσο χαρούμενη, τόσο ευτυχισμένη, που θαρρείς πως έλαμπε. "Ξέρεις" της είπε "έχω μεγάλα σχέδια για το μέλλον." Το είπε αυτό σαρκάζοντας στην προοπτική του αναπόφευκτου τέλους. "Αυτή η εκδρομή ήταν μόνο η αρχή. Θέλω να σε πάω να γνωρίσεις όσα το δυνατόν περισσότερα μέρη της Γης. Μέρη που ούτε κι εγώ έχω πάει. Θέλω να περάσουμε λίγο καιρό σε καθένα από αυτά και να ζήσουμε ό,τι ξεχωριστό έχει να μας προσφέρει. Τα χρήματα και τα άλλα ανόητα - για εσένα - διαδικαστικά θέματα δεν χρειάζεται να μας απασχολούν. Θα τα φέρουμε βόλτα... Αλλά αν επιμένεις να φέρνεις αντιρρήσεις σε ό,τι σου λέω, το βλέπω δύσκολο να πάμε οπουδήποτε!" "Χα!" έκανε η Εύα. "Αν λες για το συμβάν με αυτά που λέτε ρούχα, πρέπει να παραδεχτείς ότι είναι όντως παράξενο που οι άνθρωποι τα φοράνε ακόμα και όταν δεν τίθεται ζήτημα προστασίας από το κρύο ή τις ακτίνες του ηλίου. Να, όπως τώρα για παράδειγμα!" είπε, δείχνοντας ταυτόχρονα το παρεό και το μπικίνι που την είχε αναγκάσει ο Ιάσονας να φορέσει. "Σου έχω εξηγήσει κάποια πράγματα" της είπε υπομονετικά. "Υπάρχουν κάποια θέματα που στην κοινωνία των ανθρώπων θεωρούνται ανάρμοστα και ταμπού. Όχι ότι συμφωνώ με την άποψη αυτή. Απλά, ακόμα κι εσύ, που δεν νιώθεις κρύο, που δεν αρρωσταίνεις, θα πρέπει να φοράς κάτι που θα κρύβει έστω και στο ελάχιστο κάποια μέρη του κορμιού σου. Για να μην έχουμε μπλεξίματα, όχι τίποτα άλλο. Όταν υπάρχει περίπτωση να σε δουν άλλοι άνθρωποι, πρέπει να φοράς κάτι." "Όταν υπάρχει περίπτωση να με δουν, ε;" είπε η Εύα και αμέσως έβγαλε το κάτω μέρος από το μαγιώ της. "Ορίστε. Πιστεύω ότι κανείς, ενόσω οδηγείς, δεν πρόκειται να με δει εκεί." Ο Ιάσονας ξεροκατάπιε. Η αντίδρασή του ήταν άμεση και η Εύα το παρατήρησε. "Απεναντίας, κάποιος άλλος το βλέπει και μάλλον του αρέσει πάρα πολύ..." είπε και έσκυψε προς το μέρος του, φιλώντας τον στον λαιμό και χαϊδεύοντάς τον. Ο Ιάσονας άρχισε να χάνεται στα καυτά της χάδια όταν παρατήρησε ότι πήγαιναν να πεταχτούν από τον δρόμο κι έκανε μια απότομη τιμονιά. "Βρε!" της φώναξε. Η Εύα αποτραβήχτηκε στην θέση της γελώντας. Ήταν φανερό ότι δεν μπορούσε να καταλάβει την έννοια της θνητότητας, τουλάχιστον όχι ακόμα. Μια ενδεχόμενη τράκα ή έξοδος από τον δρόμο μπορεί να σήμαινε για αυτήν τραύματα, σοβαρά ή μη, ιάσιμα πάντως μόλις την έβλεπε απευθείας το φως του ήλιου - για εκείνον όμως μπορεί να σήμαινε θάνατο. Ετοιμάστηκε να την κατσαδιάσει, αλλά μόλις είδε ότι τον κοιτούσε γεμάτη λατρεία, γελώντας ακόμα, σαν κοριτσάκι, του έφυγε ο θυμός και άρχισε να γελάει και ο ίδιος. Θα της εξηγήσω άλλη φορά το πόσο εύθραυστο είναι το ανθρώπινο σώμα, σκέφτηκε. Τώρα δεν είναι της παρούσης.
Απεναντίας όμως, το ζήτημα ότι δεν φορούσε τίποτα από την μέση και κάτω και τον εμπόδιζε να συγκεντρωθεί στην οδήγηση, ήταν της παρούσης. Προσπαθώντας να παραμείνει νηφάλιος, την ρώτησε κάτι άσχετο. "Αλήθεια", της είπε, "όταν σε είχα πρωτοβρεί και σε είχα αφήσει στο σπίτι για να ανακτήσεις τις αισθήσεις σου, είχα πάει να βρω έναν φίλο μου στην Τριανδρία. Στον δρόμο για εκεί με είχε κοιτάξει ένα μωρό, με έναν έντονο τρόπο που δεν μου είχε αρέσει. Ξέρεις μήπως γιατί;" "Ναι", είπε η Εύα, "ήταν η αύρα μου." "Η αύρα σου;" "Ακριβώς. Όταν με είχες περιμαζέψει, το ενεργειακό αποτύπωμα της προηγούμενής μου ύπαρξης ήταν ακόμα πολύ δυνατό κι ένα μέρος του είχε εντυπωθεί και πάνω σου. Τα μωρά, λόγω της πρωτογενούς λειτουργίας του μυαλού τους, είναι πιο δεκτικά σε τέτοιου είδους ερεθίσματα. Καθώς ενηλικιώνεται ένας άνθρωπος, αυτή η ικανότητα φθίνει και αντικαθίσταται από άλλες, όπως την λογική επεξεργασία των προσλαμβανομένων ερεθισμάτων, τα οποία είναι μικρότερου εύρους, αλλά μεγαλύτερης έντασης από αυτά που αντιλαμβάνονται τα νεογνά. Στην προκείμενη περίπτωση, εκείνο το μωρό είδε δίπλα σου μια φασματική προβολή μου." "Τι εννοείς; Ότι είδε κάτι σαν το φάντασμά σου;" "Κάπως έτσι" του εξήγησε. "Οπότε, φαντάζομαι ότι ανάλογα φαινόμενα συμβαίνουν όταν κάποιος λέει ότι είδε ένα φάντασμα ή τον φύλακα άγγελό του" είπε ο Ιάσονας. "Περίπου, αλλά όχι ακριβώς" απάντησε η Εύα. "Σε αυτές τις περιπτώσεις συμβαίνει απλά μια τυχαία αναδίπλωση, μια ανωμαλία στο χωροχρονικό συνεχές που αντιλαμβάνονται οι άνθρωποι  και στιγμιαία γίνεται ορατή η φασματική προβολή κάποιου Τοποτηρητή. Αυτή είναι συνήθως πιο έντονη και μπορεί να την αντιληφθεί και κάποιος ενήλικας. Αλλά στην δικιά μου περίπτωση, η προβολή αυτή δεν ήταν παρά ένα αχνό κατάλοιπο λόγω της πτώσης μου. Άμα κοιτούσε ένα μωρό τώρα, που το κατάλοιπο αυτό έχει ξεθυμάνει τελείως, δεν θα έβλεπε τίποτα το παραπάνω από όσα βλέπεις εσύ". "Μάλιστα..." αναστέναξε ο Ιάσονας. "Να υποθέσω ότι κάτι παρόμοιο έκανες και με εμένα; Όταν ταξίδεψα μαζί σου στον κόσμο σου;" "Ναι... αλλά ακόμα και η προβολή σου ήταν δύσκολο να περάσει από τα κοσμικά φράγματα που είχαν στηθεί, όπως το Όριο της Ασάφειας." Ο Ιάσονας ανατρίχιασε όταν του θύμισε το μαρτύριό του. Ή το μαρτύριο της προβολής του. Δεν είχε σημασία. "Πρέπει να καταλάβεις ότι οι Τοποτηρητές δεν αντιλαμβάνονται μονοδιάστατα ούτε τον χρόνο, ούτε τον χώρο. Βλέπουν παντού και ταυτόχρονα υπαρκτά όντα καθώς και τις άπειρες προβολές τους. Εσύ δεν ήσουν παρά μια τέτοια προβολή. Και το ότι ήρθες από το μέλλον - αυτό που ήταν για εσένα το μέλλον, μια και για την ανθρώπινη αντίληψη η πτώση μου είχε ήδη συμβεί - δεν είχε για Εκείνους κανένα νόημα, αφού το γεγονός αυτό συνέβαινε εκείνη την ώρα, αλλά ταυτόχρονα είχε ήδη συμβεί και θα συνέβαινε και στο - μονοδιάστατο - μέλλον." Ο Ιάσονας τα έχασε με αυτό το τελευταίο. "Μην προβληματίζεσαι πολύ" τον καθησύχασε η Εύα. "Η ανθρώπινη αντίληψη σαφώς και δεν μπορεί να καταλάβει εκείνη των Τοποτηρητών. Πλέον δεν μπορώ ούτε κι εγώ, και αυτό που σου είπα μόλις τώρα δεν πλησιάζει παρά στο ελάχιστο την πραγματικότητα. Απλά προσπάθησα να εξηγήσω τα ανεξήγητα..." "Οι Άγγελοι δεν μου έδωσαν καν σημασία, ακόμα και όταν πλησίασα στον τόπο της Κρίσης σου. Πώς κι έτσι;" την ρώτησε πάλι. "Α, αυτό είναι απλό. Δεν Τους ένοιαζε." "Τι εννοείς;" απόρησε ο Ιάσονας. "Εσύ βλέπεις όλους τους μικροοργανισμούς που υπάρχουν μέσα στο αμάξι;" του είπε η Εύα. "Όχι βέβαια" της απάντησε. "Ακριβώς. Είναι ασήμαντοι για εσένα. Έτσι συμβαίνει και με τους Τοποτηρητές, με την διαφορά ότι αυτοί βλέπουν ταυτόχρονα όλα τα πράγματα και τις προβολές τους, ενώ το ανθρώπινο μάτι δεν μπορεί να δει τους μικροοργανισμούς. Αλλά και που τα βλέπουν, Τους φαίνονται εξίσου αδιάφορα." Ο Ιάσονας ξεροκατάπιε. Πράγματι, τί ενδιαφέρον μπορούσε να παρουσιάσει αυτός, ένας ασήμαντος άνθρωπος, για Εκείνους που είχαν την δυνατότητα να δημιουργούν και να γκρεμίζουν κόσμους;
"Εσύ όμως δεν είσαι ασήμαντος" του είπε η Εύα μαντεύοντας την σκέψη του. "Είσαι σημαντικός για εμένα. Είσαι ό,τι σημαντικότερο είχα ποτέ." Ο Ιάσονας κράτησε το τιμόνι με το ένα χέρι και χάιδεψε με την ανάστροφη του χεριού του το υπέροχο πρόσωπό της. Στην ευθεία, έσκυψε ξαφνικά και της έσκασε ένα κλεφτό φιλί. Είδε ότι πλησιάζουν σε ένα πρατήριο και της είπε "βάλε λίγο το μαγιώ σου γιατί θέλω να σταματήσω για βενζίνη." Με ένα πονηρό χαμόγελο η Εύα έκανε ό,τι της είπε. Στο πρατήριο σταμάτησε, έδωσε το αντίστοιχο αντίτιμο στον υπάλληλο, λέγοντάς του παράλληλα το είδος της βενζίνης που ήθελε να του βάλει κι έπειτα βγήκε έξω από το αμάξι για να ξεμουδιάσει. Τεντώθηκε λίγο και το βλέμμα του σταμάτησε μπροστά, στην συνέχεια του δρόμου.
Ούτε αυτός, ούτε η Εύα ήξεραν ότι στο τέλος αυτού του δρόμου τους περίμενε η μοίρα τους.

Είχαν περιπλακεί άσχημα τα πράγματα. Υποτίθεται ότι θα ήταν μια σύντομη και καθαρή δουλειά, χωρίς μάρτυρες. Αλλά κάποιος τους είχε προλάβει. Φτάνοντας στη Ουρανούπολη παρατήρησαν τον αναβρασμό που κυριαρχούσε στην μικρή πόλη. Δεν άργησαν να πληροφορηθούν αυτό που είχε συμβεί: διπλή ανθρωποκτονία στην μονή Σταυρονίκητα. Ο ένας ήταν κάποιος ερημίτης μοναχός ονόματι Ιωάννης... ο άλλος ήταν ο ίδιος ο Ηγούμενος. Τα ακριβή αίτια των θανάτων δεν είχαν γίνει ακόμα γνωστά, και η τοπική αστυνομική αρχή δεν είχε σκοπό να τα βγάλει σύντομα στην δημοσιότητα. Ωστόσο, από πληροφορίες που είχαν διαρρεύσει, ο χώρος και η στάση των πτωμάτων που βρέθηκαν συνέκλιναν στην εκδοχή αμοιβαίας αλληλοεξόντωσης. Ενδεχομένως κάποιες προσωπικές διαφορές ή ίσως κάποια περαστική τρέλα στα γέρικα μυαλά των μοναχών... Τουλάχιστον, αυτό πίστευε ο κόσμος. Κι όμως, οι δύο απεσταλμένοι του Πατριάρχη ήξεραν ότι κάτι άλλο πρέπει να συνέβαινε. Τόσο ο Ηγούμενος όσο και ο άλλος, ο γέροντας Ιωάννης, ήταν μέλη της Αδελφότητας... και ποτέ στο παρελθόν δεν είχε ξανασυμβεί αλληλοσκοτωμός μελών μέσα στους κόλπους της. Τί είχε συμβεί στην πραγματικότητα;
Ήξεραν ότι έπρεπε να διαπιστώσουν ιδίοις όμμασι αν όντως οι νεκροί ήταν αυτοί που λέγονταν ότι είναι. Όμως λόγω των πρόσφατων γεγονότων η είσοδος στο μοναστήρι ήταν απαγορευμένη από τις Αρχές. Κι ενώ προσπαθούσαν να σκεφτούν τί να κάνουν, τους ήρθε μια απόρρητη κλήση στο κινητό τηλέφωνο του Μάρκοβιτς. Ήταν από τον Πατριάρχη.
"Μάρκοβιτς εδώ" είπε, απαντώντας στην κλήση. Τα έντονα, γωνιώδη χαρακτηριστικά του ήταν τελείως ατάραχα, αλλά ο ίδιος είχε κυριευτεί από αμφιβολίες... το ίδιο και ο συνεργάτης του. "Μίροσλαβ, τώρα φαντάζομαι ότι βρίσκεστε ήδη στο Άγιο Όρος. Όπως επίσης φαντάζομαι ότι μάθατε τί συνέβη" είπε ο Πατριάρχης. "Μάλιστα κύριε. Τώρα εξετάζαμε πιθανούς τρόπους εξακρίβωσης των στοιχείων των νεκρών." "Δεν χρειάζεται" απάντησε απότομα ο Πατριάρχης. "Άλλα μέλη της Αδελφότητάς μας, διασκορπισμένα στα γύρω μοναστήρια, επιβεβαίωσαν την ταυτότητά τους." "Ώστε αλληλοσκοτώθηκαν;" ρώτησε ο Μάρκοβιτς. "Όχι, όχι" βιάστηκε να απαντήσει ο Πατριάρχης, προσπαθώντας να δώσει σιγουριά στην φωνή του. Προφανώς είχε κρατήσει κρυφό το ότι είχε βάλει ο ίδιος τον Ηγούμενο να δολοφονήσει τον γέροντα Ιωάννη. Όπως προσπαθούσε να κρατήσει κρυφό και το γεγονός ότι είχε τρομοκρατηθεί από αυτήν την αναπάντεχη τροπή. Υπήρχε κάποιος μυστηριώδης δολοφόνος. Ένας εκδικητής. Κάποιος που ήξερε ποιόν, πού και πότε να χτυπήσει. Η πιθανότητα να είχε σκοτώσει τον Ηγούμενο ο γέροντας είχε από την αρχή αποκλειστεί. Πώς ένας σχεδόν εκατοχρονίτης γέρος έσπρωξε έναν νεότερό του και οπλισμένο άντρα τόσο δυνατά, ώστε ο άλλος έσπασε τον αυχένα του κατά την πτώση του στον τοίχο; Ήταν αδιανόητο. Και όντως, νέες εξελίξεις συνηγορούσαν προς τον ολοκληρωτικό αποκλεισμό αυτής της πιθανότητας. Τις εξελίξεις αυτές γνωστοποίησε ο Πατριάρχης στον Μάρκοβιτς. "Με τις διασυνδέσεις μου και με την βοήθεια των υπόλοιπων  Αδελφών, έμαθα ότι την προηγούμενη από την ημέρα του φονικού, ένας και μόνο επισκέπτης εισήλθε στο Άγιο Όρος, και μάλιστα πέρασε το βράδυ του στην μονή Σταυρονίκητα. Το επόμενο πρωί, λίγο μετά την ώρα του Όρθρου, βγήκε από το μοναστήρι κάτω από την μύτη των ασκητών και μετά κατευθύνθηκε ταχύτατα προς την Ουρανούπολη, από όπου και έφυγε εσπευσμένα. Πέρασαν αρκετές ώρες μέχρι να αντιληφθούν οι μοναχοί τί είχε συμβεί και ακόμα περισσότερες μέχρι να διασταυρωθούν τα στοιχεία του επισκέπτη με εκείνα που είχε η εκδούσα αρχή εισόδου στο Άγιο Όρος στις Καρυές. Λέγεται Μιχάλης Κοτσαγιάννης και δήλωσε ότι μένει στην Θεσσαλονίκη, στην Τριανδρία." Ο Πατριάρχης σταμάτησε για να καθαρίσει τον λαιμό του. Έπειτα συνέχισε "δεν μπορεί να είναι σύμπτωση. Ο δολοφόνος είτε είναι συνεννοημένος με τους δύο άλλους στόχους σας... είτε τους κυνηγάει και αυτός. Μίροσλαβ, άκουσε με. Οι τοπικές αστυνομικές αρχές είναι πολύ βραδυκίνητες για να σας ανησυχήσουν, αλλά δεν μπορείτε να ποντάρετε στις πιθανότητες. Πρέπει να τον βρείτε πρώτοι εσείς. Οπωσδήποτε. Το πιθανότερο είναι ότι αυτός θα προσπαθήσει να έρθει σε επαφή με τους άλλους δύο, αλλά δεν μπορούμε να διακινδυνεύσουμε στην περίπτωση που δεν είναι μια συνεννοημένη ομάδα, αλλά αποτελούν και γι'αυτόν στόχους. Φύγετε αμέσως για την Θεσσαλονίκη και φτάνοντας προς την Τριανδρία, χωριστείτε. Ο ένας θα πάει στο σπίτι των δύο, ο άλλος στο σπίτι  αυτού. Προσοχή... όλες του οι κινήσεις δείχνουν είτε ότι ήταν μια εξαιρετικά μεθοδευμένη δολοφονία,  σχεδιασμένη και εκπονημένη από επαγγελματία, είτε ότι ήταν πάρα πολύ τυχερός. Προσωπικά κλίνω προς το πρώτο... Να έχετε τα μάτια σας ανοιχτά. Οδηγάει ένα μαύρο Astra και σε λίγο θα λάβεις και σε MMS μια φωτογραφία του. Μένει στην οδό..." συνέχισε ο Πατριάρχης. Σε μισή ώρα από τότε, οι δύο απεσταλμένοι ήταν ήδη στον δρόμο για την Θεσσαλονίκη και ο Μάρκοβιτς ενημέρωνε τον Βερεκίδη. "Όλα αυτά δεν βγάζουν νόημα" διαμαρτυρήθηκε ο δεύτερος. "Αναρωτιέμαι μήπως είναι κάποιου είδους παγίδα. Μήπως μας την έχουν στημένη." "Εγώ πάλι όχι" απάντησε ο Μάρκοβιτς. "Θα πάμε να κάνουμε την δουλειά μας χωρίς άλλες καθυστερήσεις. Αυτό μου είπε και ο Πατριάρχης: μην το σκέφτεστε. Κάντε το." Ο Βερεκίδης υποχώρησε. Και όλο και πλησίαζαν προς την Θεσσαλονίκη.

Υπάρχει τελικά μοίρα; Και αν υπάρχει, μπορεί κάποιος να ακούσει το κάλεσμά της έγκαιρα, ώστε να μπορέσει να προετοιμαστεί για αυτό που αναμένεται να έρθει; Ακόμα δεν έχει βρεθεί απάντηση σε αυτό το ερώτημα. Και είναι πιθανόν να μην βρεθεί ποτέ. Γιατί είτε κάποιος πιστεύει στο ριζικό, στο προκαθορισμένο των γεγονότων, είτε θεωρεί ότι τίποτα δεν υπακούει σε κάποιον νομοτελειακό κανόνα, υπάρχει περίπτωση να του συμβεί κάτι που θα ανατρέψει τις αντιλήψεις του, που θα καταρρίψει τα πιστεύω του.
Αλλά και αν δεν υπάρχει αυτό που λέγεται ειμαρμένη, είναι σίγουρο ότι καμιά φορά η τύχη παίζει παράξενα παιχνίδια. Παιχνίδια που μπορεί να καταλήξουν σε ευτυχία... ή που μπορούν να αποβούν θανάσιμα.
Αφού πέρασε μια νύχτα τύψεων, ταλαιπωρίας, οδύνης, ο Μιχάλης σηκώθηκε από το κρεβάτι του πιο άδειος από ποτέ. Ήξερε ότι αργά ή γρήγορα θα τον ανακάλυπταν. Αλλά γυρνώντας εσπευσμένα από την χερσόνησο του Άθω, αισθάνθηκε τόσο τρομακτικά κουρασμένος που σχεδόν αυτόματα έπεσε στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί. Ήταν ένας ύπνος άρρωστος, χωρίς όνειρα, μόνο με μια αντανάκλαση κενού να ίπταται πάνω από τις σκιές του υποσυνείδητού του. Ωστόσο, όταν ξύπνησε, δεν είχε χάσει την αποφασιστικότητά του. Αυτό που είχε αποφασίσει να κάνει, θα το έκανε. Για τον φίλο του.
Πάνω από το ηλεκτρικό τζάκι του ήταν στερεωμένο το παλιό κυνηγετικό τουφέκι του πατέρα του - το χρησιμοποιούσε όταν μια στο τόσο επισκεπτόταν τον γιο του και ανέβαιναν μαζί για κυνήγι λαγού στον Χορτιάτη. Για να μπορέσει να κυνηγάει και ο ίδιος, είχε βγάλει και ο Μιχάλης άδεια κυνηγετική και οπλοκατοχής... όχι ότι τώρα τον ένοιαζε στο ελάχιστο. Το πήρε, πήγε στο τελευταίο συρτάρι ψηλά πάνω από τον πάγκο της κουζίνας και το γέμισε με τα σκάγια που ήταν φυλαγμένα εκεί. Ύστερα κατέβηκε φουριόζος στο αμάξι του.
Δεν ήξερε από πού να αρχίσει, για αυτό και αποφάσισε να πάει εξαρχής από το σπίτι του Ιάσονα. Ένιωθε  πως ενδεχομένως θα αντίκριζε κάτι αποτρόπαιο, κάτι ανάλογο με την προηγούμενη φορά που είχε πάει εκεί... ή μπορεί και κάτι ακόμα χειρότερο. Το δίχως άλλο όμως θα πήγαινε.
Και, είτε λόγω μοίρας, είτε λόγω τύχης, τα πράγματα εξελίχθηκαν όπως εξελίχθηκαν.
Στο δρόμο για το σπίτι του Ιάσονα διασταυρώθηκε με τους απεσταλμένους του Πατριάρχη. Με τους εκτελεστές του. Και αυτοί τον είδαν. Το μαύρο Astra. Το πρόσωπο, ίδιο με την φωτογραφία στο κινητό. Έριξαν μια κλεφτή ματιά στο αντίθετο ρεύμα. Δεν μπορούσαν να κάνουν επιτόπια στροφή χωρίς να προκαλέσουν μακελειό. Θα έστριβαν όμως στην κοντινότερη έξοδο και θα ακολουθούσαν τον δρόμο που είχε πάρει το αμάξι του Μιχάλη. Όπως περίμεναν, ήταν η ανηφόρα για την μεζονέτα που είχαν και οι ίδιοι εντολή να πάνε.
Φτάνοντας στην είσοδο του σπιτιού, ο Μιχάλης πρόσεξε ότι το αμάξι του Ιάσονα ήταν εκεί. Και όχι μόνο αυτό... κοιτούσε και δεν πίστευε στα μάτια του. Μέσα στο Golf ήταν ο Ιάσονας... και εκείνη. Μόλις είχαν επιστρέψει. Και φιλιόντουσαν. Δεν είναι δυνατόν... δεν είναι δυνατόν, σκέφτηκε. Εγώ ερχόμουν για να τον σώσω... για να κάνω αυτή να πληρώσει... και τώρα τους βλέπω μαζί. Μαζί. Και εξαιτίας τους έχει πεθάνει ένας από τους αγαπημένους μου ανθρώπους κι εγώ είμαι πλέον καταζητούμενος για τον φόνο του. Όχι... όχι... με κορόιδεψαν... με εξαπάτησαν. Θα το πληρώσουν και οι δύο.
Φρέναρε απότομα, κατέβηκε θολωμένος από το αμάξι και κατευθύνθηκε τυφλά προς τον Ιάσονα και την Εύα, την στιγμή ακριβώς που έβγαιναν από το Golf. Στο χέρι του ήταν το όπλο, γεμάτο και έτοιμο. Βλέποντάς τον ξαφνικά μπροστά του ο Ιάσονας, είχε σαν αρχική αντίδραση την έκπληξη. Στο δευτερόλεπτο όμως, πρόσεξε και το όπλο στα χέρια του. Και τότε παρατήρησε και το παρανοϊκό του βλέμμα. Την λύσσα του. "Μιχάλη; Τι συμβαίνει; Τι το θέλεις αυτό το όπλο;" είπε και ασυναίσθητα έσφιξε το χέρι της Εύας. Εκείνη δεν αντέδρασε, διαισθανόμενη ότι κάτι φριχτό ήταν έτοιμο να συμβεί. "Με κατέστρεψες" απάντησε ο Μιχάλης. "Μου κατέστρεψες την ζωή. Εσύ και αυτή η πουτάνα!" ούρλιαξε. "Γιατί μου το κάνατε αυτό; Γιατί; Τι σας έφταιξα;" είπε και σήκωσε το όπλο του σημαδεύοντας τον Ιάσονα. Εκείνος, που είχε λουστεί σε κρύο ιδρώτα, ρώτησε "τι; Τι σου κάναμε; Μα τί είναι αυτά που λες;" "Βούλωσ'το μαλάκα! Τι μου κάνατε; Εσύ μου είχες πει να έρθω εκείνο το γαμημένο απόγευμα στο σπίτι σου. Τότε, που σας βρήκα εδώ, στον πάνω όροφο, να κάνετε ό,τι κάνατε, να είστε όπως ήσασταν. Εξαιτίας σου πήγα στο Άγιο Όρος! Για να σώσω εσένα! Εξαιτίας σου έγινε ό,τι έγινε! Και εξαιτίας της! Δεν έχω πλέον τίποτα άλλο μέσα μου. Είμαι κενός. Δεν με νοιάζει τίποτα άλλο, παρά μόνο αυτό - να πληρώσετε!" "Σταμάτα! Σταμάτα!" ούρλιαξε ο Ιάσονας. "Έχεις τρελαθεί τελείως! Κανείς δεν είπε ότι κινδύνευα! Και δεν ήθελα να σε φέρω εδώ για να σε παγιδέψω - για ποιό λόγο να το κάνω αυτό; Ήθελα να σε φέρω για να δεις! Και ούτε που αντιλήφθηκα ότι τελικά είχες έρθει! Κανείς δεν σε υποχρέωσε να πας στο Άγιο Όρος, που ούτε ξέρω τί έγινε εκεί, και κανείς δεν σε παρέσυρε να κάνεις κάτι! Ούτε εγώ, ούτε η Εύα, κατάλαβες; Κανείς!" φώναξε απεγνωσμένα. "Τέρμα τα λόγια" είπε ψυχρά ο Μιχάλης. Και πίεσε την σκανδάλη.
Όλα έγιναν σε μια στιγμή. Με το που είδε το δάχτυλο του Μιχάλη να κινείται, η Εύα ξέφυγε από το πιάσιμο του Ιάσονα και πετάχτηκε μπροστά του. Η βολή την πέτυχε κατάστηθα και την πέταξε πίσω, μπροστά από το υπόστεγο του γκαράζ. Σωριάστηκε εκεί, σφαδάζοντας.
Ο Ιάσονας δεν πρόλαβε να αντιληφθεί τί έγινε κι ενστικτωδώς όρμησε στον Μιχάλη, που είχε σαστίσει στιγμιαία από την κίνηση της Εύας. Έπεσε με δύναμη και οργή πάνω του, ρίχνοντας το τουφέκι του χάμω και δίνοντάς του μια δυνατή γονατιά στην κοιλιά. Ο Μιχάλης συνήλθε γρήγορα και τον χτύπησε ξερά στο σαγόνι. Χάνοντας την ισορροπία του, ο Ιάσονας παρέσυρε και τον Μιχάλη και τον έριξε βαριά κάτω. Άρχισαν τότε να κυλιούνται στο χώμα και να παλεύουν σαν αγρίμια.
Η Εύα δεν μπορούσε να αναπνεύσει. Μια παγωνιά είχε αρχίσει να απλώνεται από το στήθος της σε όλο της το σώμα. Πλέον δεν ένιωθε πόνο, μόνο ασφυξία και πνιγμό από το αίμα που είχε πλημμυρίσει τον φάρυγγά της και γινόταν όλο και πιο πηχτό. Η όρασή της είχε αρχίσει να θολώνει, τα περιγράμματα των αντικειμένων να ξεθωριάζουν. Το μούδιασμα είχε φτάσει ως τα δάχτυλα των ποδιών της. Τον ένιωθε. Ένιωθε τον θάνατο να πλησιάζει. Ένιωθε το πανέμορφο, εύθραυστο ανθρώπινο σώμα της να  βαρυγκομεί, ένιωθε την ζωή να την εγκαταλείπει. Αλλά την τελευταία, την ύστατη στιγμή, κάτι άλλαξε. Ξαφνικά, όλα άρχισαν να ξαναγίνονται καθαρά. Ο πόνος επέστρεψε προς στιγμή, και μαζί του μια διαύγεια σε όλα τα ερεθίσματα που δεχόταν ο οργανισμός της από τον περιβάλλοντα χώρο. Η παγωνιά και το μούδιασμα άρχισαν να περνούν, η ασφυξία και το πνίξιμο να καταλαγιάζουν. Η όρασή της ξεθόλωσε και μαζί και όλες οι υπόλοιπες αισθήσεις της. Όλο της το είναι, όλη της η ύπαρξη άρχισε να ξανασφύζει από ζωή. Κοίταξε το στέρνο της και είδε ότι η τεράστια πληγή από τον πυροβολισμό άρχισε να κλείνει. Σε λίγο είχε εξαφανιστεί τελείως, μην αφήνοντας καν μια ουλή. Τα σκάγια του όπλου είχαν ξεπεταχτεί από τα σπλάχνα της και κείτονταν ματωμένα και παραμορφωμένα πάνω στο υπέροχο στήθος της. Είχε πέσει σε ένα μέρος που λουζόταν στο φως του ήλιου.
Ανακάθησε με κόπο και τότε είδε τον Ιάσονα και τον Μιχάλη να έχουν αφήσει πίσω τους κάθε ίχνος ανθρωπιάς, βγάζοντας τα κατώτερά τους ένστικτα στην επιφάνεια, και να παλεύουν μέχρι θανάτου. Ήθελε να τους σταματήσει, να μπει ανάμεσά τους, να τους χωρίσει... όταν πρόσεξε ένα ακόμα αμάξι να σταματάει από πίσω τους. Από μέσα βγήκαν δύο άντρες οπλισμένοι με περίστροφα εξοπλισμένα με σιγαστήρα.
Εκείνη την στιγμή ο Μιχάλης είχε γυρίσει από κάτω του τον Ιάσονα και προσπαθούσε να τον πνίξει. Ο Ιάσονας δεν φαινόταν να έχει καμιά ελπίδα, έχοντας όλο το βάρος του γεροδεμένου κορμιού του Μιχάλη από πάνω του. "Σκότωσέ τον, Κοσμά!" ακούστηκε μια φωνή. "Σκότωσέ τον! Χρειάζομαστε και τον άντρα και την γυναίκα, και ο δολοφόνος θα μας στερήσει εκείνον! ΣΚΟΤΩΣΕ ΤΟΝ!"
Και τότε συνέβη.
Μέσα στην παραζάλη της μάχης και του πρωτόγονου μίσους τους, τα δύο αγρίμια δεν αντιλήφθηκαν την παρουσία των εκτελεστών του Πατριάρχη. Ο Ιάσονας, σε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να ξεφύγει από την θανατερή λαβή του Μιχάλη, του έριξε μια τρομερή γροθιά στα νεφρά. Η αναπνοή του Μιχάλη κόπηκε στιγμιαία, τα χέρια του χαλάρωσαν και ο Ιάσονας βρήκε την ευκαιρία να ελευθερωθεί. Του έριξε μια αγκωνιά στο πρόσωπο και γλιστρώντας τον από δίπλα του, ανασηκώθηκε στον αγκώνα του και όρμησε αυτός από πάνω του.
Εκείνη την στιγμή ένα περίστροφο εκπυσοκρότησε. Δύο φορές.
Και η Εύα, από την θέση που ήταν, ανήμπορη να αντιδράσει, όντας απλός θεατής στα γεγονότα που εξελίχθηκαν αστραπιαία μπροστά στα μάτια της, τόσο κοντά και όμως τόσο μακριά, είδε ξαφνικά το κορμί του Ιάσονα να κλονίζεται και να αναταράσσεται. Είδε το αίμα του να τινάζεται. Είδε δύο σφαίρες, που δεν προορίζονταν για αυτόν, να διαπερνούν πέρα ως πέρα το στήθος και την κοιλιά του. Είδε το ταλαιπωρημένο του σώμα να πέφτει προς τα πίσω, αφήνοντας αιμάτινα ρυάκια στην τροχιά της πτώσης του. Είδε το πρόσωπό του να χτυπάει με δύναμη το χώμα που είχε λεκιαστεί από το ίδιο του το αίμα.
Είδε τον Ιάσονα να σωριάζεται νεκρός.

Το επόμενο μέρος της Πτώσης, το μέρος 8, είναι και το τελευταίο. Εκεί κλείνει αυτό το διήγημα και τελειώνει μια προσπάθεια που ξεκίνησε εδώ και αρκετούς μήνες. Θα αναρτηθεί σε post σύντομα.

Read more...

Η πτώση - μέρος 6

>> 6/10/09

Ήταν φθινόπωρο του '20 και ένα παλικαράκι από τα Γρεβενά γυρνούσε στο σπίτι του μετά το σχολείο. Ήταν κουρεμένο γουλί - υπήρχε τεράστιο πρόβλημα με τις ψείρες - και δεν φορούσε παπούτσια στα πόδια του. Τα είχε περιτυλίξει μόνο με κάτι κουρέλια που είχε βρει πίσω από το μικρό κλωστοϋφαντουργείο κοντά στο σπίτι του. Η οικογένειά του ήταν πολύ φτωχή και ο πατέρας του πάλευε να θρέψει αυτόν και τις δύο αδελφές του δουλεύοντας στον φούρνο του κυρ Βασίλη στην πλατεία Αιμιλιανού. Αν μη τι άλλο, είχαν σχεδόν πάντα κάτι για να βάλουν στο στόμα τους... Αλλά παρ'όλο που δεν πεινούσαν, τους τσάκιζε το κρύο και η υγρασία. Η ρημαγμένη τρώγλη στην οποία ζούσαν δεν τους παρείχε καμία προστασία. Το κρύο γινόταν σε αυτές τις περιοχές τσουχτερό ήδη από τα μέσα του Οκτώβρη... τέτοια ήταν και η εποχή που γεννήθηκε ο μικρός Δημήτρης. Τέτοια ήταν και η εποχή που πέθανε και η μητέρα του, εξασθενημένη από την λωχεία, αφήνοντας τον πατέρα του μόνο.
Ο μπαρμπαΚυριάκος  το έφερνε πάντα βαρέως που έχασε έτσι την γυναίκα του και συνεχώς κατηγορούσε τον γιο του για αυτό. Τον ξυλοφόρτωνε συχνά και θα προτιμούσε να είχε πεθάνει εκείνος παρά η κυρία Μέλπω... Κατά βάθος και ο ίδιος ο Δημητράκης κατηγορούσε τον εαυτό του και ένιωθε ένα βάρος, μια μάζα από τύψεις να του πλακώνει το στήθος - ένα βάρος που δεν του έφυγε ποτέ.
Γυρνώντας πέρασε από τον καφενέ. Εκεί μέσα βρήκε τον δάσκαλό του, τον παπαΒαγγέλη. Ο Δημητράκης πάντα απορούσε με την ταχύτητα που ο παπαΒαγγέλης έφευγε κάθε μεσημέρι από το σχολείο μετά το μάθημα, ώστε με το που ο μικρός έφτανε στην στροφή του χωματόδρομου για το σπίτι του, ο πάτερ κατέβαζε ήδη τσίπουρα με τους θαμώνες και γελούσε τρανταχτά. Το αγόρι τον συμπαθούσε πολύ, αν και καμιά φορά τους τις έβρεχε όταν χάζευαν. Και είχε στενοχωρηθεί όταν έμαθε ότι θα φύγει σύντομα για τα Τρίκαλα μαζί με την παπαδιά - το ίδιο και οι θαμώνες. Ήταν σπουδαίος σύντροφος στο πιοτό.
Το βράδυ γύρισε ο πατέρας του. Είχε αργήσει πολύ - η δουλειά του τελείωνε γύρω στις πέντε το απόγευμα - αλλά η ανάσα του που βρωμοκοπούσε οινόπνευμα δεν άφηνε αμφιβολίες για το τί τον είχε καθυστερήσει. Μπαίνοντας τρικλίζοντας μες στο σπίτι, το βλέμμα του έπεσε στον μικρό που καθόταν στην γωνιά του ντιβανιού, προσπαθώντας να ζεσταθεί. Τα μάτια του τότε θόλωσαν. "Γιατί δεν κοιμάσαι, χαμένο; Πάλι θα πρέπει να σε τραβολογάω αύριο για να ξυπνήσεις και να πας να ξεστραβωθείς στο σχολείο;" του πέταξε. "Δεν μπορώ να κοιμηθώ πατέρα. Κρυώνω πολύ...." Η κουβέντα αυτή είχε άμεση επίδραση στον μεθυσμένο άντρα. "Κρυώνεις; Τι εννοείς δηλαδή; Ότι δεν κάνω τα πάντα για να σας ζεστάνω; Για να σας φροντίσω; Κάθε μέρα σπάω την πλάτη μου φουρνίζοντας και ξεφουρνίζοντας, για να φέρνω σε εσένα και τις αδελφές σου ένα κομμάτι ψωμί που εγώ δεν προλαβαίνω να φάω και για να βάλω κάτι στην άκρη να αγοράσω καυσόξυλα! Δεν σου φτάνει αυτό, ε; Δεν σου φτάνει μπάσταρδο; Για αυτό δηλαδή σκότωσες και την μάνα σου; Για να βασανίζεις εμένα και μετά να λες ότι δεν αρκούν αυτά που σας προσφέρω;" "Μα πατέρα, όχι, εγώ δεν είπα κάτι τέτοιο, με... " "Βούλωσ'το!" του έφτυσε τότε ο πατέρας του κι έπιασε το κνούτο που είχε ακουμπησμένο δίπλα στο σβηστό τζάκι και που χρησιμοποιούσε παλαιότερα για να συνεφέρνει ένα γαϊδουράκι που είχαν. Βλέποντας αυτήν την κίνηση ο μικρός έτρεξε να φύγει, αλλά με δύο δρασκελιές ο πατέρας του τον πρόλαβε κι άρχισε να τον σαπίζει στο ξύλο. Οι αδελφές του ξύπνησαν από την φασαρία και τα κλάματά του αλλά δεν αντέδρασαν καθόλου - ήξεραν ότι δεν μπορούσαν να τα βάλουν με τον πατέρα τους. Πάνω στην ώρα που ο μπαρμπαΚυριάκος είχε κουραστεί να δίνει βουρδουλιές και άρχιζε τις κλωτσιές, μια ξαφνική και παγερή ριπή ανέμου άνοιξε την ρημαγμένη πόρτα. Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια ο μικρός τινάχτηκε και βγήκε τρέχοντας, ξυπόλητος, έξω στον δρόμο. Έφυγε - και δεν έριξε ματιά πίσω του. Ούτε ο πατέρας του, ούτε οι αδελφές του τον αναζήτησαν ποτέ.
Με τα μάτια βουρκωμένα και την πλάτη χαρακωμένη ο Δημήτρης πήγε στο μοναδικό μέρος που ήξερε ότι σίγουρα θα τον καλοδεχτούν - στο σπίτι του παπαΒαγγέλη. Χτύπησε πολλές φορές την πόρτα και όταν ο δάσκαλός του την άνοιξε αγουροξυπνημένος, σωριάστηκε στα χέρια του. Ο παπάς τον στύλωσε στα πόδια του ταραγμένος και πάνω που ετοιμάστηκε να ρωτήσει τί του συνέβη, παρατήρησε τις πληγές στο κορμί του αγοριού και κατάλαβε. Στην γειτονιά συζητιόταν το μίσος που έτρεφε για τον μικρό ο πατέρας του, αν και ο παπαΒαγγέλης ποτέ δεν ήθελε να δίνει βάση στα κουτσομπολιά. Τον πήρε μέσα και φώναξε στην γυναίκα του να φροντίσει τις πληγές του. Τότε άκουσε τον Δημητράκη να κλαίει σιγανά. "Άκουσέ με παιδί μου" του είπε. "Με ειδοποίησαν πως ο καινούριος δάσκαλος φτάνει τα ξημερώματα κι έτσι εγώ και η κυρά σκεφτόμασταν να φύγουμε από αύριο για Τρίκαλα. Θα έρθεις μαζί μας. Η κόρη μου μένει εκεί και μαζί της θα σε φροντίσουμε." Ο Δημητράκης κοίταξε τον ιερέα γεμάτος ευγνωμοσύνη και ένας νέος λυγμός τον συντάραξε. "Δεν έφταιγα εγώ... δεν έφταιγα εγώ για την μητέρα..." είπε ανάμεσα στα αναφιλητά του. Ο παπαΒαγγέλης τον κοίταξε γεμάτος συμπόνοια. "Σε πιστεύω" του είπε. "Σε πιστεύω".
Βλέποντας τον νέο άντρα να τον κοιτάζει ικετευτικά, περιμένοντας να ακούσει μια κουβέντα αποδοχής, μια λέξη που θα τον ανακούφιζε από το βάρος που κουβαλούσε, ο γέροντας Ιωάννης επανέλαβε τα λόγια που είχε ο ίδιος ακούσει εκείνη την παγωμένη νύχτα σχεδόν ογδόντα χρόνια πριν. "Σε πιστεύω." Και το εννοούσε. Ήξερε ότι αυτός ο νέος δεν θα του έλεγε ποτέ ψέματα.
Στο άκουσμα αυτής της φράσης ο Μιχάλης ένιωσε ανακούφιση. Οι συσπασμένοι μύες του προσώπου του χαλάρωσαν. "Γέροντα, αυτό που είδα με σόκαρε βαθύτατα. Πλην εσού, δεν το έχω πει σε κανέναν - ούτε καν στους γονείς μου και την Λίζα. Αυτό που είδα, αυτό που ένιωσα, είναι ίσως μια καινούρια εμφάνιση του Θεού, πιο εκθαμβωτική από τους τρεις αγγέλους του Μωυσή, πιο έντονη από την Καιόμενη Βάτο και σίγουρα πιο αληθινή από οποιοδήποτε 'θαύμα' διατυμπανίζουν τόσοι και τόσοι τσαρλατάνοι στις μέρες μας." Αναστέναξε βαθιά και συνέχισε. "Αλλά από την άλλη... Ο Θεός μας έχει ήδη ενσαρκωθεί και φανερωθεί στους ανθρώπους. Ο Υιός του Ανθρώπου ήταν η μέγιστη και καθαρότερη φανέρωσή Του. Γιατί τώρα επανεμφανίστηκε έτσι; Και γιατί προκάλεσε τέτοιες τερατογενείς μεταλλάξεις στον φίλο μου;" Μια φρικτή σκέψη πέρασε τότε σαν αστραπή από το μυαλό του. "Γέροντα, λες να ήταν ένας από τους Εκπεσόντες; Κάποιο δαιμόνιο ή ακόμα και ο ίδιος ο Σατανάς;" "Δεν ξέρω τέκνο μου" απάντησε η σκυφτή μορφή. "Αύριο θα πάμε να μιλήσουμε στον Ηγούμενο. Γνωρίζει πολλά πράγματα και ίσως μας διαφωτίσει. Στο μεταξύ καλύτερα να ξεκουραστείς - κοντεύει πλέον το βράδυ και είσαι κατάκοπος. Έλα, πάμε στο μοναστήρι να σου βρω ένα μέρος να ξαπλώσεις." Κάπως απογοητευμένος από την μυστηριώδη απάντηση του γέρου αλλά παραδεχόμενος την κούρασή του, ο Μιχάλης τον ακολούθησε.
Αργότερα την ίδια νύχτα και λίγο πριν τον Όρθρο, ενώ ο Μιχάλης κοιμόταν σε ένα απλό κρεβάτι στον ξενώνα της μονής, στον πρόναο συναντιόντουσαν δυο μαυροντυμένες μορφές. "Γιατί ήθελες να με δεις τέτοια ώρα, γέροντα Ιωάννη; Και γιατί εδώ; Μπορούσες να με συναντήσεις στο κελί μου ή στο γραφείο της μονής." ρώτησε ο ψηλότερος και νεότερος από τους δύο. "Ήταν πολύ σημαντικό, Ηγούμενε, και δεν ήθελα να κινηθεί καμία υποψία στους αδελφούς" απάντησε ο άλλος με σφυριχτή φωνή. "Ηγούμενε, Εκείνη εμφανίστηκε. Και από ότι κατάλαβα, έχει πάρει μόνιμη ανθρώπινη μορφή." Στο άκουσμα αυτής της φράσης, ο Ηγούμενος χλώμιασε. Το δέρμα του έγινε τόσο άσπρο όσο η γενειάδα του γέροντα Ιωάννη. "Είσαι σίγουρος; Πότε έγινε αυτό;" "Πριν από δύο μέρες. Η εμφάνισή Της, αυτά που προκάλεσε γύρω Της... όλα συμφωνούν με τις Κρυφές Γραφές. Ηγούμενε, πρέπει να πάμε και να Την συναντήσουμε. Πρέπει να πάμε και να Την ακούσουμε, να ακούσουμε την ομιλία του πραγματικού Θεού. Είναι το πιο σημαντικό πράγμα που έχει τύχει στην Εκκλησία μας και ίσως στην Ιστορία του ανθρώπου. Εκείνη, ο αληθινός Θεός, να έχει ενανθρωπιστεί και να έχει έρθει σε τέτοια μορφή συγχώνευσης με έναν άλλον άνθρωπο... Ακόμα και αυτό σημαίνει κάτι. Μπορεί αυτός ο άνθρωπος, ο Ιάσονας, να είναι ο νέος Μεσσί..." "Φτάνει" τον διέκοψε ο άλλος. "Δεν είναι τόσο απλά τα πράγματα. Δεν μπορούμε να ενεργούμε διασπαστικά για την Εκκλησία μας. Πόσο μάλλον αν δεν έχουμε δει οι ίδιοι κάτι. Πρέπει πρώτα να συμβουλευτούμε την κεφαλή μας και αφού βρούμε κάτι πιστευτό να πούμε σε αυτόν τον νεαρό, τον Μιχάλη, να πάμε έπειτα και να εξακριβώσουμε οι ίδιοι τι συμβαίνει." "Μα Ηγούμενε..." "Αρκετά, γέροντα Ιωάννη. Ο Όρθρος πλησιάζει. Προσευχήσου, διαλογίσου και άσε εμένα να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα. Θα σε ειδοποιήσω αμέσως μόλις έχουμε κάποια εξέλιξη".
Λίγο αργότερα, ένα τηλέφωνο χτύπησε στην Κωνσταντινούπολη. Ένα λιπόσαρκο χέρι σήκωσε το ακουστικό. "Εμπρός". Η βαθιά φωνή του Οικουμενικού Πατριάρχη γέμισε την λεπτοστολισμένη με ξύλινα τεχνουργήματα αίθουσα. "Πάτερ, καλημέρα. Είμαι ο Ηγούμενος Θεοδόσιος." "Καλημέρα Ηγούμενε. Περίεργη ώρα διάλεξες να τηλεφωνήσεις, λίγο πριν τον Όρθρο. Τι θα ήθελες;"  τον ρώτησε με την έντονα πολίτικη προφορά του. Χωρίς να χρονοτριβεί, ο Ηγούμενος του είπε τα πάντα - η αγωνία στην φωνή του ήταν έκδηλη. Αφού τελείωσε την διήγησή του, πέρασαν αρκετά δευτερόλεπτα σιωπής. Πάνω που ο Θεοδόσιος άρχισε να αναρωτιέται αν ο Πατριάρχης ήταν ακόμα εκεί, μια βαθιά ανάσα διέκοψε την αναμονή του. "Η Εκκλησία μας είναι σαν ένας οργανισμός. Ο οργανισμός μπορεί να νοσήσει και να πεθάνει. Και η νόσος του μπορεί να προκύψει είτε από εξωτερικούς μολυσματικούς παράγοντες... είτε εκ των έσω. Όπως ο καρκίνος για παράδειγμα." Έκανε μια παύση κι έπειτα συνέχισε. "Εδώ και αιώνες η Αδελφότητά μας κρατούσε την Αλήθεια σαν επτασφράγιστο μυστικό. Και γιατί αυτό; Γιατί δεν θέλαμε, πάνω στην προσπάθειά μας να διαφωτίσουμε τον κόσμο, να γίνουμε ο καρκίνος που θα κατέστρεφε την ίδια μας την Εκκλησία. Ο χριστιανικός κόσμος είναι ήδη διαιρεμένος μετά το Σχίσμα και τις δεκάδες αιρέσεις, σέχτες και φράξιες που έχουν δημιουργηθεί. Φαντάζεσαι ξαφνικά να βγάζαμε στην φόρα την πραγματική Αλήθεια, ταράζοντας συθέμελα την ίδια την βάση αυτής που είναι κοινά αποδεκτή ως η πίστη μας; Θα γινόταν χαμός. Θα ενεργούσαμε πραγματικά σαν καρκίνωμα και θα απλώναμε την διχόνοια σε όλο τον Ορθόδοξο κόσμο. Αλλά το χάος δεν θα σταματούσε εκεί. Τα νέα θα μαθεύονταν σε χρόνο μηδέν και στις χώρες άλλων χριστιανικών δογμάτων και τα διασκορπισμένα σε όλο τον κόσμο μέλη της Αδελφότητάς μας θα πάθαιναν παροξυσμό προσπαθώντας να ελέγξουν τις εξελίξεις. Και, το χειρότερο, όταν γινόταν γνωστό ότι όλες οι μεγάλες θρησκείες των εθνών, συμπεριλαμβανομένης και της δικής μας, έχουν κοινή βάση - Εκείνη - , θα πυροδοτούνταν τρομερές διαμάχες και ενδεχομένως και συρράξεις. Το παγκόσμιο δίκτυο των θρησκειών θα κατέρρεε, βυθίζοντας τον κόσμο στο πνευματικό σκοτάδι και ενδεχομένως οπλίζοντάς τον με μένος ενάντια στους κάθε λογής αντιπροσώπους του κλήρου - οι περισσότεροι από τους οποίους δεν καν είναι κοινωνοί της πραγματικής Αλήθειας, όπως τα μέλη της Αδελφότητάς μας, αλλά εξίσου αδαείς με τον οποιοδήποτε κοσμικό. Όχι Ηγούμενε" είπε καθώς του τελείωνε η ανάσα "δεν πρέπει να επιτρέψουμε στους εαυτούς μας να προκαλέσουν την μεγαλύτερη καταστροφή στην θρησκευτική Ιστορία. Ο ίδιος ο Κύριός μας, οξυδερκής καθώς ήταν και μπροστά από την εποχή Του, επέλεξε να παραλλάξει την διδασκαλία Εκείνης, κάνοντάς την πιο προσιτή στην ανθρώπινη λογική, μπολιάζοντας την με στοιχεία της ήδη υπάρχουσας θρησκευτικής αντίληψης της περιοχής που είχε γεννηθεί. Ο Ιησούς κράτησε το πανανθρώπινο μήνυμα των Λόγων Της, αλλά το διοχέτευσε μεθοδικά και με τρόπο τέτοιο ώστε να εξασφαλιστεί η συνέχεια και η διάδοσή του σε όλους τους ανθρώπους ανά τους αιώνες. Η συνειδητή παραποίηση της διδασκαλίας Της σε ορισμένα σημεία και η τοποθέτηση του Εαυτού Του στην κορυφή του κινήματος που ξεκινούσε, ήταν μέρη αυτού του σχεδίου. Το επόμενο στάδιο ήταν να συναντήσει κατ'ιδίαν όλους τους άλλους κοινωνούς της Αλήθειας ανά τον κόσμο. Αν και διασκορπισμένοι και όντες ακόλουθοι ή δημιουργοί, όπως ο ίδιος, διαφορετικών θρησκευτικών ρευμάτων, συγκροτημένα βάσει μιας παρόμοιας με την δικιά Του λογικής ή καθαρά για λόγους προσωπικής φιλοδοξίας, ο Ιησούς πίστευε ότι θα μπορούσε να φτιάξει μαζί τους μια παγκόσμια κοινότητα Κηδεμόνων, οι οποίοι θα κατηύθυναν την εξέλιξη του ανθρώπινου πνεύματος ώσπου να ωριμάσουν αρκετά τα πράγματα - τόσο, ώστε εκείνοι, ή οι συνεχιστές τους, να τραβήξουν το πέπλο που οι ίδιοι θα είχαν δημιουργήσει και να φανερώσουν σε όλους τους ανθρώπους την Αλήθεια. Αλλά δεν πρόλαβε να πραγματοποιήσει τα μεγαλεπίβολα σχέδιά Του. Κάποιοι κοντόφθαλμοι τον δολοφόνησαν, πάνω στην αγωνία τους μην χάσουν τα πρωτεία της καθοδήγησης και χειραγώγησης ενός έθνους. Ο Ιησούς όμως το είχε προβλέψει και αυτό - σαν δικλείδα ασφαλείας, είχε καταγράψει ο ίδιος τις εμπειρίες Του όταν τον συνάντησε Εκείνη, καθώς και το πλήρες ανόθευτο περιεχόμενο των Λόγων της. Στην συνέχεια ταξίδεψε και μάζεψε γύρω του ένα πανεθνικό επιτελείο από σοφούς και διανοητές της εποχής, τους δίδαξε την πραγματική Αλήθεια και δημιούργησε την πρώτη Αδελφότητα. 'Επειτα επέστρεψε μαζί τους στην γεννέτειρά του την Γαλιλαία, όπου έξυπνα μεταμφιέστηκαν, έκρυψαν τις ταυτότητές τους και περνούσαν για βοσκοί, ψαράδες ή τελώνες. Όταν μετά από λίγο καιρό συνέβη το χειρότερο και ο Ιησούς πέθανε μαρτυρικά, οι μαθητές του, προετοιμασμένοι για αυτό το ενδεχόμενο, ακολούθησαν κατά γράμμα τις οδηγίες που τους είχε αφήσει. Έκλεψαν κι έκρυψαν το πτώμα Του και στην συνέχεια οικοδόμησαν τις βάσεις της χριστιανικής πίστης, ταξιδεύοντας και διαδίδοντας τις παραλλαγμένες διδαχές Του, με Εκείνον στο επίκεντρο. Τα υποτιθέμενα θαύματα και η Ανάστασή Του, ο τρόπος ζωής που πρότεινε, οι φιλάνθρωπες απόψεις του, το όραμά του για μια παγκόσμια κοινωνία πνευματικής ευδαιμονίας, για τα οποία έλεγαν, ήταν όλα μέρος του σχεδίου της προετοιμασίας του ανθρώπινου γένους ώστε κάποια στιγμή, μετά από ζυμώσεις ετών ή αιώνων και αφού ο άνθρωπος φτάσει σε ένα υψηλό διανοητικό, πνευματικό και κοινωνικό επίπεδο, να του αποκαλυφθεί η συμπαντική Αλήθεια που Εκείνη είχε διδάξει στον Ιησού και μερικούς άλλους φωτισμένους κατά την διάρκεια της ανθρώπινης ιστορίας".
"Πάτερ, δεν καταλαβαίνω γιατί μου τα λες όλα αυτά. Τα γνωρίζω ήδη. Τα πραγματικά γεγονότα των απαρχών της διάδοσης του Χριστιανισμού είναι κάτι που μαθαίνουμε στα πρώτα στάδια της μύησής μας στην Αδελφότητα" είπε ο Ηγούμενος. "Στα λέω, Θεοδόσιε, για να σου δώσω να καταλάβεις το σημαντικότερο. Όλα αυτά ήταν το σχέδιο του Ιησού. Αλλά εμείς δεν είμαστε ο Ιησούς. Ούτε και οι μαθητές του ήταν ο Ιησούς. Κανείς εκτός από Εκείνον δεν θα μπορούσε να φέρει σε πέρας ένα τόσο σύνθετο σχέδιο. Κανείς δεν ήταν τόσο ικανός, τόσο ευφυής, τόσο οξυδερκής, τόσο οραματιστής... και τόσο αλαζόνας, ώστε να πετύχει. Οι μαθητές του κατέβαλλαν φιλότιμες προσπάθειες, αλλά το μόνο που κατάφεραν τελικά ήταν να διαδώσουν μια ξεθυμασμένη εκδοχή των διδαχών Του, αφού σιγά σιγά άρχισαν να τις παραλλάσσουν περαιτέρω και αυτοί, κατά πώς τους βόλευε. Πέτυχαν βέβαια την διάδοση και την γιγάντωση του Χριστιανισμού, ακόμα και μέσα από τους διωγμούς και τα βασανιστήρια των πρώτων αιώνων. Ήταν όμως ένα κίνημα βασισμένο σε σαθρά θεμέλια και για αυτό κατέληξε να είναι αυτό που είναι σήμερα - ένα πολυάνθρωπο μεν, αλλά θλιβερό συνοθύλευμα αντιμαχόμενων δογμάτων, η ιστορία του οποίου είναι γεμάτη από καταπίεση, αίμα, πολέμους και σκοταδισμό. Το μόνο ουσιαστικό που κατάφεραν οι μαθητές του ήταν να διαλέξουν κάποιους ανθρώπους ανώτερης αντίληψης για να συνεχίσουν την Αδελφότητα, πράγμα που έγινε ως τις μέρες μας." Τώρα η φωνή του έγινε βραχνή. "Το ότι κι εμείς ακολουθούμε όλο αυτό το ανούσιο τυπικό είναι γιατί, μετά από αιώνες παράδοσης, το να το αποτινάξουμε θα ήταν μια ενέργεια που μόνο μεγαλύτερο κακό θα δημιουργούσε. Ο άνθρωπος διανύει την σκοτεινότερη εποχή του. Οι εξελίξεις στην τεχνολογία και τις επιστήμες δρομολογούνται από προσωπικά οφέλη και χρησιμοποιούνται για την καταδυνάστευση του απλού κόσμου και όχι για την φυσική και πνευματική ανύψωσή του. Πού είναι η ενοποίηση όλων των θρησκειών του κόσμου - θρησκειών που έχουν έτσι κι αλλιώς κοινή βάση Εκείνη - σε έναν πανανθρώπινο οργανισμό που θα παρέχει πνευματική παιδεία, που οραματίστηκε ο Ιησούς; Μήπως το πέτυχαν οι συνεχιστές του; Μήπως το πέτυχε κανένας εκπρόσωπος κάποιας άλλης θρησκείας; Όχι! Κανείς! Δεν το πέτυχε κανείς! Μήπως θεωρείς ότι μπορούμε να το πετύχουμε εσύ ή εγώ;" Η αναπάντεχη αυτή ερώτηση έκανε τον Ηγούμενο να ξεροκαταπιεί. "Όχι Πατριάρχα. Δεν νομίζω ότι μπορούμε" απάντησε. "Ακριβώς. Σωστά νομίζεις." του ανταπάντησε. "Το μόνο που μπορούσαμε να κάνουμε μέχρι στιγμής ήταν να παρακολουθούμε και να διατηρούμε την μνήμη των αληθινών γεγονότων ζωντανή. Τώρα όμως που ήρθε Εκείνη ξανά ανάμεσά μας... τώρα ίσως αλλάξουν τα πάντα. Αλλά πρέπει να έρθουμε εμείς πρώτα σε επαφή μαζί Της, καταλαβαίνεις; Δεν πρέπει να αφήσουμε κανέναν και να διαδώσει κάτι σχετικά με Αυτήν πρωτού την συναντήσουμε. Δεν μπορούμε να ρισκάρουμε να πυροδοτήσουμε μια κατάσταση που μετά δεν θα μπορούμε να ελέγξουμε. Ξέρεις λοιπόν τί πρέπει να κάνεις ώσπου να να Την συναντήσω εγώ ο ίδιος - πράγμα που θα γίνει πολύ σύντομα." Ο Ηγούμενος έπιασε το μέτωπό του - κρύος ιδρώτας τον είχε περιλούσει. "Ναι. Ξέρω. Να εξαφανίσω τους μάρτυρες." "Ακριβώς" του αποκρίθηκε ο Πατριάρχης. "Κάν'το γρήγορα και αθόρυβα, τώρα που οι μοναχοί είναι απασχολημένοι με την ακολουθία του Όρθρου".
Ο γέροντας Ιωάννης είχε βρει πολύ ύποπτη την στάση του Ηγούμενου. Τόσους αιώνες περίμεναν για αυτήν την στιγμή και τώρα που του είπε αυτό το εκπληκτικό νέο, εκείνος συμπεριφέρθηκε λες και ειπώθηκε κάτι άνευ σημασίας! Τόσα χρόνια κατήχησης, μετά την φυγή του από τα Γρεβενά, και τώρα που έφτασε κοντά στην εκπλήρωση της πνευματικής του αποστολής, παίρνονται τα γεγονότα τόσο αψήφιστα; Κάτι δεν παέι καλά εδώ, σκέφτηκε ο γέρος. Με περιέργεια που δεν άρμοζε στην ασκητική του ιδιότητα, ακολούθησε στα κρυφά τον Ηγούμενο μετά την συνάντησή τους, πριν το κεντρικό κλίτος του ναού γεμίσει από δεόμενους μοναχούς. Όταν εκείνος μπήκε στο γραφείο του και έκλεισε δυνατά πίσω του την βαριά ξύλινη πόρτα με τους μαντεμένιους μεντεσέδες, ο Ιωάννης έσκυψε από έξω και έστησε αυτί. Δεν κατάλαβε πολλά από την συζήτηση, αλλά άκουσε την τελευταία φράση καθαρά - ο Ηγούμενος πάνω στην ταραχή του είχε υψώσει την φωνή του παραπάνω από όσο έπρεπε. Είχε πει ότι θα εξαφάνιζε τους μάρτυρες. Μήπως εννοούσε ότι...; Όχι, αδύνατον, σκέφτηκε ο γέροντας. Δεν μπορεί να εννοούσε ότι θα σκότωνε τον Μιχάλη και τον ίδιο;
Εκείνη την στιγμή η πόρτα έτριξε και ο σκυφτός γέρος χώθηκε στην σκιά ενός πεσσού και κρύφτηκε. Ο Ηγούμενος βγήκε έξω από το γραφείο και όπως γύρισε για να κλείσει την πόρτα, κάτι γυάλισε στο χέρι του πριν το κρύψει βιαστικά μέσα στις πτυχές του ράσου του. Αυτή η σύντομη στιγμή ήταν αρκετή για να δει ο Ιωάννης ότι ήταν ένα στιλέτο. Με το που έκλεισε την πόρτα, ο Ηγούμενος άνοιξε το βήμα του για τους ξενώνες - οι οποίοι ήταν άδειοι από επισκέπτες, εκτός από τον Μιχάλη. Ο γέροντας τον ακολούθησε σιωπηλά. Ο Ηγούμενος έφτασε στο δωμάτιο του Μιχάλη, έσπρωξε σιγά σιγά την παμπάλαια θύρα και διαπίστωσε με ικανοποίηση ότι εκείνος κοιμόταν βαθιά. Γυμνώνοντας το στιλέτο του προχώρησε προς το κρεβάτι και ύψωσε το χέρι του. Την στιγμή που το κατέβασε είδε μια σκιά να πετάγεται μπροστά του και κάποιον να φωνάζει "ΜΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗΗ!!!" Την επόμενη στιγμή το όπλο του είχε καρφωθεί μέχρι την λαβή στο στήθος του γέροντα Ιωάννη. "Μην το κάνεις... δεν φταίει... δεν φταίει αυτός σε τίποτα..." ψέλλισε. Πριν ο Ηγούμενος Θεοδόσιος προλάβει να συνέλθει από την έκπληξή του, δύο δυνατά μπράτσα τον έπιασαν και τον πέταξαν με φόρα στον αντικρυνό πέτρινο τοίχο. Ήταν ο Μιχάλης. Ο Ηγούμενος έπεσε πάνω στον κοφτερό γρανίτη με τον αυχένα, τσακίζοντας τον σβέρκο του, και σωριάστηκε νεκρός.
Η κραυγή του γέροντα δεν ακούστηκε στο υπόλοιπο μοναστήρι αλλά ήταν αρκετά δυνατή για να ξυπνήσει τον Μιχάλη. Με το που είδε την φριχτή σκηνή που εκτυλισσόταν μπροστά του, ενήργησε χωρίς να σκεφτεί. Τώρα όμως που ο παλμός του έπεσε, συνειδητοποίησε τί είχε κάνει. Του ήρθε ναυτία και παραπάτησε μέχρι την άκρη του κρεβατιού. Πιάστηκε από την ξύλινή του άκρη και τότε είδε την ασθμαίνουσα μορφή που είχε σωριαστεί παραδίπλα και σπαρταρούσε. Αμέσως το μυαλό του ξεθόλωσε και έτρεξε στο πλάι του γέροντα Ιωάννη. Έπιασε το τρεμάμενο χέρι του και τότε ο ετοιμοθάνατος άνοιξε τα σφαλιστά του βλέφαρα και τον κοίταξε. "Παιδί μου..." του είπε και ο Μιχάλης βούρκωσε. Αγαπούσε τον γεράκο σαν παππού του. Προσπάθησε να βγάλει το στιλέτο από το στήθος του Ιωάννη αλλά εκείνος του είπε "άσ'το. Είναι πολύ αργά πια... Σε κορόιδεψα παιδί μου. Σε κορόιδεψα. Πόσο μετανιώνω γι'αυτό... Αλλά τουλάχιστον δεν προκάλεσα τον θάνατό σου. Δεν ήμουν η αιτία για να πεθάνεις, όχι όπως η μάνα μου..." "Γέροντα, τί είναι αυτά που λες; Άσε να πάω να φέρω βοήθεια..." Ο γέρος τότε έσφιξε απότομα την λαβή του και τον κοίταξε με γουρλωμένα μάτια. "Όχι! Όχι βοήθεια. Φύγε όσο είναι καιρός. Και να Την βρεις... βρες Αυτήν... Αυτήν..." Άφησε έναν πνιχτό ρόγχο κι έγειρε το κεφάλι του στο πλάι. Η λαβή του στο χέρι του Μιχάλη χαλάρωσε κι ένα ρυάκι πηχτού αίματος ανάβλυσε από το στόμα του. Είχε ξεψυχήσει.
Ο Μιχάλης συνειδητοποίησε απελπισμένος σε πόσο δεινή θέση βρισκόταν. Δύο άνθρωποι κείτονταν νεκροί - και οι δύο εξαιτίας του. Δεν υπήρχε περίπτωση να την γλιτώσει. Αλλά από την άλλη... δεν τον είχε δει κανείς πλην του γέροντα Ιωάννη και του Ηγούμενου γιατί όταν μπήκε για ύπνο στο μοναστήρι οι μοναχοί αναπαύονταν ή διαλογίζονταν στα καταλύματά τους. Ίσως αυτό του έδινε κάποιο πλεονέκτημα, ενδεχομένως και κάποιες ώρες καιρό μέχρι να ανακαλύψουν οι μοναχοί τί συνέβη- άλλωστε, ένας μοναχός δεν έμπαινε ποτέ στον κοιτώνα των ξένων για να ψάξει ή να κάνει το ο,τιδήποτε, εκτός και αν συνέτρεχε πολύ σοβαρός λόγος.
Βγήκε προσεκτικά από το δωμάτιο και σιωπηλά γλίστρησε από σκιά σε σκιά, προσπαθώντας να μην αποσπάσει την προσοχή κανενός από την λειτουργία. Όταν τελικά κατάφερε να βγει από το μοναστήρι άρχισε να τρέχει σαν μανιακός. Ο κίνδυνος καθώς και η απόγνωση, η πίκρα και η οργή που ένιωθε, του έδιναν φτερά στα πόδια. Πρώτα ο Ιάσονας, τώρα ο Ηγούμενος και ο γέροντας Ιωάννης... "Βρες Αυτήν" του είχε πει. Και αυτό θα έκανε. Θα την έβρισκε, όπου κι αν ήταν, και θα την έκανε να πληρώσει. Ήταν ήδη φονιάς, οπότε δεν τον ένοιαζε. Δεν τον ένοιαζε τίποτα πια. Ο λογικός του σύνδεσμος με τον υπόλοιπο κόσμο είχε σπάσει και τίποτα δεν τον συγκινούσε - μόνο η φλόγα της εκδίκησης που έκαιγε μέσα του. Αφού η ψυχή του δεν θα έβρισκε ποτέ πια ανάπαυση, ποτέ σωτηρία, θα ικανοποιούσε τουλάχιστον το μενόμενο θηρίο που είχε γιγαντωθεί στα σπλάχνα του και του δηλητηρίαζε με μίσος την καρδιά. Θα έφτανε στις Καρυές, από εκεί θα έφευγε για ταχύτητα με ταξί ως την Ουρανούπολη και με λίγη τύχη θα ήταν ήδη στον δρόμο για την Θεσσαλονίκη μέχρι οι μοναχοί να ανακαλύψουν τα δύο πτώματα. Και σε όλη την διαδρομή η λύσσα του θα μεγάλωνε - και θα συνέχιζε να μεγαλώνει μέχρι να φτάσει στον στόχο του.

Κλείνοντας το ακουστικό ο Πατριάρχης απόμεινε να το κοιτάζει σκεφτικός. Πράγματι, όλα όσα του περιέγραψε ο Ηγούμενος συμφωνούσαν με τις Κρυφές Γραφές. Όλα εκτός από ένα. Ποιός ήταν αυτός ο νέος άντρας μαζί Της; Τί έκανε; Δεν ήταν μέλος της Αδελφότητας - αλλιώς θα τον γνώριζε. Οπότε ήταν ξένος με το περιεχόμενο των Ιερών Χειρογράφων... Συνεπώς ήταν επικίνδυνος. Κανείς εκτός από τους Αδελφούς δεν γνώριζε την Αλήθεια. Κανείς εκτός από τους Αδελφούς δεν έπρεπε να μάθει την Αλήθεια. Κανείς, εκτός και αν Εκείνη είχε άλλη γνώμη. Μέχρι τότε όμως... αν είχε να πει κάτι θα το έλεγε σε αυτούς και μόνο. Για αυτό άλλωστε δεν τους είχε δοθεί σχεδόν δύο χιλιάδες χρόνια πριν η εξουσία του πνευματικού ποιμένα;
Ένα παρανοϊκό χαμόγελο σχηματίστηκε στο πρόσωπό του. Ναι, είχε εξουσία. Και θα την ασκούσε. Δεν μπορούσε να κατανοήσει τον λόγο της επίσκεψης ή της ενανθρώπισης Της, προσωρινής ή μη, αλλά εφόσον είχε έτσι η κατάσταση θα την εκμεταλλευόταν. Θα Την έπαιρνε και θα Την έφερνε εδώ ,στην έδρα του... με το καλό ή με το άγριο. Έτσι κι αλλιώς δεν τον ένοιαζε τόσο Αυτή η ίδια όσο το περιεχόμενο των Λόγων Της. Ο Κύριος ήταν άλλωστε σαφής: "Η Αλήθεια δεν είναι προϊόν της σκέψης ενός όντος ή μιας φυλής μονάχα. Έτσι μου είπε η Πανώρια. Είναι διάχυτη παντού, στην φύση, την ύλη, την ενέργεια, σε όλο τον κόσμο. Εκείνη και οι Όμοιοί της λειτουργούν απλά ως δίαυλοι που διοχετεύουν την Γνώση των Πάντων σε εκείνους που θα σταθούν αντάξιοι." Μήπως δεν ήταν και ο ίδιος άξιος;
Αλλά αυτός ο άντρας μαζί Της... του τριβέλιζε το μυαλό και δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Όχι, δεν θα επέτρεπε σε κανέναν να του σταθεί εμπόδιο. Θα Την έπαιρνε μαζί του, θέλοντας και μη.
Τηλεφώνησε και δεν μίλησε παρά μόνο για δύο λεπτά. Έδωσε όμως ακριβείς οδηγίες για να εκμηδενίσει την πιθανότητα λάθους. Εκτός από τον κύριο στόχο του, έπρεπε να τακτοποιήσει και το θέμα του Ηγούμενου... Ήξερε πολλά και ο Πατριάρχης δεν ήθελε να ρισκάρει κάποια διαρροή.
Το μεσημέρι της ίδιας μέρας, στο Διεθνές αεροδρόμιο Ατατούρκ Χαβαλιμάνι της Κωνσταντινούπολης, δύο άντρες έπαιρναν την σειρά τους στα γκισέ για να βγάλουν εισιτήριο για την απογευματινή πτήση προς Θεσσαλονίκη. Η ταυτότητα του ενός ήταν σερβική κι έγραφε Μίροσλαβ Μάρκοβιτς - του άλλου ελληνική και είχε το όνομα Κοσμάς Βερεκίδης. Δεν ήταν τα αληθινά τους ονόματα... Ήταν κάποια από τα πολλά που είχαν χρησιμοποιήσει σε τόσες διαφορετικές καταστάσεις τα τελευταία είκοσι χρόνια.
Επιβιβάστηκαν λίγες ώρες αργότερα στο αεροπλάνο. Μόλις προσγειώνονταν μετά από το σύντομο ταξίδι τους στο αεροδρόμιο Μακεδονία, θα έκαναν πρώτα μια παράκαμψη και θα επισκέφτονταν την μονή του Σταυρονίκητα, στο Άγιο Όρος. Έπειτα θα επέστρεφαν στην Θεσσαλονίκη, όπου ήλπιζαν να να βρουν αυτό που ήθελαν στο μοναδικό, μέχρι στιγμής, γνωστό για αυτούς μέρος, χωρίς να χρειαστεί να επεκτείνουν τις έρευνες τους κι αλλού. Το μέρος αυτό ήταν ένα σπίτι στα όρια της πόλης με το δάσος του Σέιχ Σου - ένα σπίτι πάνω από τις παρυφές της Τριανδρίας και της Τούμπας.

Read more...

Η πτώση - μέρος 5

>> 16/9/09

Έπεφτε, έπεφτε, έπεφτε...  Όπου κι αν κοιτούσε δεν έβλεπε παρά μυριάδες φωτεινά σημαδάκια να στριφογυρίζουν, να μαζεύονται, να απλώνονται, κεντημένα θαρρείς στο βελούδινο μαύρο κενό που αναταραζόταν και συστρεφόταν σαν τιναζόμενο ύφασμα. Δεν καταλάβαινε ποιά ήταν η κατεύθυνση της πτώσης του - κάτω, πάνω, αριστερά ή δεξιά. Δεν υπήρχαν κατευθύνσεις. Ήξερε απλά ότι έπεφτε. Φορούσε ένα παντελόνι που είχε πιάσει φωτιά - αλλά παραδόξως, δεν ένιωθε κανένα κάψιμο. Ένα μικρό γαργαλητό μόνο, που ανέβαινε σιγά σιγά στην πλάτη του, μετά στον αυχένα του κι έπειτα ξανακατέβαινε ακολουθώντας την αντίστροφη πορεία. Δεν είχε συναίσθηση του πόση ώρα έπεφτε. Σε κάποια φάση, άρχισε να ακούει έναν μακρινό λυγμό. Φαινόταν σαν να ακουγόταν από την άλλη μεριά του μαύρου χάους, σαν αυτό να ήταν μια κουρτίνα που μπορούσε να αγγίξει και να τραβήξει. Η αίσθηση αυτή γινόταν όλο και εντονότερη, ώσπου κάποια στιγμή, σπρωγμένος από μια ακατανίκητη επιθυμία, άπλωσε το χέρι του. Πράγματι, έπιασε το μαύρο παραπέτασμα. Στο άγγιγμά του, όλα τα λαμπυρίζοντα σημαδάκια αναδεύτηκαν κι έσβησαν. Το τράβηξε με δύναμη και τότε η πτώση του ανακόπηκε απότομα. Έπεσε φαρδύς πλατής, χωρίς όμως να πονέσει, σε ένα ολόχρυσο πάτωμα. Ανακάθησε και τότε, σε απόσταση τριών περίπου μέτρων, την είδε. Τον κοιτούσε ήδη, λες και τον περίμενε. Πάγωσε στην θέση του. Αυτή άρχισε να βαδίζει προς το μέρος του. Ήταν τόσο όμορφη και όμως του προκαλούσε τόσο τρόμο με τους κατάμαυρους βολβούς των ματιών της, το αίμα που ανάβλυζε από αυτούς και το στόμα της και τις δύο κατακρεουργημένες και καταματωμένες φτερούγες που φύτρωναν από την πλάτη της και έσερνε άτονα πίσω της. Φτάνοντας μπροστά του άρχισε να χαϊδεύει το κορμί της και παράλληλα να αγγίζει αυτόν. "Με θέλεις; Πόσο με θέλεις;" τον ρώτησε. "Ξέρω τί θέλεις να μου κάνεις. Κάν'το μου. Τώρα." του είπε και πιάνοντας απότομα το χέρι του, το έβαλε ανάμεσα στα πόδια της. Έχοντας σαστίσει άργησε να αισθανθεί στα δάχτυλά του αυτό που ξαφνικά είδε και πήδηξε έντρομος προς τα πίσω. Λίτρα ολόκληρα αίματος έτρεχαν από μέσα της, λερώνοντας τους μηρούς, τις γάμπες και τα πόδια της και σχηματίζοντας μια λίμνη από κάτω της. Ένα στραβό απαίσιο χαμόγελο σχηματίστηκε στα όμορφα αλλά σκασμένα και πασαλειμμένα με αίμα χείλη της. "Θα πεθάνεις, ξέρεις. Κι εγώ θα πεθάνω. Και όλοι θα πεθάνουν. Και θα καιγόμαστε - για πάντα." Στα λόγια της αυτά, φωτιά ξεπήδησε από το αίμα που είχε μουσκέψει τα δάχτυλά του. Αυτή όμως τον έκαιγε, τον έκαιγε φριχτά. Άρχισε απεγνωσμένος να ουρλιάζει και να τρέχει πέρα δώθε προσπαθώντας να σβήσει τις φλόγες αλλά μάταια - εξαπλώθηκε από το χέρι στο μπράτσο του και από εκεί σε όλο του το σώμα. Την ύστατη στιγμή γύρισε και κοίταξε εκείνη. Είχε γίνει, σαν και αυτόν, παρανάλωμα του πυρός και σε πολλά σημεία άρχισαν να φαίνονται τα κόκαλά της. Το χαμόγελο της όμως είχε μείνει ίδιο και απαράλλαχτο, εφιαλτική λεπτομέρεια στην μάζα από λιωμένο δέρμα στην οποία είχε μεταβληθεί το πρόσωπό της. Μην αντέχοντας το ανείπωτο μαρτύριό του, απέστρεψε το βλέμμα του και κλείνοντας ό,τι είχε απομείνει από τα βλέφαρά του έβγαλε μια τρομερή κραυγή.
Πετάχτηκε ιδρωμένος. Του πήρε λίγη ώρα να συνειδητοποιήσει πού βρισκόταν όταν το βλέμμα του ξεθόλωσε και είδε απέναντι την σπασμένη του βιβλιοθήκη. Αρχίζοντας να ανακτά πλήρως την αίσθηση της πραγματικότητας, ξαναγύρισε το βλέμμα του προς το ταβάνι. "Τι εφιάλτης" μουρμούρισε. Στριφογύρισε λίγο στον καναπέ, αλλά το πήρε απόφαση ότι παρά την κούρασή του είχε τόση υπερένταση που δεν υπήρχε περίπτωση να μπορέσει να ξανακοιμηθεί. Ανακάθησε και τεντώθηκε. Κοίταξε τα βιβλία που ήταν πεταμένα φίρδην μίγδην στο πάτωμα. Πότε στο διάολο είχε σπάσει η βιβλιοθήκη; αναρωτήθηκε. Και γιατί δεν ήρθε ο Μιχάλης χτες; Η τόση του κούραση μετά το χθεσινό υπερκόσμιο νοητικό του ταξίδι είχε σαν αποτέλεσμα να αποκοιμηθεί σχεδόν αμέσως και να μην αναρωτηθεί για το πώς και το γιατί - μέχρι τώρα.
Το βλέμμα του είχε απορροφηθεί στο εξώφυλλο ενός βιβλίου με πίνακες του Magritte όταν άκουσε από έξω έναν ανεπαίσθητο ήχο από γυμνά ανθρώπινα πέλματα. Σηκώθηκε, πέρασε προσεχτικά από τον σωρό των σπασμένων γυαλιών στο πάτωμα και βγήκε και αυτός στην βεράντα. Η Εύα ήταν εκεί ακουμπώντας στην πλεχτή ξύλινη κουπαστή, ολόγυμνη όπως πάντα, πανέμορφη, έχοντας πάρει ασυναίσθητα μια τόσο διεγερτική στάση, όσο δεν μπορούσε εξ επίτηδες να πετύχει οποιοδήποτε φωτομοντέλο που πόζαρε. Χάζευε τον ουρανό - είχε ξαστεριά και το σπίτι ήταν αρκετά ψηλά ώστε να βλέπουν καθαρά τα περισσότερα αστέρια. "Έχει βγάλει ψύχρα" της είπε. "Να σου φέρω καμιά ζακέτα; Μην κρυώσεις." Γύρισε και τον κοίταξε γλυκά. "Δεν κρυώνω. Δεν γίνεται να κρυώσω." Γύρισε ξανά προς τον ουρανό. "Ήξερα όλα αυτά τα αστέρια... και είχα επισκεφτεί τα περισσότερα από αυτά. Να", είπε κι έδειξε ένα αστέρι λίγο ψηλότερα από την Μεγάλη Άρκτο, "σε εκείνο το σύστημα μένει μια φυλή παρόμοια με της Γης... Μορφολογικά δεν μοιάζουν ιδιαίτερα με τους ανθρώπους, αλλά αναπνέουν και εκείνοι οξυγόνο, πίνουν νερό και ζουν σε τρισδιάστατο κόσμο." Αναστέναξε. "Οι αναμνήσεις ατονούν. Οι εικόνες ξεθωριάζουν. Θυμάμαι τα ταξίδια μου και τις πράξεις μου όταν ήμουν ο προηγούμενος εαυτός μου, αλλά δεν θυμάμαι πώς τα έκανα. Έχω συγκρατήσει στο μυαλό μου ότι ήξερα έννοιες που δεν καταλαβαίνει ο ανθρώπινος νους, αλλά τώρα δυσκολεύομαι πλέον να τις καταλάβω κι εγώ. Η πτώση μου μετέβαλλε και την διάνοιά μου - τώρα είμαι κι εγώ ένας άνθρωπος. Ίσως και κάτι περισσότερο - δεν αρρωσταίνω, το φως του ήλιου θεραπεύει τις φθορές μου, δεν κοιμάμαι, δεν γερνάω, είμαι γνώστης όλων των ανθρώπινων γλωσσών - δεν μπορώ να τεκνοποιήσω... αλλά ως εκεί. Ο παλιός μου εαυτός δεν υφίσταται πλέον. Και ό,τι δυνάμεις μου είχαν απομείνει, σαν αυτή που χρησιμοποίησα χθες για να σου δείξω, φθίνουν και χάνονται. Τώρα πια είμαι μια γυναίκα" είπε, περισσότερο για να το πιστέψει η ίδια.
Ο Ιάσονας την πλησίασε. Ακούμπησε και αυτός στην κουπαστή και η Εύα γύρισε και τον κοίταξε έντονα με τα μεγάλα τυρκουάζ της μάτια. "Είναι κοντά; Το τέλος εννοώ." την ρώτησε. Η Εύα άργησε λίγο μέχρι να απαντήσει. "Ναι. Είναι κοντά." Τον ξανακοίταξε. "Φοβάσαι;" "'Οχι" της είπε. Έλεγε την αλήθεια. "Κατά βάθος πάντα πίστευα ότι θα ζήσω για να δω το τέλος του κόσμου. Φυσικά δεν είχα στο μυαλό μου ότι θα ερχόταν από μερικούς εκνευρισμένους αγγέλους - πάντα περίμενα ότι θα έρθει λόγω της κλιματικής αλλαγής και της καταστροφής του περιβάλλοντος ή λόγω κάποιου πολέμου. Οπότε είμαι αρκετά συμφιλιωμένος με την ιδέα... Αυτό για το οποίο είμαι περίεργος είναι το μετά. Υπάρχει μετά;" την ρώτησε καθώς ακουμπούσε το μπράτσο της με το δικό του μπράτσο. "Ήξερα, αλλά δεν θυμάμαι" του απάντησε η Εύα.
Ο Ιάσονας έμεινε λίγο να σκέφτεται. "Πιστεύω ότι δεν έχει νόημα να ειδοποιήσω κάποιον σχετικά με το αναπόφευκτο. Αφού θα είναι το τέλος όλων, καλύτερα να ζήσουν τις τελευταίες τους στιγμές συνεχίζοντας κανονικά τις ζωές τους. Θέλω απλά να αποχαιρετήσω τους φίλους μου και την μητέρα μου - αυτούς που σημαίνουν κάτι για μένα. Κατά τα άλλα, θέλω να περάσω τον τελευταίο μου καιρό εδώ - μαζί σου" είπε ξαφνικά, αισθανόμενος μια έντονη έξαψη. Κάτι είχε συμβεί μέσα του. Κάτι που  τον έκανε να μην αντέχει να κρατάει άλλο κλεισμένα αυτά που ένιωθε και ήθελε. Με το χέρι του την ακούμπησε χαμηλά στην μέση και άρχισε με τα δάχτυλά του να διατρέχει την πλάτη και τους γλουτούς της. Σιγά σιγά άρχισε να την αγγίζει και στον λαιμό και πίσω από το αυτί. Είχε κλείσει τα μάτια της και η ανάσα της είχε γίνει κοφτή. "Τι είναι αυτό που αισθάνομαι;" τον ρώτησε με την πλούσια, αιθέρια φωνή της, ανάβοντάς τον περισσότερο. "Το είχα νιώσει και όταν σε πρωτοείδα αφού συνήλθα, αλλά τώρα το αισθάνομαι πολύ πιο δυνατό. Το αισθάνομαι... το αισθάνομαι παντού." Ο Ιάσονας δεν είχε τώρα μπροστά του ένα ουράνιο πλάσμα, στην θέα του οποίου σάστιζε και αποσβολωνόταν. Είχε μια γυναίκα που τον ήθελε. Και τον ήθελε όσο την ήθελε και αυτός. "Νιώθεις αυτό που νιώθω κι εγώ" της είπε και τραβώντας την κοντά του, άρχισε να ανασαίνει βαριά και να ακουμπάει με τις άκρες των χειλιών του τον λαιμό και τους ώμους της. "Μα τί είναι αυτό;" ξαναρώτησε, και η φωνή της είχε ραγίσει. Ο Ιάσονας δεν της απάντησε. Έφερε τα χέρια του από την μέση της μπροστά στα υπέροχα στήθη της και σκύβοντας άρχισε να τα φιλάει. Η Εύα είχε παραδοθεί τελείως. Ενστικτωδώς τον έπιασε από τον αυχένα και άρχισε να πιέζει ελαφρά το κεφάλι του πάνω στο στήθος της. Ο Ιάσονας προχώρησε αργά προς τα πάνω, διατρέχοντας με την άκρη της γλώσσας του όλη την περιοχή από τις θηλές ως το πηγούνι της. Παράλληλα τα χέρια του άφησαν τα τσιτωμένα της στήθη και προχώρησαν προς τα πάνω, χαϊδεύοντάς την σε όλη την πορεία. Την έπιασε απαλά κάτω από τα αυτιά της και την κοίταξε κατάματα. Η Εύα κοιτούσε μια τα μάτια του και μια τα χείλη του και τα βλέφαρά της είχαν βαρύνει. "Τί είναι αυτό; Τι είναι αυτό που μου κάνεις;" κατάφερε να ψιθυρίσει. Ο Ιάσονας πίεσε απότομα τα χείλη του στα δικά της. Ήταν στην αρχή σφιγμένα αλλά μετά χαλάρωσαν και άρχισαν να ακολουθούν τις κινήσεις των δικών του. Άνοιξε λίγο παραπάνω το στόμα του και με την γλώσσα του χάιδεψε τα χείλη της. Προχώρησε παραμέσα και άγγιζοντας την δική της γλώσσα άρχισε να κάνει αργές κυκλικές κινήσεις.
Η Εύα αντέδρασε στην αρχή άτονα, αδέξια. Αλλά όσο περνούσε η ώρα ανταποκρινόταν όλο και περισσότερο. Και όταν άγγιξε την γλώσσα της - τότε κόλλησε τελείως πάνω του, έπλεξε τα χέρια της γύρω από τον αυχένα του και ανταπέδωσε με πάθος. Κάθε δευτερόλεπτο του φλογερού τους φιλιού ένιωθαν και οι δύο ρίγη να διαπερνούν τα κορμιά τους και μια ζέστη να απλώνεται στα στήθη και στα άκρα τους. Τα χείλη και οι γλώσσες τους είχαν πάρει φωτιά. Ο Ιάσονας της έσφιγγε την μέση και τους γλουτούς, ενώ η Εύα, χωρίς να ξεκολλήσει τα χείλη της από τα δικά του, άφηνε μικρά βογγητά. Το φιλί τους ήταν μακρόσυρτο, υγρό, βίαιο και έντονο. Της δάγκωνε απαλά τα χείλη και αυτή του πιπιλούσε την γλώσσα. Κάποια στιγμή, ενώ έπαιζαν με τις γλώσσες τους, την σήκωσε απαλά και την κάθησε στην κουπαστή. Κόλλησε πάνω της και αυτή τύλιξε τα πόδια της γύρω του. Φορούσε μόνο το εσώρουχο του και το ότι στη στάση που ήταν την ακουμπούσε με τον κάβαλό του εκεί τον τρέλαινε. Ήταν έτοιμος. Και αυτή το ίδιο, εδώ και αρκετή ώρα, όπως είχε καταλάβει. Ξεκολλώντας τα χείλη του από τα δικά της, ξανακατέβηκε στο στήθος της, ενώ αυτή βογγούσε σιγανά αλλά ανεξέλεγκτα. Προχώρησε με τα χέρια του προς τα κάτω... μα λίγο πριν την αγγίξει εκεί που ήθελαν και οι δύο, οι φρικιαστικές εικόνες που είχε δει στον εφιάλτη του πέρασαν σαν αστραπή μπροστά από τα μάτια του. Τινάχτηκε απότομα από πάνω της προς την άλλη πλευρά της βεράντας, ακουμπώντας με την πλάτη του στον τοίχο. Η Εύα είχε μείνει εμβρόντητη. "Τί έπαθες;" τον ρώτησε, ακόμα χαμένη μέσα στην ερωτική της παραζάλη. "Έκανα κάτι;" είπε με έξαψη. Ο Ιάσονας έγειρε το κεφάλι του στον τοίχο κι έκλεισε τα μάτια του. "Όχι." της είπε. "Δεν συμβαίνει τίποτα. Απλά... πιστεύω ότι πρέπει να μην προχωρήσουμε παρακάτω για την ώρα." Ούτε και ο ίδιος δεν το πίστευε πως το έλεγε αυτό. "Παρακάτω;" απόρησε η Εύα. Έμεινε λίγο να αναρωτιέται. Σε μερικά δευτερόλεπτα του είπε "αυτό γίνεται όταν συναντιούνται δύο πλάσματα του ίδιου είδους αλλά αντίθετου φύλου; Το είχα δει, αλλά στους ανθρώπους, αντίθετα με τα άλλα όντα της Γης, δεν μπορούσα να ερμηνεύσω τί οδηγεί στην επιλογή του ενός από τον άλλον. Στα άλλα πλάσματα είναι το ένστικτο της αναπαραγωγής και μόνο..." Γύρισε και του είπε με μια πίκρα που η ίδια δεν καταλάβαινε "και για σένα αυτό ήταν; Το ένστικτο της αναπαραγωγής;" Ο Ιάσονας άνοιξε τα μάτια του και την κοίταξε. Καθόταν πάνω στην κουπαστή, με φόντο το αστροφέγγιστο πανόραμα, πανέμορφη, σεξουαλική, αιθέρια, μπρούτζινη, με διαπεραστικό τυρκουάζ βλέμμα, τόσο σοφή και μόνο με τις ξεθωριασμένες αναμνήσεις από την προηγούμενή της ζωή αλλά ταυτόχρονα τόσο άμαθη, τόσο αγνή στα συναισθήματα της, σαν μικρό κοριτσάκι. Πώς μπορεί να ήταν μόνο αυτό; Μόνο το ένστικτο; Όχι, ήταν κάτι πολύ βαθύτερο. Κάτι που οι περισσότεροι νιώθουν μία ή καμία φορά κατά την διάρκεια της ζωής τους. Την πλησίασε, την αγκάλιασε και της είπε, κοιτώντας την μέσα στα θαλασσένια της μάτια, "οι άνθρωποι δεν είναι ζώα, εκτός από εκείνους που συμπεριφέρονται σαν τέτοια. Πιστεύω ότι αυτό το ξέρεις εσύ καλύτερα από εμένα.  Οι επιλογές μας δεν υπαγορεύονται εξ ολοκλήρου από τα ένστικτα μας. Και σε μερικές περιπτώσεις, όπως την δική μας, δεν μπορώ να εξηγήσω από τί ακριβώς υπαγορεύονται. Είναι και το ένστικτο, αλλά μάλλον είναι πολύ περισσότερο αυτό που μας εμφυτεύσατε Εσείς - το να νιώθουμε ότι ο σύντροφος μας είναι το άλλο μας μισό, αυτό που μας συμπληρώνει και μας ολοκληρώνει σαν υπάρξεις. Εμείς εδώ το λέμε με άλλον τρόπο..." Σταμάτησε απότομα. Ίσως δεν είχε καμία σημασία να πει την λέξη. Μπορεί η Εύα να μην καταλάβαινε. Αλλά βλέποντάς την να τον κοιτάζει με λατρεία, δεν του έμεινε καμία αμφιβολία για το τί ένιωθε κι εκείνη. Χωρίς άλλη κουβέντα την ξαναφίλησε παθιασμένα.
Η αυγή τους βρήκε να φιλιούνται ακόμη.

Οδηγούσε κανένα δίωρο. Αισθανόταν τυχερός που δεν είχε συναντήσει ιδιαίτερη κίνηση ως τώρα - αν και αυτό ήταν μάλλον λογικό. Ήταν πρωί Δευτέρας και οι περισσότεροι είχαν φύγει ή έφευγαν από τα θέρετρα της Χαλκιδικής αντί να πηγαίνουν προς αυτά, όπως έκανε εκείνος. Πέρασε τα Πυργαδίκια και συνέχισε ολοταχώς προς την Τρυπητή. Φτάνοντας κι εκεί κοίταξε στα δεξιά του όπου διακρινόταν το περίγραμμα της Αμμουλιανής. Τι όμορφο νησάκι, σκέφτηκε. Πρέπει να ξαναπάμε με την Λίζα. Αλλά πιο πολύ πίεσε τον εαυτό του για να κάνει αυτές τις σκέψεις παρά τις έκανε αυθόρμητα. Το θέαμα που είδε χθες το απόγευμα, τον είχε συγκλονίσει τόσο πολύ, τον είχε σοκάρει τόσο βίαια, που κατέβαλλε προσπάθεια να μην του στρίψει τελείως, να μην ξεφύγει από την πραγματικότητα.
"Και πόσο θα κάτσεις;" έλεγε χτες η Λίζα από την άλλη άκρη της γραμμής, όταν επιτέλους μπόρεσαν να μίλησουν. "Δεν ξέρω. Ίσως μια δυο μέρες. Οπωσδήποτε θα έχω επιστρέψει πριν γυρίσεις εσύ από την Αθήνα. Άλλωστε το Άγιο Όρος είναι κοντά στην Θεσσαλονίκη." Κρατούσε με πολύ κόπο σταθερή την φωνή του. Θα της έλεγε τα πάντα όταν γυρνούσε, αν και ήξερε ότι μάλλον δεν θα τον πίστευε. Αλλά ακόμα δεν θα μάθαινε τίποτα. Μέχρι να κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του, δεν θα μάθαινε τίποτα κανείς. "Θα πάω να δω τον γέροντα πνευματικό μου. Θυμάσαι που σου έλεγα, μένει σε ένα κελί κοντά στην μονή Σταυρονίκητα." Η ανησυχία στην φωνή της Λίζας ήταν έκδηλη. "Γιατί ξαφνικά τέτοια πρεμούρα να τον δεις; Συνέβη κάτι;" Μετά από μια μικρή παύση συνέχισε. "Συνέβη κάτι με εμάς;" Ακόμα και αυτήν την δύσκολη στιγμή, η αντίδραση της Λίζας τον έκανε να χαμογελάσει. Γυναίκες, σκέφτηκε. Έτοιμες κάθε στιγμή να κάνουν τόσο περίπλοκες και δαιδαλώδεις σκέψεις που το απλό και πιο μονοδιάστατο ανδρικό μυαλό δεν μπορεί καν να φανταστεί. "Εννοείται πως όχι, γλυκιά μου. Μην σκέφτεσαι τέτοιες χαζομάρες. Απλά θέλω να τον επισκεφτώ, τώρα που λείπεις κι εσύ. Έχω καιρό να τον δω τον γέρο, και έχει περάσει πλέον τα ενενήντα - ίσως να μην έχω την ευκαιρία να τον ξαναδώ πολλές φορές." Μετά από μια στιγμή σιωπής η Λίζα ξαναμίλησε. "Μου λείπεις πολύ μωρό μου." "Κι εμένα." της απάντησε. "Πάρα πολύ".
Φτάνοντας στην Ουρανούπολη άφησε το αμάξι του και μπάρκαρε σε ένα καϊκάκι που διέπλεε τον κόλπο κατά μήκος της δυτικής ακτής της χερσονήσου του Άθω. Τα ακροβολισμένα στους πετρώδεις καταπράσινους παραθαλάσσιους λόφους μοναστήρια ήταν ένα θέαμα πανέμορφο και ανακουφιστικό - βλέποντάς τα ανάμεσα στα πουρνάρια, τα φρύγανα, τις ελιές και τα πεύκα να χαιρετίζουν τον ζεστό αυγουστιάτικο ήλιο, ένιωσε την ψυχή του να ξαλαφρώνει κάπως. Ο τόπος προκαλούσε κατάνυξη και δέος και το έντονο χαλκιδικιώτικο ανάγλυφο έδενε απόλυτα με την βυζαντινή αρχιτεκτονική των μονών.
Ανεξάρτητα από τα όσα σκάνδαλα είχαν γίνει γνωστά τα τελευταία χρόνια, στα οποία ανακατεύονταν τόσοι και τόσοι κατά τα άλλα ευυπόληπτοι αντιπρόσωποι του κλήρου, ο Μιχάλης δεν ξεχνούσε ότι εδώ έμεναν και βαθύτατα πνευματικοί άνθρωποι, ασκητικοί και με τρόπο ζωής απόλυτα εναρμονισμένο με το κατανυκτικό τοπίο. "Ο τόπος κάνει τους ανθρώπους και οι άνθρωποι τον τόπο" μονολόγησε.
Μετά από μιάμιση περίπου ώρα σταμάτησαν στο λιμανάκι της Δάφνης. Από εκεί πήρε λεωφορείο για τις Καρυές και σε άλλη μισή ώρα είχε ήδη φτάσει και συνέτασσε τα χαρτιά εισόδου του στο Άγιο Όρος. Παίρνοντας την άδεια, ξεκίνησε περπατώντας τον ελαφρά ανηφορικό δρόμο προς την μονή Σταυρονίκητα. Η μονή ήταν σχετικά κοντά στις Καρυές και παίρνοντάς το με τα πόδια έφτανε κανείς σε λιγότερο από δύο ώρες. Στον Μιχάλη άρεσε πολύ η πεζοπορία, ειδικά εν μέσω της αυγουστιάτικης μεσογειακής βλάστησης. Πού και πού ο δρόμος του διασταυρωνόταν με μοναχούς που είτε ήταν πεζοί είτε καβαλούσαν κάτι γέρικα γαϊδουράκια. Τους χαιρετούσε και συνέχιζε ολοένα τον δρόμο του ώσπου κάποια στιγμή, ενώ είχε ήδη πιάσει απόγευμα, έστριψε σε έναν μικρό κατσικόδρομο και μετά από ένα στένωμα είδε μπροστά του τη μεγαλοπρεπή μονή του Σταυρονίκητα, ιδρυμένη πριν από το 1000 μ.Χ. Οι πέτρινοι κατάφυτοι λόφοι ολόγυρά της ήταν γεμάτοι κελιά ασκητών. Κατευθύνθηκε προς ένα από αυτά, που βρισκόταν στα ριζά ενός λοφίσκου στα ανατολικά. Βρήκε τον γέροντα να κάθεται απ'έξω, κάτω από την σκιά μιας ελιάς. "Γέροντα Ιωάννη" είπε. "Καλησπέρα." "Καλησπέρα. Καλώς ήρθες" του απάντησε το γεροντάκι, με βαθιά και υπόκωφη φωνή. Τα χρόνια που είχαν περάσει από πάνω του είχαν χαράξει το πρόσωπο και τα χέρια του και τον έκανε να φαίνεται σαν να ήταν φτιαγμένος από γρανίτη. Ήταν εύθραυστος και ζαρωμένος και το μαζεμένο του κορμί φαινόταν ακόμα μικρότερο λόγω τις τεράστιας, άσπρης και με γκρίζα μπαλώματα, γενειάδας του. Κοίταξε τον Μιχάλη κουρασμένα αλλά πατρικά. "Θέλεις να σου προσφέρω τίποτα; Αλλά αυτή την στιγμή έχω μόνο νερό και κατσικίσιο γάλα" του είπε. "Ένα ποτήρι νερό αρκεί γέροντα, ευχαριστώ." Η ζαρωμένη μορφή σηκώθηκε τρίζοντας και μπήκε μέσα στο ασκητικό της κελί. Επιστρέφοντας με το νερό του Μιχάλη του είπε "πολύ χαίρομαι που με επισκέφτηκες, τέκνο μου. Πάει καιρός..." "Ναι, γέροντα, πάει καιρός..." του αποκρίθηκε. "Αλλά θέλω να σου μιλήσω. Θα είναι πιστεύω ό,τι σημαντικότερο θα σου έχω πει μέχρι σήμερα." Τον κοίταξε έντονα, με ένα βλέμμα αγωνίας. Ο γέρος του το ανταπέδωσε μειλήχια. "Ακούω".

Read more...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

Powered By Blogger
Powered By Blogger
Powered By Blogger

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP