Αναζήτηση αναρτήσεων

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοτελή διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αυτοτελή διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Η τελευταία συγχορδία

>> 24/5/10

Το κεφάλι του πονούσε τρομερά. Ο αυχένας του ήταν πιασμένος, τα δάχτυλά του άκαμπτα, τα ματόκλαδά του ξερά και τσιμπλιασμένα και στο στόμα είχε μια ταγκή και στιφή γεύση. Μην έχοντας ακόμα συνέλθει τελείως από τον άσχημο ύπνο και το ακόμα πιο άσχημο ξύπνημά του, τεντώθηκε για να ξεμουδιάσει. Εκείνη την στιγμή άγγιξε με την ανάστροφη του χεριού του κάτι λείο και απαλό και τότε συνειδητοποίησε την ολόγυμνη κοπέλα που κοιμόταν ήσυχα δίπλα του. Γάμησέ τα... σκέφτηκε. Ελπίζω τουλάχιστον να θυμήθηκα να φορέσω προφυλακτικό.
Με το ζόρι ανασηκώθηκε, έτριψε τα μάτια του και ανακάθισε στην άκρη του στρώματος, κοιτάζοντας γύρω του. Δεν ήταν στο σπίτι του. Ο χαμός από πεταμένα ρούχα κι εσώρουχα και κάτι στολισμένες με πούλιες χειροπέδες - χειροπέδες; - μαρτυρούσαν ότι, αν μη τι άλλο, το προηγούμενο βράδυ είχε γίνει εκεί το σώσε.
Ένα τρυφερό χέρι τον χάιδεψε στην πλάτη. Ο Λεωνίδας γύρισε και είδε την γκομενίτσα, αγουροξυπνημένη, να του χαμογελάει με νόημα. "Θα φύγεις;" τον ρώτησε. "Εεεε, μάλλον ναι" απάντησε και σιγά σιγά, κοιτάζοντάς την, άρχισαν να του επανέρχονται στο μυαλό τα γεγονότα της νύχτας που είχε περάσει... το τέλος της εξεταστικής, η έξοδος με την παρέα στην Παραλιακή, το μεθύσι, η γνωριμία, το πρώτο φιλί, το δεύτερο κι έπειτα η φυγή με την μηχανή του και μαζί της κι ο ερχομός του στην Καλαμαριά.
Ο Λεωνίδας είχε πάντα παράξενο μεθύσι. Έπινε του κερατά αλλά παρ'όλ'αυτά την ίδια νύχτα ούτε ζαλιζόταν, ούτε τα έχανε, ούτε του ερχόταν να ξεράσει - για αυτό άλλωστε μπορούσε και να οδηγήσει χωρίς πρόβλημα. Μετά όμως από τον ύπνο... είχε ένα κεφάλι σκέτο καζάνι. "Μωρό μου, πρέπει πραγματικά να την κάνω" ξαναείπε βλέποντας ότι η κοπέλα, που μόλις θυμήθηκε ότι την έλεγαν Στέλλα, είχε μισοσηκωθεί, αφήνοντας το σεντόνι να πέσει από πάνω της και αποκαλύπτοντας δύο υπέροχα στήθη, μια σφιχτή κοιλίτσα και μια μέση δαχτυλίδι, όπου φορούσε μία από εκείνες τις λεπτές αλυσίδες που τόσο του άρεσαν. Αλλά δεν έμεινε πιστός στον λόγο του. Ήταν πολύ όμορφη για να της αντισταθεί. Την αγκάλιασε, τρύγησε άπληστα τα χείλη της και ξάπλωσε και πάλι μαζί της.
Είχε μεσημεριάσει πλέον όταν κατέβηκε στην μηχανή του. Λίγο πριν βγει από το διαμέρισμά της, τον ρώτησε αν θα της τηλεφωνούσε. Της απάντησε πως θα το κάνει. Αλλά το ήξερε ότι της έλεγε ψέματα.
Ξεκίνησε το δρόμο της επιστροφής του προς την Πολίχνη, έχοντας στο μυαλό του να βουίζουν διάφορα. Είχε περάσει αρκετός καιρός που δεν μπορούσε να στεριώσει σε σχέση. Που ένιωθε ότι πνιγόταν στην προοπτική οποιασδήποτε σοβαρής δέσμευσης, που έμενε ανικανοποίητος από την ανθρώπινη διεπαφή - όχι την σεξουαλική, αλλά την διαδραστική. Δεν ήξερε και ο ίδιος γιατί αισθανόταν έτσι... και το αίσθημα αυτό επεκτεινόταν και στις υπόλοιπες πτυχές της ζωής του. Το διάβασμα για τα τελευταία επί πτυχίω μαθήματα που του είχαν μείνει - τελείωνε Ψυχολογία στο Α.Π.Θ. -, το έκανε με βαριά καρδιά. Την εξεταστική την ένιωσε σαν βαρίδι. Οι ασχολίες του, τα hobbies του, του φαίνονταν κενά και χωρίς νόημα. Η δουλειά του στο net cafe, ανιαρή και σκότωμα χρόνου. Οι βόλτες και οι έξοδοι με τους φίλους του, ακόμα και τους πιο παλιούς και αγαπημένους, επαναλαμβανόμενες και βαρετές. Οι κουβέντες που αντάλλαζε με τους γονείς του, όποτε περνούσε από το σπίτι τους στην Νεάπολη, τυπικές και χλιαρές.
Το ήξερε, το ένιωθε, πως το φταίξιμο ήταν όλο δικό του. Δεν ήταν δυνατόν να είχαν πρόβλημα οι πάντες και τα πάντα γύρω του. Μάλλον αυτός είχε το πρόβλημα και αντιμετώπιζε τις καταστάσεις στην ζωή του βλέποντάς τις υπό ένα στραβό πρίσμα. Κάπου, κάποτε, είχε διαβάσει πως αυτά ήταν τα πρώτα σημάδια της κατάθλιψης. "Λες;" μονολόγησε, και την ίδια στιγμή χαμογέλασε πικρά. Αυτό μας έλειπε, αναλογίστηκε. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εγώ έχω το θράσος να παθαίνω κατάθλιψη; Λεωνίδα, σύνελθε. Παράτα τα περί κατάθλιψης και τις παρόμοιες μαλακίες. Απλά περνάς μια περίεργη φάση... που ξέρεις, μπορεί και να'ναι σημαδιακό. Ίσως περιμένεις κάτι, μια αλλαγή στην ζωή σου, κάτι, κάτι, κάτι...
Χαμένος καθώς ήταν στην αυτολύπηση και την αυτοεπίπληξή του, μόλις που πρόλαβε να αποφύγει έναν πεζό που διέσχιζε μια διάβαση. Αλαφιασμένος συνειδητοποίησε ότι είχε περάσει με κόκκινο κι ευλογούσε την τύχη του που, αν μη τι άλλο, δεν διέσχιζε καμιά διασταύρωση με κάθετα διερχόμενα οχήματα.
Είχε ήδη ανεβεί προς την Εγνατία αλλά το συνειδητοποιούσε κι ο ίδιος πως ήταν αρκετά θολωμένος για να οδηγήσει. Φαινόταν να παραπαίει κι αυτό τον τρόμαζε. Δεν ήταν το χθεσινοβραδινό μεθύσι - οι όποιες παρενέργειές του είχαν περάσει εδώ και αρκετή ώρα. Όχι, κάτι άλλο δυσκόλευε τις αντιδράσεις του και μείωνε την αντίληψή του. Αποφάσισε να στρίψει στην Εθνικής Αμύνης, να παρκάρει κάπου κοντά στην Εταιρία Μακεδονικών Σπουδών και να πάρει έναν από εκείνους τους έτοιμους ψευτοκαφέδες από κάποιο περίπτερο. Έπειτα ξεκίνησε περπατώντας για να αράξει στην παραλία, στο πάρκο γύρω από τον Λευκό Πύργο, για να απολαύσει την υπέροχη θέα του λιμανιού και προκειμένου να αναζωογονηθεί από τον ζεστό μαγιάτικο μεσημεριανό ήλιο - ώσπου να νιώσει αρκετά νηφάλιος για να συνεχίσει τον δρόμο του προς τα δυτικά και το σπίτι του.
Η παραλία ήταν, ως συνήθως, γεμάτη από κόσμο. Ζευγαράκια πιασμένα χέρι χέρι, αθλητικοί τύποι που γυμνάζονταν με τζόκινγκ, παρέες που έκαναν την βόλτα τους με το ποδήλατο, άλλοι και άλλες που απλά άραζαν ή κατευθύνονταν προς κάποια καφετέρια, ακόμα κι εκείνοι οι δύσμοιροι φοιτητές με κάτι παράξενα όργανα σαν τηλεσκόπια και κρατούντες μετροταινίες και βέργες, που κάθονταν μέσα στην ζέστη και μετρούσαν, μετρούσαν, μετρούσαν - ένας γνωστός του είχε πει ότι είτε σπούδαζαν Πολιτικοί Μηχανικοί είτε Τοπογράφοι και ότι αυτά ήταν γεωδαιτικά όργανα που χρησιμοποιούσαν για εργασίες τους. Ο Λεωνίδας δεν είχε ιδέα τί στο διάολο σήμαινε "γεωδαιτικό όργανο" αλλά πάντως, και μόνο που έβλεπε τα παιδιά να ξεφυσάνε από την κούραση και τα νεύρα, τα λυπόταν.
Ευγνωμονώντας την τύχη του που ο Θερμαϊκός είχε μόλις πρόσφατα υποστεί βιολογικό καθαρισμό και δεν βρωμοκοπούσε, ο Λεωνίδας περπατούσε στην σκιά του Λευκού Πύργου ψάχνοντας κανένα μέρος της αρεσκείας του για να κάτσει. Προχωρώντας, έπεσε η ματιά του σε ένα περίεργο τύπο που καθόταν εκεί κοντά. Κοντοστάθηκε για να τον παρατηρήσει καλύτερα. Στην ηλικία φαινόταν ελάχιστα μεγαλύτερος από τον ίδιο - αυτό το μαρτυρούσε το καθαρό, αρυτίδωτο πρόσωπό του, με το ηλιοκαμένο δέρμα και τα πυκνά, μακριά, σκληρά αλλά καλοφροντισμένα μούσια του τα οποία, όπως και τα μαλλιά του, ήταν καστανόξανθα στο χρώμα της καμένης καραμέλας. Τα χαρακτηριστικά του ήταν όμορφα, αρρενωπά, αλλά και κάπως ξένα και αλλόκοσμα, με ίσια μύτη, ψηλά ζυγωματικά, μυτερό και θεληματικό πηγούνι και σκουρόχρωμα χείλη. Το χτένισμά του ήταν περίπλοκο και περίτεχνο - τα μαλλιά του ήταν ελαφρώς σπαστά, μακριά και πιασμένα με χαμηλό κότσο, εν τούτοις όμως στις άκρες του μετώπου του και γύρω από τα αυτιά του είχε κάτι μικρές και σφιχτές τζίβες, διακοσμημένες με μεταλλικά πρόσθετα. Στα αυτιά είχε τόσους πολλούς κρίκους που ο Λεωνίδας απόρησε πώς δεν τον πονούσαν με το βάρος τους.
Το ντύσιμό του ήταν απλό, λιτό κι εμφανώς ταλαιπωρημένο. Φορούσε μια απλή σκουροπράσινη μακό κοντομάνικη μπλούζα με μεγάλη λαιμουδιά, που άφηνε να διαφανεί το καλογυμνασμένο του στήθος  και τα γραμμομένα του μπράτσα, ένα πολυφορεμένο και σκισμένο σε αρκετές μεριές τζιν και ένα ζευγάρι πάνινα αθλητικά παπούτσια που φαίνονταν πως είχαν καταπιεί πολλά χιλιόμετρα. Το ντύσιμό του πρόδιδε κάποιον που είχε περιπλανηθεί πολύ και αμέσως ο Λεωνίδας σκέφτηκε πως ίσως ήταν ένας από εκείνους τους ρομαντικούς παλαβιάρηδες βορειοευρωπαίους που γυρνούσαν όλον τον κόσμο με τα πόδια, μαζεύοντας λεφτά από υπαίθρια events και συναυλίες και κοιμώμενοι όπου βρουν. Αλλά αυτοί είχαν ένα γενικά πολυκαιρισμένο παρουσιαστικό - ενώ εκείνος εκεί, αν εξαιρούσε κανείς τα ρούχα του, φαινόταν φροντισμένος και ανανεωμένος, σαν ηθοποιός που μόλις είχε φωτογραφηθεί για αφίσα ταινίας.
Όλη αυτήν την ώρα ο Λεωνίδας τον κοιτούσε απορροφημένος και αρκετά ενοχλητικά. Εκείνος όμως δεν τον είχε αντιληφθεί, καθώς ήταν απασχολημένος με το να βγάλει μια κιθάρα από μια ακουμπισμένη δίπλα του θήκη και να την κουρδίσει. Με το που τέντωσε όμως και την τελευταία χορδή, γύρισε απότομα και τον κοίταξε. Και ήταν το βλέμμα του τόσο έντονο, τόσο γεμάτο δύναμη, που ο Λεωνίδας αθέλητα πισωπάτησε. Τα μάτια του ήταν μελιά στο χρώμα του κεχριμπαριού, μεγάλα, βαθιά, γεμάτα. Αν και ποτέ δεν πρόσεχε τέτοιες λεπτομέρειες - ούτε καν στις γυναίκες, πόσο μάλλον σε άντρες! - ο Λεωνίδας ένιωσε, χωρίς να μπορεί να εξηγήσει το γιατί, ότι αυτά τα μάτια είχαν δει πάρα πολλά. Περισσότερα από όσα θα μπορούσε να δει σε μια ζωή ένας άνθρωπος. Ήταν μάτια που έρχονταν σε πλήρη αντίθεση με το υπόλοιπο νεανικό παρουσιαστικό του, πλήρη από σεβάσμια σοφία, εμπειρία, γνώσεις και έκρυβαν ανεξιχνίαστα αποθέματα από κάθε είδους συναίσθημα - χαρά, λύπη, συμπόνοια, μίσος, οργή.
Έχοντας χαθεί μέσα στο μαγνητικό εκείνο βλέμμα, μόλις που άκουσε τον αινιγματικό άγνωστο να τον καλεί. "Έλα. Άμα θες, έλα κάτσε δίπλα μου." Η ζεστή, βαθιά, πλούσια σε συχνότητες φωνή του ξύπνησε τον Λεωνίδα από τον λήθαργό του. "Εεεεε... ναι. Να έρθω. Ναι, γιατί όχι;" απάντησε ο νεαρός, προσπαθώντας να μην φαίνεται σαν κανένα σαστισμένο πεντάχρονο. Αλλά στον δρόμο του προς το φαρδύ πέτρινο παγκάκι όπου καθόταν ακίνητος ο παράξενος ξένος, στραβοπάτησε κι αισθάνθηκε ακόμα πιο ηλίθιος. Όταν επιτέλους κατάφερε να καθίσει γύρισε και κοίταξε δίπλα του τον κιθαρίστα. Εκείνος χαμογελούσε, χωρίς κακεντρέχεια αλλά μάλλον με συγκατάβαση και συμπάθεια. "Εχμ - μ. Πριν, εεεε... σε παρατηρούσα που κούρδιζες την κιθάρα σου" είπε ο Λεωνίδας, θέλοντας κάπως να δικαιολογηθεί που καθόταν σαν το ξόανο και κοιτούσε τον άγνωστο άνθρωπο λες και ήταν έκθεμα σε ζωολογικό κήπο. "Αλήθεια!" απάντησε ο άγνωστος. Από κοντά το βλέμμα του ήταν ακόμα πιο έντονο αλλά παραδόξως ο Λεωνίδας τώρα το άντεχε παραπάνω, λες και είχε συνηθίσει στην περίεργη επίδρασή του. "Είσαι κι εσύ μουσικός; Παίζεις κάποιο όργανο;" ρώτησε με ενδιαφέρον. "Εγώ; Μπααα. Δεν το έχω ψάξει πολύ με την μουσική. Ούτε προτιμάω κάποιο συγκεκριμένο είδος, ακούω ό,τι παίξει το ραδιόφωνο. Αλλά με ευχαριστεί να κάθομαι σε παρέες που κάποιος παίζει κιθαρίτσα ή μπουζουκάκι ή κάτι άλλο" αποκρίθηκε ο Λεωνίδας, ο οποίος είχε στο μεταξύ και τελείως ασυναίσθητα πιει μονορούφι το ρόφημά του. "Τότε, δεν θα έχεις αντίρρηση να παίξω ένα κομμάτι κι εγώ" είπε ο μουσάτος, συμπληρώνοντας "εσύ θα μου δώσεις να καταλάβω ποιό." Όταν όμως ο Λεωνίδας άρχισε να του προτείνει καναδυό κομμάτια, ο οργανοπαίχτης τον διέκοψε λέγοντας "όχι, όχι. Δεν εννοώ αυτό. Θέλω να μου δώσεις ένα θέμα για να παίξω. Κάποια δυνατή ανάμνηση, ένα έντονο συναίσθημα, μια επίμονη σκέψη." Κι ενώ ο Λεωνίδας άρχισε να σκέφτεται ότι ο τύπος ήταν μάλλον λιγάκι παλαβός, θυμήθηκε εκ παραδρομής το πρωινό σεξ με την όμορφη Στέλλα. "Θαυμάσια!" αναφώνησε ο ξένος. "Η σεξουαλική ένωση! Συνηθισμένο, αλλά πάντα από τα καλύτερα θέματα. Ωραία λοιπόν. Ετοιμάσου."
Και τότε ο κιθαρίστας έπαιξε.
Στην στιγμή ο Λεωνίδας άρχισε να στροβιλίζεται, να υψώνεται, να πετάει προς μια απροσδιόριστη κατεύθυνση. Ήταν ολόγυμνος και γύρω του δεν υπήρχε τίποτα, παρά μια αστραφτερή λευκόχρυση δίνη που τον παρέσερνε. Πίσω και ανάμεσα από τις πτυχές της δεν ξεχώριζε κανένα αντικείμενο, παρά μόνο υπήρχε ένα εκτυφλωτικό φως, λες και βρισκόταν στην επιφάνεια του 'Ηλιου. Ήταν τόσο τρομαγμένος και σοκαρισμένος που άρχισε να ουρλιάζει, αν και ήταν σίγουρος πως κανείς δεν θα τον άκουγε.
Ξαφνικά όμως η πορεία του ανακόπηκε και βρέθηκε ξαπλωμένος πάνω σε μια απροσδιόριστη λευκή ύλη, απαλή και άνετη. Λίγες στιγμές μετά συνειδητοποίησε πως ήταν πάνω σε ένα στρώμα. Ένα στρώμα τεράστιο, μεγάλο σαν γήπεδο, σκεπασμένο με ουρανό και στην μέση μιας παραλίας, τόσο κοντά στην θάλασσα που τα κύματα έσκαζαν στις παρυφές του. Αλλά δεν ήταν μόνος. Πάνω στο στρώμα, γύρω από το στρώμα κι ερχόμενες προς το στρώμα υπήρχαν αμέτρητες ολόγυμνες καλλονές. Ο Λεωνίδας είχε μείνει με το στόμα ανοιχτό, όταν με ορισμένες ματιές αντιλήφθηκε το αδιανόητο. Ανάμεσα στις καλλονές υπήρχαν παλιές του αγάπες, γνωστές, φίλες, κορίτσια που είχε προσέξει στον δρόμο, αλλά και μοντέλα, τραγουδίστριες, pornstars... ναι, το είχε καταλάβει. Οι αμέτρητες αυτές θηλυκές υπάρξεις ήταν μία προς μία όλες οι γυναίκες με τις οποίες είχε ποτέ κάνει σεξ, είχε ερωτευθεί ή είχε φαντασιωθεί. Τον κοίταζαν όλες με απροσμέτρητο πόθο, έτοιμες να τον ξετινάξουν. Και μόλις η ταχύτατή του στύση έκανε την εμφάνισή της, του όρμηξαν.
Ήταν λες και το Σύμπαν είχε σκιστεί στα δύο. Ό,τι είχε ποτέ φαντασιωθεί, ό,τι τον άναβε, ό,τι πρόστυχο και ανώμαλο του ερχόταν ή του είχε ποτέ έρθει στο μυαλό, το έκανε. Με όλες και ταυτόχρονα. Ήταν ένας με κάθε γυναικείο κορμί κολλημένο με το δικό του, αλλά την ίδια στιγμή χωρισμένος σε μύρια κομμάτια, μύριους εαυτούς και χαιρόταν την καθεμιά ξεχωριστά. Πρωταγωνιστούσε σε ένα όργιο αποκλειστικά για τον εαυτό του. Οι οργασμοί που είχε ήταν συνεχείς και διαδοχικοί, ο ένας μετά τον άλλον, ασταμάτητοι, χωρίς να χάνει την στύση του, και όσο πήγαιναν και αυξάνονταν σε διάρκεια κι ένταση. Ολόγυρα ακούγονταν εκκωφαντικά αναστεναγμοί ηδονής, οργασμικές κραυγές και προστυχόλογα από τις αμέτρητες γυναίκες που βρίσκονταν εκεί μόνο για αυτόν, για κάθε του βίτσιο, για κάθε του χατήρι.
Όλο αυτό κράτησε μια στιγμή, μια ζωή, μια αιωνιότητα. Ξαφνικά όμως, σκοτάδι σκέπασε τα μάτια του, η αίσθηση του στρώματος, των γυναικείων κορμιών και της ολοκλήρωσης χάθηκαν, οι φωνές σίγησαν και μια αίσθηση σαν παγωμένο νερό κατέβηκε από τους κροτάφους στον αυχένα κι έπειτα στην σπονδυλική του στήλη. Βρέθηκε πάλι να πετάει, να στροβιλίζεται, να χάνεται. Και με το που επανήλθε η όρασή του, είδε πως βρισκόταν ξανά στο παγκάκι στην σκιά του Λευκού Πύργου, να κοιτάζει τον αινιγματικό ξένο με το ακόμα πιο αινιγματικό χαμόγελο.
Άφησε μια κραυγή και πετάχτηκε από το παγκάκι, εκσφενδονίζοντας ασυναίσθητα το άδειο κουτάκι από το ρόφημά του. Τον είχε λούσει ιδρώτας, έτρεμε κι ένιωθε πως τα γόνατά του δεν τον βαστούσαν. "Τι... τι... αυτό..." τραύλισε και κοίταξε γύρω του, για να σιγουρευτεί ότι δεν βρισκόταν ακόμα καταμεσής του τεράστιου στρώματος, παρέα με όλες τις γυναίκες που είχε ποτέ ποθήσει. "Μην ψάχνεις αυτό που είδες κι έζησες" είπε ο άγνωστος. "Το έζησες μόνο εσύ... και, όσο κι αν σου φάνηκε ότι διήρκεσε, στην πραγματικότητα κράτησε όσο χρόνο χρειάστηκε και ο άνεμος για να σβήσει τον ήχο της συγχορδίας μου" συνέχισε, και η βαθιά του φωνή είχε μια περίεργα κατευναστική επίδραση στην υστερία που είχε πιάσει τον Λεωνίδα. Ηρεμώντας, συμμάζεψε τα θρυμματισμένα κομμάτια της λογικής του και κατάφερε να ψελλίσει "εσύ.. εσύ... Ποιός είσαι;"
Ο ξένος πήρε μια ανεξιχνίαστη έκφραση. "Είμαι αυτός που είμαι. Δεν έχω όνομα, γιατί το όνομα χρησιμεύει για να ξεχωρίσει ένα άτομο από το σύνολο των ομοίων του υπάρξεων. Ενώ εγώ... είμαι μοναδικός." Βλέποντας ότι ο Λεωνίδας δεν καταλάβαινε τίποτα, συνέχισε "εν τούτοις, και πιο πολύ για την ψυχική ηρεμία των ανθρώπων, έχω γίνει γνωστός με διάφορες ονομασίες. Στην Μεσοποταμία με λέγανε Νάμπου. Στην Βαβυλώνα με φώναζαν Ενλίλ. Στην Αίγυπτο, Αθώρ. Στην Ελλάδα, Απόλλωνα..." "Σταμάτα!" τον διέκοψε απότομα ο Λεωνίδας, που είχε πλέον πειστεί ότι ο ξένος ήταν θεότρελος και ότι παράσερνε και τον ίδιο στην τρέλα του. "Τι μου λες τώρα; Ότι είσαι κάποιος θεός;" Ο ξένος φάνηκε για πρώτη φορά απηυδησμένος. "Να, για αυτόν ακριβώς τον λόγο δεν επέμεινα στο να ονοματίσω τον εαυτό μου. Εσείς οι άνθρωποι έχετε την κακή συνήθεια να εγκολπίζετε σε στεγανά κατώτερης αντίληψης ό,τι ξεφεύγει από τα όρια και τις δυνατότητές σας - πράγμα που σας εμποδίζει να διευρύνετε τους νοητικούς σας ορίζοντες ώστε να συμπεριλάβετε την νέα υπερβατική γνώση που σας προσφέρεται. Τι να πω... περίμενα ότι μετά από τόσες χιλιάδες δικά σας ηλιακά χρόνια θα είχατε προοδεύσει ως φυλή σε κάποια πράγματα." Ο Λεωνίδας τα είχε πλήρως χαμένα. "Τί είναι αυτά που λες; Τι διάολο, πρώτα μου μιλάς λες και υπήρξες κάποιος αρχαίος θεός και ύστερα νιώθω ότι συζητάω με τον Ε.Τ. Εγώ, το μόνο που καταλαβαίνω και βλέπω, είναι ένας περίεργος τύπος, που καθώς έπαιξε την κιθάρα του είδα μια παραίσθηση. Αυτό πώς το έκανες;" Το πρόσωπο του ξένου φωτίστηκε. "Αχά! Επιτέλους, κάτι αρχίζεις και πιάνεις! Η εμπειρία, φίλε μου. Η εμπειρία είναι η μόνη πραγματική γνώση. Για όλα τα υπόλοιπα, υπάρχουν μόνο υποθέσεις, παρατηρήσεις, σκέψεις και θεωρίες. Καλά είναι και αυτά, αλλά λειτουργούν μόνο σαν υποκατάστατα της πραγματικότητας... μέχρι να φτάσει κάποιος στο κατάλληλο νοητικό επίπεδο ώστε τα υποκατάστατα να αντικατασταθούν με πραγματικά συναισθητικά γεγονότα... με άλλα λόγια, νέες εμπειρίες." Σταμάτησε για να διαπιστώσει την εντύπωση που έκαναν τα λόγια του και, βλέποντας πως ο Λεωνιδας είχε μείνει άφωνος, συνέχισε "υπάρχει μια υπερκόσμια αλήθεια. Τα πάντα είναι Μουσική. Ακόμα και όσα δεν συλλαμβάνονται από την αίσθηση που εσείς οι άνθρωποι ονομάζετε ακοή. Η Μουσική, όπως και τα παιδιά της, ο Ρυθμός, η Αρμονία, η Δυσαρμονία, η Σύνθεση και τόσα άλλα, είναι οι κινητήριες δυνάμεις του Είναι. Αποτελούν τον Ιστό των Συμπάντων, το Πλέγμα των Διαστάσεων, την συνέχεια της ασυνέχειας, την πληρότητα του κενού. Είναι η ύλη, η ενέργεια, η δομή και η αποδόμηση. Όλα έχουν την δικιά τους μουσική. Και η Μουσική βρίσκει την καλύτερή της έκφραση, το ευρύτερο ηχοχρωματικό της πεδίο, στην σπανιότερη και συνάμα πολυτιμότερη πτυχή του Είναι. Την Νόηση."
Ο Λεωνίδας είχε ζαλιστεί από το λογύδριο του μουσάτου. Η κάτι παραπάνω από στοιχειώδης καλλιέργεια και μελέτη που είχε κάνει περί τελεολογικών και άλλων θεωρειών και φιλοσοφημάτων του επέτρεψε να αντιληφθεί πάνω σε ποιό πλαίσιο μιλούσε ο ξένος, αλλά και πάλι, η όλη εμπειρία του φαινόταν εξωπραγματική. Αλλά αν και ο ορθολογισμός του, του έκρουε τον κώδωνα του κινδύνου και του επίτασσε να την κάνει όπως όπως και να πάει κάπου ήσυχα για να ξεράσει, μήπως και τον πείραξε άσχημα αυτή η αηδία που είχε πιει μονοκοπανιά, η αίσθηση της περιπέτειας και της περιέργειας που είχε από μικρός, όταν είχε πρωτοαρχίσει να εξερευνά με την τσακαλοπαρέα του τα πάρκα της Πολίχνης μήπως και ανακαλύψει κανένα αιμοδιψές τέρας, επικράτησε πάνω του. Και αποφάσισε να παίξει το παιχνίδι του παράξενου αγνώστου. "Έστω" είπε, φανερά πιο ήρεμος. "Δεν καταλαβαίνω ακριβώς ποιός ή τι είσαι. Αλλά ας δεχτώ ότι είσαι πράγματι αυτός που λες. Τι ήρθες να κάνεις εδώ; Γιατί είσαι άντρας και όχι γυναίκα; Κι εγώ τί ρόλο βαράω; Και μην ξεχάσουμε ότι, πέρα από ό,τι είπες, εγώ και πάλι θα πρέπει να σε φωνάζω με κάποιο όνομα." Ο ξένος έδειχνε να το διασκεδάζει. "Εντάξει λοιπόν... άμα είναι τόσο σημαντικό για εσένα, μπορείς να με λες Τζέρι. Έτσι με είχε φωνάξει μια μισομεθυσμένη κοπέλα που με είχε δει κάποτε στο Manhattan, όταν έπαιξα για αυτήν μια συγχορδία, στην εμπειρία της οποίας ήταν λεπτή σαν σκελετός - και το χαιρόταν όσο τίποτε άλλο. Τί να πω... ίσως της θύμιζα κάποιον. Το όνομα πάντως μου φάνηκε διασκεδαστικό. Κατά τα άλλα, το ότι είμαι άντρας είναι τυχαίο. Επέλεξα να φαίνομαι όπως φαίνομαι καθαρά με βάση την διάθεσή μου. Άλλωστε στο ανθρώπινο παρελθόν και όσο είχα μείνει στην Γη, υπήρξα και γυναίκα. Θυμάμαι κάποτε..." "Καλά, καλά", είπε ο Λεωνίδας. "Δεν μου απάντησες όμως στο σημαντικότερο. Τί δουλειά έχεις εδώ και τί σχέση έχει με εμένα. Α, και κάτι άλλο! Πώς στο καλό διάβασες την σκέψη μου! Το κάνεις και τώρα, ενόσω μιλάμε;" "Λεωνίδα, φίλε μου" είπε ο ξένος και άφησε σέκο τον Λεωνίδα, που δεν του είχε πει το όνομά του, "δεν με έστειλε κάποιος ούτε είμαι αντιπρόσωπος κάποιας εξωγήινης φυλής, αν αυτό σκέφτεσαι - παρεμπιπτόντως, εξωγήινες φυλές που αλωνίζουν το δικό σας Σύμπαν προς εύρεση άλλων νοημόνων φυλών δεν έχουν ακόμα επισκεφτεί την Γη, αλλά να τις αναμένετε οσονούπω. Ούτε είμαι εδώ για κάποιον άλλο λόγο πέρα από το ότι είμαι πράγματι εδώ. Η αιτιότητα του γεγονότος καθορίζεται από το γεγονός της αιτιότητας. Ομοίως βρίσκεσαι κι εσύ εδώ, μαζί μου και μου μιλάς, γιατί πολύ απλά δεν θα μπορούσες να βρίσκεσαι αλλού. Δεν είναι θέμα μοίρας ή κάτι άλλο - το από πριν προαποφασισμένο και προκαθορισμένο από κάποια απροσδιόριστη αρχή γεγονός είναι μια ανοησία και μισή, ένα λογικό σφάλμα, μια φρούδα ψευτοελπίδα που είναι αποκλειστικό δημιούργημα της ανθρώπινης φυλής. Εσύ δημιούργησες μόνος σου το γεγονός και την αιτιότητα - παιδιά της Μουσικής και τα δύο - και πράγματι, να'σαι." Οι νοητικές ακροβασίες του Τζέρι άρχισαν να προκαλούν πονοκέφαλο στον Λεωνίδα. Ο μουσικός το κατάλαβε και άλλαξε ύφος, λέγοντας "φτάνουν όμως αυτά. Με ρώτησες αν διαβάζω τις σκέψεις σου. Αυτό δεν γίνεται. Μια διάνοια, είτε μοναχική είτε ως μέλος μιας συλλογικότητας, είναι απόλυτα αυτόνομη και κανένας δεν έχει το δικαίωμα να την σκαλίζει - χωρίς την άδεια της, έστω. Έτσι και πριν, αντιλήφθηκα την σκέψη σου μόνο επειδή μου το επέτρεψες... πράγμα που μπορείς να το ξανακάνεις, αν θες να παίξω κάτι άλλο για εσένα".
Ο Λεωνίδας τρέναρε το μυαλό του, όταν πρόσεξε με την άκρη του ματιού του ένα περιστεράκι που φτερούγισε εκεί κοντά. Αυθόρμητα σκέφτηκε ότι πετάει.
Και πράγματι, πέταξε.
Τα μάτια του δάκρυζαν από την ταχύτητα και το ψύχος που θα έπρεπε να του ταλαιπωρεί τα πνευμόνια το αισθανόταν σαν δροσιά. Ήταν και πάλι γυμνός και είτε άπλωνε τα χέρια και τα πόδια του είτε τα κρατούσε σφιχτά κολλημένα σον κορμό του, δεν είχε καμιά επίπτωση στην ταχύτητά του. Από κάτω του, σύννεφα. Πυκνά, ολόλευκα, χρυσαφιά, ροδοκόκκινα, πορτοκαλί, μπλε. Ολόγυρά του, ένας βαθυγάλαζος ουρανός και στα αριστερά του ένας τεράστιος Ήλιος, που δέσποζε στο στερέωμα σαν τρομερός και πανίσχυρος αυτοκράτορας. Απότομα, έκανε μια βουτιά, τρύπησε τα απαλά νέφη και βρέθηκε ξάφνου μέσα σε μια βρώμικη θολούρα. Μια θολούρα που παραμόρφωνε την όρασή του, που ενοχλούσε με την δυσωδία της την ευαίσθητη μύτη του, που την ένιωθε να κολλάει πάνω στο δέρμα του σαν άπλυτο ρούχο. Χαμήλωσε λίγο πιο πολύ, ξεφεύγοντας από την βρωμιά, όταν το τοπίο από κάτω του φάνηκε γνωστό. Και πράγματι, κατάλαβε πού ήταν μερικά δευτερόλεπτα αργότερα. Βρισκόταν πάνω από την Θεσσαλονίκη.
Να ο Λευκός Πύργος, το Μακεδονία Palace, ο Ναυτικός Όμιλος. Στα αριστερά και αρκετά πιο μακριά το Δημαρχείο - του φαινόταν ακόμα πιο εκτρωματικά τυχαίο από ψηλά - και το Βυζαντινό Μουσείο. Έστριψε, οδεύοντας προς τα βόρεια. Είδε την Αγίου Δημητρίου, το Καυταντζόγλειο, την Τριανδρία και τα σύνορα της Άνω Τούμπας. Πέρασε από τα πρώην αναδασωμένα κατώτερα όρια του Σέιχ Σου και κατευθύνθηκε προς τον Χορτιάτη. Κάτω του οι άνθρωποι μυρμήγκιαζαν και χαμηλώνοντας ακόμα περισσότερο είδε πως πολλοί φώναζαν κι έδειχναν σαστισμένοι και τρομαγμένοι προς το μέρος του.
Ήταν η απόλυτη αίσθηση της ελευθερίας. Τίποτα δεν τον περιόριζε, δεν τον ισοπέδωνε, δεν τον αιχμαλώτιζε. Η πληρότητα, η συγκίνηση και η ανάταση που ένιωθε ήταν συγκλονιστικές. Μα πριν προλάβει να ξεχάσει την ανθρώπινη και φυσιολογικά γαντζωμένη στο έδαφος υπόστασή του, πριν παραδοθεί τελείως στο χάδι του αγέρα, πριν απολαύσει ένα τρυφηλό και νωχελικό ξάπλωμα σε κάποιο σγουρό συννεφάκι, η αίσθηση της παγωνιάς που είχε ξανανιώσει ξεχύθηκε πάλι στο ανώτερο νευρικό του σύστημα. Και βρέθηκε πάλι να κάθεται δίπλα στον Τζέρι.
Αυτήν την φορά αισθάνθηκε πιο ήπια την μετάβασή του στην πραγματικότητα - ίσως ήταν και περισσότερο προετοιμασμένος για αυτό. "Ήταν απίθανο!" αναφώνησε ενθουσιασμένος. Ο Τζέρι χασκογέλασε. "Ω ναι, φαίνεται πως σου άρεσε πολύ. Εμπρός, σκέψου και κάτι άλλο. Ό,τι θες." Ο Λεωνίδας σκέφτηκε να εκμεταλλευτεί αυτήν την ανέλπιστη ευκαιρία και στρώθηκε να σκεφτεί ό,τι ανεκπλήρωτο, ανικανοποίητο και υποβόσκον είχε κατά νου. Ανέλπιστα όμως, του ήρθε στο μυαλό ένα ντοκιμαντέρ που είχε δει πρόσφατα και αναφερόταν στο απάνθρωπο έθιμο της κλειτοριδεκτομής στην Σομαλία και άλλες χώρες της Αφρικής. Αυτή του η σκέψη φαίνεται πως ήταν πολύ δυνατότερη από όλες τις άλλες την δεδομένη χρονική στιγμή και κυριάρχησε στο συνειδητό του. Ο Τζέρι τον κοίταξε και είπε "αφού το θέλεις λοιπόν. Αλλά μου φαίνεται πως θα υποφέρεις." Και πριν προλάβει να του πει να σταματήσει, ο κιθαρίστας έπαιξε την συγχορδία του και ο Λεωνίδας παρασύρθηκε σε μια ακόμα δίνη, μόνο που αυτή ήταν σκοτεινή, με ένα αρρωστημένο καφεκόκκινο χρώμα που λες και επιτιθόταν στις κόρες των ματιών και του τις διαπερνούσε σαν πυρωμένη βελόνα. Αγωνιώντας, έκλεισε σφιχτά τα μάτια του.
Όταν τα ξανάνοιξε, είδε μια αρκετά ψηλή και στρουμπουλή μαύρη γυναίκα σε απόσταση αναπνοής από το πρόσωπό του, να τον κοιτάει έντονα και να του φωνάζει "Zainab! Zainab! Σύνελθε! Σύνελθε, κορίτσι, τι έπαθες;" Του μιλούσε σε μια γλώσσα που δεν ήταν ελληνική κι όμως την καταλάβαινε. Αλλά προφανώς δεν αναφερόταν στον ίδιο αλλά σε ένα... τι στο διάολο...
Ο Λεωνίδας κοίταξε κάτω και διαπίστωσε με φρίκη πως το σώμα που είχε τα τελευταία 23 χρόνια δεν υπήρχε πια. Το δέρμα του είχε ένα σκούρο σοκολατί χρώμα, τα χέρια και τα πόδια του ήταν μικρά και κοκαλιάρικα και το μικρό του ύψος του έδωσαν να καταλάβει ότι το κορμί του ήταν κορμί παιδιού. Και όχι μόνο αυτό... σηκώνοντας με μια ξαφνική διαίσθηση το μακρύ πολύχρωμο καφτάνι που φορούσε, διεπίστωσε με μια κραυγή πως είχε αιδοίο.
Και τότε ήρθε η συνειδητοποίηση. Συνέδεσε την τωρινή του - της -  κατάσταση με την τελευταία σκέψη που έκανε πριν παίξει ο Τζέρι την αλλόκοσμη συγχορδία του. Είδε ολόγυρά της μαζεμένες γυναίκες, όλες μεγαλύτερες στα χρόνια από αυτήν, άλλες περισσότερο και άλλες λιγότερο. Οι πιο ηλικιωμένες είχαν στυλωμένο το βλέμμα τους έξω από τα παράθυρα της πλίνθινης τρώγλης μέσα στην οποία βρίσκονταν, με ένα ελαφρό μειδίαμα στα παχιά τους χείλη. Οι υπόλοιπες την κοίταζαν ψυχρά. Ανάμεσά τους ξεχώρισε την μητέρα της, την Deega, τις αδελφές της, την Hibo, την Zahra και την Ge Mo'o, όλες μεγαλύτερες από την ίδια, και αρκετές από τις ξαδέλφες της. Είχαν όλες μαζευτεί εκεί και περίμεναν. Περίμεναν να έρθει η ώρα της Zainab.
Από έξω ερχόταν ένας χαλασμός από ουρλιαχτά, βογγητά και πνιχτά κλάματα. Μόλις αυτά σίγησαν, η Deega γύρισε και της είπε "σειρά σου." Και η Zainab κατάλαβε αμέσως τί ακριβώς θα της έκαναν.
Ευθύς όρμησε προς την πόρτα προσπαθώντας να ξεφύγει αλλά οι ξαδέλφες της, ίσως συνηθισμένες σε τέτοιου είδους αντιδράσεις, ήταν πιο γρήγορες. Μία την έπιασε σφιχτά από την μέση και άλλες δύο από τα πόδια. Η Zainab σκουντούφλησε κι αιχμαλωτίστηκε, αλλά δεν το έβαλε κάτω. Αν και ήξερε ότι πλέον δεν μπορούσε να ξεφύγει, άρχισε να στριφογυρίζει, να χτυπιέται, να κλωτσάει, να δαγκώνει και να φωνάζει. Με τίποτα όμως δεν ξέφευγε από την δυνατή λαβή των ευτραφών ξαδελφών της. "Ζιζάνιο ε;" είπε μια γριά στην Deega. "Όπως βλέπεις" είπε εκείνη επιτιμητικά. "Θα της περάσει όμως. Είναι κάτι που πρέπει να γίνει. Όλες το κάναμε στα εννιά μας χρόνια ακριβώς" πρόσθεσε, εισπράττοντας τα επιδοκιμαστικά μουρμουρητά των υπολοίπων γυναικών. "Είθε να αντέξει όπως οι τρεις αδελφές της" συμπλήρωσε κοιτάζοντας με περηφάνεια τα υπόλοιπα κορίτσια της και προξενώντας τις ακόμα πιο βίαιες αντιδράσεις της Zainab, που θυμήθηκε ότι στο ντοκιμαντέρ που είχε δει ως Λεωνίδας υπήρχαν και μαρτυρίες συγγενών κοριτσιών που είχαν πεθάνει κατά την διάρκεια της επέμβασης.
Προσπάθησαν να την σύρουν έξω από την καλύβα, μάταια όμως. Έτσι την πήραν σηκωτή. Εκείνη ούρλιαζε τόσο δυνατά που ένιωθε ότι τα πνευμόνια της θα σπάσουν, αλλά του κάκου. Κανείς και καμιά δεν έδινε σημασία ούτε έδειχνε οίκτο. Την μετέφεραν κάτω από τον ζεστό απογευματινό ήλιο, μέσα από κάτι ψηλούς και φουντωτούς θάμνους και κοντά σε μια γριά, που έδειχναν να της φέρονται με μεγάλο σεβασμό κι εκτίμηση. Αυτή εξέταζε το κομμάτι από ξυράφι που κρατούσε και είπε "μπααα. Στόμωσε." Χωρίς άλλη κουβέντα το πέταξε χάμω, έχωσε το χέρι της σε ένα ταγάρι που κρεμόταν από την μέση της κι έβγαλε ένα άλλο ξυράφι. Το κοίταξε καλά καλά, το έφτυσε και το σκούπισε στην ποδιά της. Στην συνέχεια είπε στην Deega "την εμπόδισες να πιεί νερό ή γάλα την προηγούμενη νύχτα; Για να μην χρειαστεί να ουρήσει για μερικές ώρες." "Βεβαίως" είπε η Deega κι έδωσε στην κόρη της να δαγκώσει μια ρίζα δέντρου. Η Zainab την έφτυσε  και βάλθηκε να συνεχίζει το ουρλιαχτό και το κλάμα, αν και εμφανώς καταβεβλημένη και κουρασμένη από τον τόση ώρα απέλπιδο θρήνο της. "Αφού έτσι θέλει..." είπε η ξεδοντιάρα γερόντισσα και της έκλεισε με ένα μαντήλι τα μάτια, δένοντάς το σφιχτά και μπλέκοντας τον κόμπο με τα μαλλιά της. Στην συνέχεια, η μάνα της της έκλεισε το στόμα, δύο χειροδύναμες γυναίκες που κάθονταν παραδίπλα της έπιασαν το στήθος και άλλες δύο της άρπαξαν τα πόδια, ανοίγοντάς τα.
Την επόμενη στιγμή η Zainab ένιωσε να της κόβουν την σάρκα. Τα μάτια της πετάχτηκαν από τις κόγχες τους και η ανάσα της κόπηκε. Ο πόνος ήταν τόσο αφόρητος, τόσο οξύς, τόσο αβάσταχτος που της έφερε εμετό, της παρέλυσε τα γόνατα κι έκανε το κορμάκι της να τραντάζεται ανεξέλεγκτα. Για μερικά φρικιαστικά δευτερόλεπτα, άκουγε τον πνιχτό ήχο της λεπίδας που πριόνιζε πέρα δώθε την μικροσκοπική, κοριτσίστικη κλειτορίδα της, σέρνοντάς την σε ένα μαρτύριο χωρίς νόημα, λογική και ουσία, σε ένα πόνο που εξαπλωνόταν σε όλο της το σώμα σαν να κυλούσε στις φλέβες της όχι αίμα αλλά καυτό μάγμα, σε μια ζωή όπου θα δοκίμαζε αγωνία, δυσκολία και βάσανο κατά την ούρηση και την έμμηνο ρύση της και πλήρη αναισθησία κατά την διάρκεια των σεξουαλικών επαφών της. Με το που τελείωσε η γριά το φριχτό έργο της, η Zainab έκανε ήδη εμετό πάνω της, στα ρούχα της, στα χέρια που την κρατούσαν. Στην συνέχεια της έβγαλαν το μαντήλι και είδε τί της είχαν κάνει. Είδε την αιματοβαμμένη και ακρωτηριασμένη της ήβη, είδε το κατακρεουργημένο της αιδοίο και την έπιασε μια σκοτοδίνη. Λίγο πριν χάσει τις αισθήσεις της, πρόλαβε να αντιληφθεί να της δένουν σφιχτά τα πόδια. Ύστερα, σκοτάδι.
Μετά από ένα απροσδιόριστο χρονικό διάστημα, ένιωσε φως να ξεδιαλύνει την όρασή του, ζεστασιά να ανακουφίζει τα μέλη του και μια γλυκιά απουσία πόνου. Ανοιγόκλεισε τα μάτια του και είδε και πάλι μπροστά του τον Τζέρι, να τον κοιτάζει με υγρά μάτια και μια έκφραση σκληρής συμπόνοιας. Αν και ακόμα σοκαρισμένος, αναστέναξε με ανακούφιση και ψηλάψισε το σώμα του. Ναι, ήταν και πάλι ο Λεωνίδας. Ο κορμός του, τα μπράτσα του, τα πόδια του, ήταν όλα δικά του. Με εντεινόμενο άγχος έπιασε και τα αχαμνά του, όπου διαπίστωσε με ευχαρίστηση πως ήταν αντρικά, τα ίδια που ήξερε και είχε από την αυγή της ζωής του - και ήταν στην σωστή τους θέση.
"Τι φρίκη ήταν αυτή" σφύριξε και ο Τζέρι βιάστηκε να πει "πρέπει να προσέχεις τί σκέφτεσαι. Η συναίσθηση που αντιλαμβανόμαστε εγώ και η κιθάρα μου μπορεί να λειτουργήσει καμιά φορά αντίθετα από το αναμενόμενο ή απρόβλεπτα, όπως τώρα, που δεν ήσουν ένας απλός μάρτυρας στον ακρωτηριασμό της Zainab αλλά η ίδια η Zainab." "Ε; Κι εσύ πώς ξέρεις ποιός και τί ήμουν;" βιάστηκε να παρατηρήσει ο νεαρός. Ο Τζέρι απέφυγε να απαντήσει. Αντ' αυτού κάρφωσε το βλέμμα του μέσα στα μάτια του Λεωνίδα. "Οι σκοποί που πρέπει να εξυπηρετηθούν είναι καμιά φορά απροσδόκητοι. Αλλά και η ανάγκη για πραγμάτωση ακατανίκητη." Σταμάτησε και παρατήρησε το μπερδεμένο πρόσωπο του Λεωνίδα. "Ξέρεις, μπορείς να παίξεις κι εσύ αν θέλεις." "Μα δεν ξέρω να παίζω" ανταπάντησε ο Λεωνίδας, που του φάνηκε ύποπτη η παραίνεση του αινιγματικού ξένου. "Κι όμως ξέρεις" είπε ο Τζέρι. "Όλοι ξέρουν" πρόσθεσε και του έδωσε την κιθάρα. Μόλις ο Λεωνίδας την πήρε στα χέρια του, οι χορδές αναδεύτηκαν, ταλαντώθηκαν κι έγιναν καπνός. Ανοιγοκλείνοντας τα μάτια του από αυτό το καινούριο θαύμα, άκουσε τον κιθαρίστα να τον συμβουλεύει "βάλε το ένα χέρι σου στην ταστιέρα - τον λαιμό της κιθάρας. Ύστερα, με το άλλο απλώς... παίξε." "Και τι θα συμβεί; Θα νιώσεις εσύ κάτι;" Ο Τζέρι χαμογέλασε, αλλά το πρόσωπό του ήταν άτεγκτο. "Εγώ πάντα νιώθω αυτό που είναι να νιώσω. Είμαι ένα, εγώ και η κιθάρα μου. Δεν είναι αυτή φορέας κάποιας κοσμικότητας, ούτε εγώ κάποιας άλλης, αλλά και οι δύο μαζί. Όμως παίξε." Ο Λεωνίδας βρήκε και πάλι ακαταλαβίστικα τα μυστηριώδη του λόγια, αλλά είχε πάρει την απόφασή του. Έβαλε στην τύχη το αριστερό του χέρι στην άδεια ταστιέρα και με το δεξί έκανε σαν να ρίχνει μια πενιά.
Σχεδόν αμέσως ένιωσε μια θανατερή παγωνιά σε όλο του το σώμα, ένα θολό παραπέτασμα να καλύπτει τα μάτια του, τα άκρα του να κοκαλώνουν. Τα πνευμόνια του αγωνιούσαν να πάρουν ανάσα, αλλά το διάφραγμά του δεν ανταποκρινόταν στην αγωνία τους. Η καρδιά του σφίχτηκε. Τινάχτηκε για λίγο, ψυχορράγησε κι έπειτα... τίποτα. Κοίταξε γύρω του και είχε νυχτώσει. Αστέρια δεν έβλεπε εξαιτίας της φωτορύπανσης - η παραλία ήταν κατάφωτη και γεμάτη από κόσμο - αλλά το φεγγάρι ήταν λαμπερό και γεμάτο. Γύρισε και είδε τον Τζέρι να τον κοιτάζει με βλέμμα τόσο έντονο, που ήταν λες και τα μάτια του φώτιζαν σαν φάρος σε κάποιο σκοτεινό λιμάνι. Του έδωσε συγχισμένος την κιθάρα λέγοντας "τι στο καλό ήταν αυτό; Ένιωσα μια απαίσια αίσθηση, σαν... σαν να πνιγόμουν. Και ύστερα, ανοίγω τα μάτια μου και διαπιστώνω πως βράδιασε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο! Τι παιχνίδι παίζεις;" "Δεν ήταν ένα δευτερόλεπτο. Ήταν πράγματι ώρες ολόκληρες. Γιατί η συγχορδία που έπαιξες ήταν τόσο ισχυρή, που ο ήχος της άργησε πολύ να σβήσει." "Μα εγώ δεν κατάλαβα τίποτα. Ούτε που έχω ξαναπιάσει κιθάρα στα χέρια μου! Τι διάολο συγχορδία έπαιξα;" "Δεν κατάλαβες τίποτα γιατί μετά την αρχική αίσθηση του πνιγμού, του παγώματος, βυθίστηκες στην ανυπαρξία. Γιατί αυτή η συγχορδία που έπαιξες ήταν η συγχορδία του θανάτου." "Τ.. του ποιού;" "Του θανάτου" απάντησε ο Τζέρι ψυχρά. "Του δικού σου θανάτου."
Ο Λεωνίδας τινάχτηκε από το παγκάκι και χωρίς ανάσα άρχισε να φεύγει τρέχοντας, δίχως να ρίξει ματιά πίσω του και νιώθοντας το παγωμένο βλέμμα του Τζέρι να του καρφώνει την πλάτη. Ο τρόμος του έτρωγε τα σωθικά και το μόνο που μπορούσε να σκεφτεί ήταν να φύγει όσο το δυνατόν μακρύτερα από τον σατανικό κιθαρίστα, που τον πότισε με ψευδαισθήσεις, τον νάρκωσε με οράματα κι έπειτα τον παρέσυρε στην παγίδα του. Μια παγίδα και μια τιμωρία που δεν ήξερε γιατί τα άξιζε. Η λογική του, το εύθραυστο οικοδόμημα του κόσμου του και ο τόσο πολύτιμος ορθολογισμός του τον είχαν εγκαταλείψει. Μετά από όσα είχε δει, από όσα είχε νιώσει και ζήσει, ήταν έτοιμος να πιστέψει τα πάντα. Δεν ήξερε αν ο θάνατος που είχε βιώσει για λίγο, υπό την απόκοσμη επίδραση της κιθάρας, θα τον έβρισκε σε μερικά λεπτά, σε μια εβδομάδα ή σε εβδομήντα χρόνια. Ήξερε απλά ότι το ένστικτο της επιβίωσής του ούρλιαζε μέσα στο κεφάλι του, λέγοντάς του μία και μόνη λέξη: φύγε.
Στην τσέπη του, το κινητό του χτυπούσε - και μάλιστα εδώ και αρκετή ώρα. Ποιός ξέρει πόσες κλήσεις και από ποιόν έγιναν καθ'όλη την διάρκεια της ημέρας. Αλλά αυτό λίγο τον ενδιέφερε. Έχοντας αποσυνδέσει το μυαλό από το σώμα του όρμησε χωρίς να σκεφτεί για να διασχίσει τρέχοντας την Λεωφόρο Μεγάλου Αλεξάνδρου. Άκουσε μια κόρνα, ένα ανατριχιαστικό στρίγκλισμα φρένων και μέσα σε μια απειροελάχιστη στιγμή κατάλαβε τί είχε κάνει. Σήκωσε ασυναίσθητα τα χέρια του για να προστατευτεί κι έκλεισε σφιχτά τα μάτια του.
Όταν τα ξανάνοιξε είδε έκπληκτος ότι το αμάξι που θα τον σκότωνε ακαριαία είχε σταματήσει. Όχι, δεν είχε σταματήσει. Είχε παγώσει. Τα πάντα γύρω του είχαν παγώσει, λες και κάποιος είχε πατήσει το pause σε ένα υπερκόσμιο τηλεχειριστήριο. Οι πεζοί είχαν μείνει μετέωροι πάνω στα βήματά τους, τα πουλιά κρεμόντουσαν άτονα στον αέρα, τα μικροσκουπίδια που είχε παρασύρει ο άνεμος ακίνητα στην πορεία τους, τα αυτοκίνητα κοκαλωμένα πάνω στις ρόδες τους, η έκφραση του οδηγού του μοιραίου αμαξιού παγωμένη μέσα στο σάστισμά της.
Ο Λεωνίδας ένιωθε να τον εγκαταλείπουν οριστικά τα λογικά του. Εκείνη την στιγμή όμως, άκουσε μια βαθιά και ζεστή φωνή από πίσω του να λέει "ξέρεις, πρέπει να απολογηθώ." Γύρισε και είδε τον Τζέρι. Τρελός από λύσσα όρμησε καταπάνω του, για να τον χτυπήσει, να τον γρονθοκοπήσει, να τον πνίξει, να του κάνει κάτι τέλος πάντων που θα εκτόνωνε το μίσος του. Αλλά όσο και να έτρεχε, ο Τζέρι δεν πλησίαζε. Κοίταξε τα πόδια του και είδε ότι ναι μεν έτρεχε, αλλά δεν είχε σαλέψει ούτε χιλιοστό από το σημείο που βρισκόταν. Αποκαμωμένος, σταμάτησε. "Μπάσταρδε! Πουτάνας γιε!" ούρλιαξε ασθμαίνοντας. "Γιατί με παγίδεψες έτσι; Ε; Γιατί ρε μουνόπανο; Τί σου έκανα; Τί σου έφταιξα;" έκραξε με απόγνωση, βρίσκοντας μια στιγμιαία ανακούφιση στις βρισιές που εκτόξευε. Ο Τζέρι πάντως παρέμεινε μειλίχιος. "Όπως είπα, πρέπει να απολογηθώ. Είναι αλήθεια ότι σου έστησα μια παγίδα. Αλλά είσαι εσύ που έπεσες μέσα σε αυτήν. Εσύ, που ήθελες άπληστα να δοκιμάσεις όλους τους πειρασμούς της Μουσικής. Εσύ, που οδήγησες τον εαυτό σου σε αυτήν την κατάσταση. Και όλα άρχισαν από την στιγμή που δέχτηκες την πρόσκλησή μου." Ο Λεωνίδας ωρυόταν. "Μα γιατί; Γιατί εγώ;" Ο Τζέρι προχώρησε ένα βήμα και είπε "δεν υπάρχει γιατί. Η αιτιότητα του γεγονότος είναι, όπως σου είπα, το ίδιο το γεγονός. Είσαι εσύ γιατί δεν θα μπορούσε να είναι κανείς άλλος. Για αμέτρητες ζωές ανθρώπων τριγυρνώ στους κόσμους, γνωρίζοντας όλα τα όντα, λογικά και μη, και μελετώ την αντίληψή τους πάνω στην Μουσική - παρακολουθώντας την αλληλεπίδρασή τους πάνω στην διακύμανσή Της... και παράλληλα νιώθοντάς την κι εγώ μαζί τους. Γιατί εγώ από μόνος μου δεν νιώθω τίποτα.  Είμαι απλά ένας παρατηρητής, ένας δίαυλος, ένας συλλέκτης εμπειριών, ένα δοχείο που δεν είναι άδειο και που παρ'όλ'αυτά δεν γεμίζει ποτέ. Υπηρετώ την Μουσική και αυτή υπηρετεί τον Εαυτό της μέσα από εμένα. Γιατί εγώ είμαι μόνο μια έκφανση της Μουσικής, τόσο παλιός όσο κι εκείνη και όμως μόνο ένα μέρος της, ένα από τα παιδιά της. Εγώ, είμαι η Συγκίνηση." Φτάνοντας πάνω από τον Λεωνίδα που τώρα είχε γονατίσει και κλαψούριζε σιγανά, του χάιδεψε το κεφάλι και συνέχισε "όμως κουράστηκα. Για πρώτη φορά από την αρχή της Συνειδητότητας ένιωσα να λυγίζω από το βάρος της ύπαρξής μου. Και για πρώτη φορά ζήλεψα ένα τετελεσμένο ον. Είστε πολύ ενδιαφέρουσα ράτσα εσείς οι άνθρωποι. Ατελέστατοι, περιορισμένης αντίληψης κι ευφυίας αλλά πολυπλοκότατοι στις συναισθηματικές σας επιπλοκές. Έχετε τεράστια βαρίδια που σας κρατούν πίσω - τον φόβο, το μίσος, την αδικία και την καταπίεση προς την φύση και την ίδια σας την φυλή. Αλλά άμα τα αποδιώξετε, άμα απελευθερωθείτε, μπορείτε να επιτύχετε θαυμαστή εναρμόνιση με την Μουσική, εναρμόνιση που φυλές αφάνταστα πιο εξελιγμένες από εσάς μόλις άρχισαν να ψυχανεμίζονται... κι αυτός είναι ο λόγος που σας διάλεξα." "Μας διάλεξες;" ρώτησε ο Λεωνίδας γευόμενος τα αλμυρά του δάκρυα. "Ναι. Για να πάρει ένας από εσάς την θέση μου."
Ο Λεωνίδας έμεινε με το στόμα ανοιχτό. "Και αυτός ένας... μπορεί να είμαι εγώ;" είπε ανακαθίζοντας. "Μπορεί να είσαι κι εσύ, ναι. Αν το θέλεις." "Αν το θέλω;!" ξέσπασε ο νεαρός. "Ώστε έτσι κάνεις εσύ τις προτάσεις σου; Παρασέρνοντας τους άλλους στον θάνατό τους, βάζοντάς τους το μαχαίρι στον λαιμό; Εκβιάζοντάς τους; Μην αφήνοντάς τους άλλη επιλογή;" "Με παρεξήγησες" απάντησε ήρεμα ο Τζέρι. "Η παγίδα που σου έστησα δεν αποσκοπούσε στον θάνατό σου. Απλά με το που σε είδα κατάλαβα ότι η δεκτικότητά σου στην Ροή της  Μουσικής ήταν ιδιαιτέρως υψηλή. Για αυτό και σε προσκάλεσα κοντά μου. Όλο μου το σχέδιο αποσκοπούσε στο να γοητευτείς από τις συναισθησιακές εμπειρίες της κιθάρας μου, ώστε να δοκιμάσεις να παίξεις μετά κι εσύ. Το τί έπαιξες όμως... αυτό ήταν δικό σου θέμα. Η κιθάρα επέλεξε να εκφράσει το γεγονός που θα πήγαζε από την δράση της ύπαρξής σου. Όχι υπό την μορφή της μοίρας αλλά υπό την μορφή της αιτιότητας." Ο Λεωνίδας τον κοίταξε κατάματα. "Τί μου ζητάς να κάνω;" ρώτησε παραδομένος. "Τίποτα που να μπορείς να το καταλάβεις τώρα" χαμογέλασε ο γιος της Μουσικής συγκαταβατικά. "Κι αν δεν το κάνω;" ρώτησε, αν και ήξερε ήδη την απάντηση. "Αν δεν το κάνεις; Αν δεν το κάνεις... θα γίνει αυτό που καταχρηστικά διέκοψα τώρα. Αυτό που η αιτιότητα της Μουσικής επέλεξε για να συμβεί." Και με αυτά τα λόγια τον τράβηξε και τον σήκωσε από την θέση του. "Έχεις ένα μερόνυχτο για να το σκεφτείς. Αύριο το βράδυ, τέτοια ώρα, θα σε περιμένω εδώ." Ο Λεωνίδας περπάτησε μαζί με τον Τζέρι πάνω στο πεζοδρόμιο. "Κι αν δεν έρθω;" "Ω, θα έρθεις" του έκλεισε το μάτι ο Τζέρι. "Θα έρθεις." Και με το που το είπε αυτό, ο χρόνος ξεπάγωσε, το αμάξι - προς μεγάλη έκπληξη και ανακούφιση του οδηγού - δεν χτύπησε παρά μόνο αέρα και όλα επανήλθαν στους ρυθμούς τους. Ο Τζέρι γύρισε την πλάτη του στον Λεωνίδα κι έφυγε.
Και ο Λεωνίδας το σκέφτηκε. Περιπλανήθηκε χωρίς σκοπό, μόνος, αμίλητος. Δεν ειδοποίησε ούτε την οικογένειά του, ούτε τους φίλους του, ούτε κανέναν. Ποιό θα ήταν άλλωστε το όφελος; Μήπως θα τον πίστευε κανείς; Περπάτησε στους δρόμους της πόλης, πέρασε μέσα από έρημα στενά, υγρά μονοπάτια και σαραβαλιασμένα κτίρια. Έπειτα καβάλησε την μηχανή του, ανέβηκε το Σέιχ Σου και είδε από το παρατηρητήριο την αυγή. Επέστρεψε στο σπίτι του, αποσύνδεσε κι έσβησε όλα του τα τηλέφωνα και βυθίστηκε μέσα στις αναμνήσεις του. Άκουσε ξανά αγαπημένα τραγούδια - όσο κι αν πάντα έλεγε πως δεν έδειχνε ιδιαίτερη προτίμηση σε κάποιο -, είδε μία ακόμα φορά και ορισμένες ταινίες που του είχαν αφήσει κάτι. Πέρασε το τελευταίο του - από όποια άποψη - 24ωρο βυθομετρώντας τον εαυτό του, αναλογιζόμενος αυτά που ήταν, αυτά που είναι και αυτά που πιθανώς θα μπορούσε να γίνει. Και όταν διεπίστωσε πως η ώρα ζύγωνε, ντύθηκε απλά και ξεκίνησε για την πιο σημαντική συνάντηση της ζωής του.
Φτάνοντας είδε τον Τζέρι να τον περιμένει, γρατζουνώντας την κιθάρα του. "Αποφάσισες" είπε ο Τζέρι. "Ναι" απάντησε ο Λεωνίδας. Και χαμογελώντας, συμπλήρωσε "και ξέρεις τί αποφάσισα." "Ω, ναι" απάντησε με ένα δικό του αστραφτερό χαμόγελο ο κιθαρίστας. Κι εκείνη την στιγμή, ο Τζέρι έπαιξε μία συγχορδία κι ένας τρομερός στρόβιλος γύρω τους άλλαξε το σκηνικό, μετακινώντας πράγματα, ανθρώπους και ζώα. Με το που κόπασε, τα πάντα γύρω απόμειναν στατικά, ακίνητα και ο Λεωνίδας έντρομος συνειδητοποίησε πως μεταφέρθηκαν στην χθεσινοβραδινή σκηνή του παρ'ολίγου θανάτου του. Τα πάντα ήταν ίδια, ακόμα και η γεμάτη έκπληξη έκφραση του οδηγού. "Τί είναι αυτά;" φώναξε πισωπατώντας. "Ηρέμησε. Δεν είναι για σένα. Είναι για μένα" είπε ο κιθαρωδός και μετά έδωσε την κιθάρα στα χέρια του Λεωνίδα. Με μιας, οι χορδές της εξαφανίστηκαν και πάλι.
Ο Τζέρι προχώρησε, παίρνοντας την θέση του νεαρού μπροστά από το διερχόμενο αμάξι. "Γιατί το κάνεις αυτό;" ρώτησε ο Λεωνίδας. "Για να διαφυλάξω την Ισορροπία" απάντησε η αποκαθηλωμένη Συγκίνηση. "Εδώ έπρεπε να τελειώσει μια ζωή. Έπρεπε να περάσει στην ανυπαρξία, ώστε άλλες Δυνάμεις του κόσμου να συνεργαστούν με την Μουσική και να προχωρήσουν στην κηδεμονία μιας διάνοιας που θα αναχωρήσει για ανώτερα επίπεδα συνειδητότητας. Μην στενοχωριέσαι, φίλε μου. Το θέλω αυτό. Το θέλω όσο τίποτα άλλο. Η ανακούφιση της λησμονιάς, η ευδαιμονία της μη - ύπαρξης, η γεύση της ελευθερίας... ω ναι, πιστεύω ότι μετά από τόσο καιρό μου αξίζουν." Σταμάτησε για να σκουπίσει ένα δάκρυ που κύλισε από το μάτι του. "Όχι πως δεν θα μου λείψουν όλα αυτά... ή ότι αυτό που κάνω έχει ξανασυμβεί σε όλη την μη - γραμμική Ιστορία του Είναι. Αλλά έτσι είμαι εγώ, παρορμητικός. Αλλιώς τι σόι Συγκίνηση θα ήμουν;" Ξερόβηξε και πρόσθεσε "να ξέρεις πως θα μαζέψεις εμπειρίες που ούτε μπορείς τώρα να διανοηθείς." Ο Λεωνίδας βυθίστηκε στην σιωπή για λίγες στιγμές κι έπειτα του είπε "πάντως, Τζέρι... η απόφαση που πήρα δεν είχε καμία σχέση με το γεγονός ότι θα αντιμετώπιζα τον θάνατό μου. Μετά από αυτά που πέρασα... αυτό ήταν το λιγότερο. Δεν φοβόμουν να πεθάνω." "Ε εντάξει, για να πούμε την αλήθεια, ίσως και να φοβόσουν λίγο" απάντησε πονηρά ο Τζέρι και με ένα εγκάρδιο γέλιο έκλεισε το μάτι στον Λεωνίδα. Εκείνος του απάντησε με ένα γέλιο εξίσου πηγαίο και την επόμενη στιγμή η κίνηση του Κόσμου αποκαταστάθηκε. Το αμάξι δεν προσέκρουσε στον Τζέρι, αλλά διήλθε από μέσα του, τον διαπέρασε κι εκείνος διαλύθηκε σε αμέτρητους φωτεινούς, χρυσούς και ασημένιους κόκκους που εκτινάχτηκαν σε όλη την γύρω περιοχή, λαμπύρισαν δημιουργώντας μια φωταψία ανάλογη του ημερήσιου φωτός και ύστερα τρεμόσβησαν και χάθηκαν σαν μετέωρα.
Κι εκείνη την στιγμή, η κιθάρα του Λεωνίδα απέκτησε ξανά χορδές. Τις δικές του χορδές. Ένιωσε μια θέρμη να τον διαπερνάει, και μέσω αυτού όλη την Πλάση. Το σώμα του φώτιζε με ένα αόρατο και συνάμα εκτυφλωτικό φως. Ξαφνικά, όλα γύρω του, από τα όμορφα σπουργιτάκια έως τις γκρίζες και βρώμικες οικοδομές, απέκτησαν νέα υπόσταση, νεό ρυθμό. Έβλεπε την Μουσική μέσα και γύρω τους. Και όχι μόνο σε αυτά. Έβλεπε την Μουσική μέσα και γύρω από τα Πάντα. Άκουγε, άγγιζε, ένιωθε την ίδια την δομή του Κόσμου, όλων των πραγμάτων ταυτόχρονα και ξεχωριστά. Και μπορούσε να δει τα Αδέλφια του και την Μητέρα του να του χαμογελούν - ανυπόστατοι στην μη - υλικότητά τους αλλά τόσο πραγματικοί στην ύπαρξή τους.
Μπροστά του ξεδιπλώθηκαν Σύμπαντα μέσα σε άλλα Σύμπαντα, κόσμοι πρωτόφαντοι, μυστηριώδεις, που τους ήξερε και όμως δεν τους είχε ανακαλύψει ποτέ. Κόσμοι, που αν και δεν το είχε κουνήσει από το πεζοδρόμιο κοντά στην διάβαση της Λεωφόρου Μεγάλου Αλεξάνδρου, ήταν κιόλας μπροστά του, περιμένοντάς τον σαν γλυκοί πειρασμοί.
Ο Λεωνίδας δεν ήταν πια ο Λεωνίδας. Ήταν ο κλειδοκράτορας, ο γνώστης, αυτός που ρύθμιζε και ταυτόχρονα αντιδρούσε στην αλληλεπίδραση κάθε όντος, κάθε αντικειμένου, κάθε στοιχειώδους σωματιδίου με την αλήθεια της Μουσικής. Ήταν ο μοναδικός, αλλά δεν ήταν μόνος. Ήταν η Συγκίνηση.
Έβαλε την κιθάρα του στον ώμο, διάλεξε  τον προορισμό του και κοιτώντας για μια τελευταία φορά το σημείο που η ύπαρξη του Τζέρι είχε τελειώσει, χαμογέλασε.

Read more...

Αρλεκίνος

>> 21/3/10

Η σκηνή ήταν δύσκολο να μαζευτεί. Έπρεπε πρώτα να διπλωθούν τα ακριανά πετάσματα, να ταχτοποιηθούν σε ρολά και να φορτωθούν στο μεγάλο κάρο. Στην συνέχεια, οι πιο ευλύγιστοι - κατά προτίμηση, οι Δίδυμοι - σκαρφάλωναν πάνω, στην κορυφή, χρησιμοποιώντας μια πτυσσόμενη εσωτερική σκάλα και βγαίνοντας έξω διαμέσου μιας επιδέξια καλυμμένης οπής. Από εκεί, τραβούσαν και μάζευαν με την βοήθεια λουριών τις εσωτερικές τέντες, μικρότερες σε μέγεθος αλλά πιο δύσκαμπτες από τις εξωτερικές. Με την ολοκλήρωση αυτών των εργασιών, ερχόταν η ώρα για την αποσύνδεση του σκελετού. Με υπομονή κι επιμονή, χαλάρωναν τους κοχλίες των μεγάλων τεγίδων της οροφής που συγκρατούσαν τα υφασμάτινα πετάσματα και σιγά σιγά τις κατέβαζαν κάτω. Στην συνέχεια αποσυναρμολογούσαν το ζευκτό, δίνοντας προσοχή στο να αποσυνδέουν εναλλάξ έναν ορθοστάτη και μια διαγώνια ράβδο ανά κίνηση, για να μην καταρρεύσει όλη η κατασκευή πάνω στα κεφάλια τους. Έχοντας τελειώσει και με αυτό, αφαιρούσαν τους διαγώνιους χιαστί συνδέσμους και τα υποστυλώματα στην περίμετρο της αρένας, δείχνοντας ιδιαίτερη φροντίδα στις βάσεις τους. Τελικά, ο Μαραγκός και ο Αρκούδας, όντες οι πιο ρωμαλέοι από όλους, ασχολούνταν με το αποφτιασίδωμα, την μεταφορά και το πακετάρισμα των θέσεων, των επάλξεων και των μικρών κερκίδων, ενώ όλοι οι υπόλοιποι τακτοποιούσαν ο καθένας και η καθεμιά τα αντικείμενά τους - τα ρούχα, τον εξοπλισμό και τα παιχνίδια τους. Πριν να ξημερώσει είχαν κιόλας τελειώσει.
Ο Σακάτης δεν ασχολήθηκε με τίποτα από όλα αυτά. Δεν είναι ότι δεν ήθελε, αλλά έτσι κι αλλιώς θα μπλεκόταν στα πόδια των άλλων και πιο πολύ θα τους ενοχλούσε παρά θα τους βοηθούσε. Ήταν το ξύλο που είχε φάει, ήταν και το πρόβλημα που είχε, αυτό που του είχε δώσει το παρατσούκλι του - μια δυσπλασία στο γόνατο, όχι ιδιαίτερα ενοχλητική όταν περπατούσε, ούτε ιδιαίτερα απωθητική στην όψη, σαν ένα στραβωμένο καρούμπαλο. Την είχε εκ γεννετής και ποτέ δεν τον ενόχλησε ιδιαίτερα, ούτε τον εμπόδιζε να περπατάει, να κάνει τα νούμερά του, ακόμα και να βρίσκει πληρωμένη συντροφιά στις περιοχές όπου περιοδεύανε. Ήταν άλλωστε μόλις δεκαεννιά χρονών, με υγρά, γκρίζα, αεικίνητα μάτια, μαύρα κορακίσια μαλλιά, ένα πρόσωπο κανονικό, όμορφο, πολύ αρρενωπό για την ηλικία του, που όμως ασχήμαινε κάπως από τις ακατάστατες φούντες νεανικού μουσιού που φύτρωναν εδώ κι εκεί, ένα σώμα λιπόσαρκο, ξερακιανό αλλά σμιλεμένο από μια ζωή νομαδικής ζωής με τον θίασο. Παρ'όλ'αυτά, για πιο απαιτητικές δουλειές, όπως το τρέξιμο, το σκαρφάλωμα, το κουβάλημα - εκεί δεν μπορούσε να προσφέρει, ούτε οι άλλοι ήθελαν να τους καθυστερεί.
Ο Σακάτης είχε καταλάβει από πολύ μικρός ότι ήταν βάρος για τον θίασο. Τον είχε βρει ο Αρκούδας εγκαταλελειμένο μέσα σε ένα καλαθάκι πριν από είκοσι περίπου χρόνια, όταν ο θίασος περιόδευε σε μια μακρινή πολιτεία, ένα βράδυ που γυρνούσε στην σκηνή του συντροφιά με την Λευκή... την καημένη την Λευκή, σκέφτηκε ο Σακάτης. Ήταν η γελωτοποιός της κομπανίας και αυτή που του έμαθε όλα τα κόλπα που χρησιμοποιεί ένας σωστός αρλεκίνος για να εκμαιεύσει το γέλιο από τους θεατές.  Το όνομα αυτό, Λευκή, της το έδωσε ο Σακάτης λόγω της αναιμικής χλωμάδας της και της στο χρώμα του χιονιού επιδερμίδας της. Τον αγαπούσε πολύ και τον φρόντιζε σαν να ήταν η μάνα του, ποτέ αφήνοντας να την προβληματίσει το πώς, γιατί και από ποιόν εγκαταλείφθηκε το σακάτικο παιδί. Αυτή η τρυφερή και ζεστή σχέση δεν άρεσε ιδιαίτερα στον Αρκούδο, ο οποίος από μια περίεργη δεισιδαιμονία σχετικά με τους "απρόσκλητους επισκέπτες" και τα "διαβολικά μωρά", ενσταλαγμένη μέσα του από τον καιρό που, παιδί ακόμα, έβλεπε το τρομερό φεγγάρι και τις τερατογεννήσεις μέσα στις παγωμένες και ατέλειωτες νύχτες της μακρινής βόρειας χώρας από την οποία καταγόταν, επέμεινε να μην δοθεί όνομα στο παιδί, ούτε να του επιτραπεί να φωνάζει τον υπόλοιπο θίασο με τα δικά τους - κάτι που και έγινε. Αλλά τον Σακάτη δεν τον πείραζε... σκέφτηκε πως και το "Σακάτης" μπορεί άνετα να χρησιμοποιηθεί σαν όνομα, και όσο για τους άλλους, είχε συνηθίσει τόσο πολύ να τους φωνάζει με τα παρατσούκλια που ο ίδιος τους έβγαλε, που και μπροστά του να συνομιλούσαν, ήταν σαν να μην τους άκουγε καθόλου. Εξάλλου, ορισμένα από τα "πραγματικά" τους ονόματα του φαίνονταν γελοία... Όπως ο Αρκούδας για παράδειγμα. Τον λέγανε στην πραγματικότητα Όλαφ. Όλαφ! Ο Σακάτης κάγχαζε όποτε το αναθυμόταν. Σαν πορδή ακούγεται!
Καθώς ο Σακάτης μεγάλωνε και άρχιζε να αποκτάει το κορμί και το σφρίγος ενός νεαρού άντρα, τόσο οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής άρχιζαν να γίνονται διαφορετικές. Εξάλλου, όταν αυτός ήταν δεκαπέντε ετών, εκείνη ήταν μόλις εικοσιεννέα - καθώς ο Αρκούδας την είχε μαζί του ήδη από τα δώδεκα της και την είχε κάνει δική του στα δεκατέσσερα, όταν ο ίδιος ήταν γύρω στα τριάντα - ακριβώς την εποχή που βρέθηκε ο μικρός. Τα τυχαία ακουμπήματά της, τα πεταρίσματα των βλεφάρων της, το κοκκίνισμα στα μάγουλά της, το φούσκωμα του στήθους της, τα χαϊδολογήματά της όταν τον εκπαίδευε, τον τάιζε, του έκανε μπάνιο, ακόμα και οι μελωδίες που του έπαιζε αργά τα δειλινά με τον αγαπημένο της αυλό - δεν ήταν πλέον εκείνα της μάνας προς το παιδί της, αλλά μιας γυναίκας που ποθούσε την αγκαλιά και το χάδι του, μιας γυναίκας που ποτέ δεν ένιωσε έρωτα απέναντι στον μεγαλύτερο άντρα με τον οποίον ήταν μαζί, ούτε αισθάνθηκε ποτέ οποιουδήποτε είδους σεξουαλική απόλαυση.
Ο Σακάτης αναθυμήθηκε την νύχτα που έμελλε να αλλάξει την ζωή του. Καθόταν με την Λευκή στο κέντρο της σκηνής ένα βράδυ κι έκαναν προπόνηση για τα νούμερα της επόμενης μέρας. Η Λευκή ήταν ιδιαίτερα νευρική, όπως συνέβαινε συχνά τον τελευταίο καιρό, και όπως διαγράφονταν κάτω από το πολύχρωμο και λεπτά υφασμένο αρλεκίνικο κοστούμι της, οι ρώγες του μικρού και στητού της στήθους ήταν τσιτωμένες. Ο Σακάτης δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί, αλλά η θέα τους του προκαλούσε ιδιαίτερη ευχαρίστηση. Σε κάποια στιγμή, πιασμένος καθώς ήταν με την παρτενέρ του και προσπαθώντας να εκτελέσει μια αστεία φιγούρα, το λειψό του γόνατο τον πρόδωσε και μπλέκοντας τα πόδια του σωριάστηκε φαρδύς πλατύς κάτω, παρασέρνοντας από πάνω του την Λευκή. Άξαφνα βρέθηκαν σε απόσταση αναπνοής, με τα χείλη τους σχεδόν να ακουμπάνε, ανασαίνοντας ο ένας στο πρόσωπο του άλλου. Ο Σακάτης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει τρελά και την ίδια στιγμή συνειδητοποίησε ότι είχε μια τρομερή στύση. Το κάτω χείλος της Λευκής έτρεμε κι ασθανόμενη και η ίδια το κάλεσμα του μικρού, ένιωσε ένα ρίγος να την διαπερνάει. Χωρίς δεύτερη σκέψη έβγαλε τα ρούχα της, αποκαλύπτοντας τα υπέροχα μικρά στήθη της, την γυμνασμένη επίπεδη κοιλιά της, τους σφριγηλούς της γλουτούς, τα μακριά της πόδια και τον μικρό ξανθό θύσανο στην ήβη της. Ταυτόχρονα ο Σακάτης έβγαλε ταχύτατα το ξεφτισμένο του πουκάμισο και το σκισμένο πουά παντελόνι του, και μόνο όταν αποκάλυψε την γύμνια του στην Λευκή που ήδη τον φιλούσε υγρά, παθιασμένα, σχεδόν απελπισμένα, ένιωσε ένα τεράστιο κύμα ντροπής. Την ξεκόλλησε από τα χείλη του και σπρώχνοντάς την κοίταξε με τα μεγάλα μάτια του και την ρώτησε με φωνή που είχε σπάσει "Λευκή; Τί κάνουμε;" Η Λευκή ήταν ετοιμόλογη. "Δεν ήμουν ποτέ η μάνα σου. Ούτε καν η μεγάλη αδερφή σου. Το ξέρεις αυτό. Ήμουν πάντα η μεγάλη σου φίλη... ήμουν πάντα αυτή που σε αγαπούσε. Αλλά σε αγαπούσα χωρίς να μπορώ να το εκφράσω όπως θέλω." Έκανε μια παύση και τυλίχτηκε γύρω του. "Θέλω να σε αγαπήσω με όλους τους τρόπους." Τον χάιδεψε αναστατώνοντάς τον και συνέχισε "και βλέπω ότι το θέλεις κι εσύ". Του έδωσε ένα γλυκό φιλί ενώ ο Σακάτης, που είχε τρομοκρατηθεί, την ξαναέσπρωξε και ρώτησε "και ο Αρκούδας;" "Ο Όλαφ;" ανταπάντησε η χλωμή γυναίκα. "Δεν με νοιάζει ούτε αυτός, ούτε οι άλλοι... το μόνο που με νοιάζει είσαι εσύ, είμαι εγώ, είμαστε εμείς. Ήμουν παιδούλα, κοντά είκοσι χρόνια πριν όταν μπήκα στον θίασο. Ήμουν γεμάτη όνειρα. Αλλά σύντομα κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα έκανα αυτό που ήθελα, ποτέ δεν έπαιρνα αυτό που προτιμούσα. Θα ήμουν πάντα η αστεία, η υπηρέτρια και, αν δεν ήταν ο Όλαφ, μπορεί και η πουτάνα του θιάσου. Αλλά και μαζί του δεν περνούσα καλά... Με ήθελε δούλα, να τον φροντίζω, να του μαγειρεύω, να τον ικανοποιώ, συνέχεια, συνέχεια, συνέχεια... κλεισμένη στην σκηνή και υπομένωντας την αποφορά του ιδρώτα του... μου επέτρεπε να βγαίνω μόνο για να κάνω τα νούμερά μου στην σκηνή. Αλλά φτάνει πια. Φτάνει. Σε αγαπώ εδώ και δεκαπέντε χρόνια. Και ούτε που ξέρω πότε άρχισα να σε ερωτεύομαι. Σε θέλω τώρα. Μαζί μου, δίπλα μου, μέσα μου... Θα με διώξεις;" Αλλά ο Σακάτης, κινημένος καθαρά από το ένστικτό του, είχε αρχίσει ήδη να την χαϊδεύει. Δεν ήξερε πού - όπου τον πήγαιναν τα τρεμάμενα χέρια του. 'Εχοντας ήδη αποδεχτεί την ήττα του αλλά κάνοντας με μισή καρδιά μια τελευταία προσπάθεια ψιθύρισε "μα δεν ξέρω τί να κάνω". Η Λευκή τον έγλειψε απαλά στα χείλη, έπειτα στο στήθος και την κοιλιά του και φτάνοντας πιο κάτω, του είπε απλά "δεν πειράζει. Ξέρω εγώ." Ύστερα η φιδίσια της κίνηση άπλωσε τα σπαστά πυρόξανθα μαλλιά της στην κοιλιά του και το φιλήδονο στόμα της τον έστειλε στα ουράνια.
Ο Σακάτης δεν είχε νιώσει ποτέ άλλοτε έτσι. Δεν είχε αγγίξει ούτε τον είχε αγγίξει άλλη γυναίκα, και το γεγονός ότι αυτό συνέβη τότε, εκεί, με την μοναδική που αγαπούσε, τον συγκλόνισε. Κατάλαβε ότι και αυτός έβλεπε την Λευκή αλλιώς - και είχε αρχίσει να αισθάνεται έτσι από τότε που, μπαίνοντας στην εφηβεία, εγκατέλειψε την αγορίστικη υπόστασή του στο δρόμο του για να γίνει άντρας. Τώρα, όλα έβγαζαν νόημα - οι ματιές και οι κινήσεις της Λευκής, το τρέμουλό της, το άγχος της όταν τον έβλεπε γυμνό, με το νευρώδες σώμα και τον πλούσιο ανδρισμό του, αλλά και οι δικές του ανατριχίλες, τα λοξά του βλέμματα, οι αναπάντεχες στύσεις του όταν την πετύχαινε να γδύνεται, που τόσο ντροπή του προκαλούσαν. Πράγματι, δεν ήταν η μητέρα του - και ποτέ δεν την αγάπησε ως τέτοια. Βαθιά μέσα του ήταν πάντα ερωτευμένος μαζί της... απλά είχε αρχίσει μόνο πρόσφατα να το καταλαβαίνει.
Η Λευκή είχε παρασυρθεί στον παροξυσμό του πάθους της. Τα μάτια της ήταν κλειστά, τα αυτιά της δεν άκουγαν, όλο της το είναι είχε συγκεντρωθεί στον χείμαρρο των συναισθήσεων που πήγαζε από το στόμα της. Πόσο καιρό - πόσο καιρό ήθελε να το κάνει αυτό. Και τώρα ήταν εδώ, στην μέση της σκηνής, γυμνή, έχοντας φαινομενικά στον έλεγχό της τον μικρό αλλά ξέροντας η ίδια ότι του ήταν υποταγμένη, σκυμμένη από πάνω του, τρυγώντας τους χυμούς του, γευόμενη τον πόθο του. Η αίσθηση την τρέλαινε και το νεανικό του σφρίγος της έκοβε την ανάσα σε σημείο που την έπνιγε. Μπορεί να ήταν η πρώτη του φορά, αλλά ήταν σίγουρα και η πρώτη φορά που εκείνη απολάμβανε ό,τι έκανε.
Ξαφνικά ένιωσε τις φλέβες του να διογκώνονται και τον άκουσε να βογγάει σιγανά και λαχανιασμένα. Κατάλαβε ότι έπρεπε να σταματήσει. Τραβήχτηκε, συνεχίζοντας να τον χαϊδεύει απαλά και κοιτάζοντάς τον στα μάτια. Όλο αυτό ήταν πολύ για τον Σακάτη. Την τράβηξε απότομα και την έφερε από πάνω του, δαγκώνοντάς την στον λαιμό. Η Λευκή πόνεσε - αλλά της άρεσε αυτή η άγρια ένδειξη του πρωτόγονού του πάθους. Ύστερα, άγαρμπα αλλά ακολουθώντας τις αλάνθαστες επιταγές του ενστίκτου του, άρχισε να βασανίζει με τα χείλη και την γλώσσα του τα στήθη της, κρατώντας την από την μέση με τον ένα χέρι, ενώ με το άλλο γλύστρησε προς τα κάτω, χαϊδεύοντάς την πρώτα στο εσωτερικό των μηρών κι έπειτα κατευθυνόμενος στο ενδιάμεσο. Την άγγιξε εκεί - ήταν υγρή κι έκαιγε. Με το που ένιωσε τα δάχτυλά του άρχισε να τρέμει ακατάσχετα. Ναι, ήταν αδέξιος - αλλά την άγγιζε όπως δεν την είχε αγγίξει κανείς. Η Λευκή ήξερε, ένιωθε ότι θα την έφτανε μέχρι το τέλος - το τέλος που δεν είχε γευτεί ποτέ της πριν. Τώρα ήταν προετοιμασμένη για αυτό.
Κυλίστηκαν στο πλάι. Η Λευκή ήταν τώρα από κάτω, έτοιμη όσο ποτέ άλλοτε να τον δεχτεί, παραδομένη τελείως και απόλυτα ηδονισμένη με αυτήν την αντιστροφή των ρόλων. Πριν λίγο ο νεαρός είχε αφεθεί να γίνει υποχείριό της - τώρα θα την έκανε εκείνος ό,τι ήθελε. Και μόνο στην σκέψη ένιωθε μέσα της εκρήξεις προσμονής. Ο Σακάτης πήρε μια ελαφρώς πλάγια στάση για να μην ταλαιπωρεί το γόνατό του... κι έπειτα ενώθηκε μαζί της. Απλά, δυνατά, λες και η θέση του ήταν πάντα εκεί. Οι κινήσεις του ήταν άγριες, σίγουρες αλλά ταυτόχρονα τρυφερές. Και μόνο το να βλέπει και να ακούει την υπέροχη γυναίκα που ήταν μαζί του να αγκομαχεί, να βογγάει όλο και δυνατότερα, να τον παροτρύνει  να γίνεται όλο και πιο άγριος, όλο και πιο βίαιος, να τον γρατζουνάει στην πλάτη, να τον σφίγγει πάνω της, να τον φιλάει και να τον δαγκώνει όπου βρίσκει, να δακρύζει σχεδόν από την έκστασή της, τον έκανε να χάνεται αλλά και να είναι απόλυτα σίγουρος ότι αυτό που έκανε, μπορεί να μην το έλεγχε, να μην το καταλάβαινε, αλλά σίγουρα το έκανε καλά.
Είχε γίνει μούσκεμα στον ιδρώτα και τα άκρα του είχαν βρωμίσει με χώμα, σε αντίθεση με την Λευκή, που το απλωμένο στο πάτωμα της σκηνής πέτασμα πάνω στο οποίο την είχε κυλίσει την προστάτευε. Ένιωθε σαν ζώο - και του άρεσε. Αλλά σιγά σιγά κάτι περίεργο άρχισε να απλώνεται στο σώμα του - μια ακαθόριστη αίσθηση που ξεκίνησε από τους λαγώνες του και μεταδόθηκε στο στομάχι, το στήθος, τα πόδια, τα χέρια του, ώσπου έφτασε στο κεφάλι του και τον ζάλισε. Τί απόλαυση - σιγά σιγά ξεκίνησε να γίνεται όλο και εντονότερη και ήθελε να την φτάσει στο τέρμα. Δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Άρχισε να ανεβάζει ταχύτητα, να βογγάει όλο και πιο δυνατά, και η Λευκή κατάλαβε. "Σε παρακαλώ" του είπε λαχανιασμένη και παθιασμένη σε σημείο τρέλας, "σε παρακαλώ, όχι ακόμα." Ήθελε πολύ λίγο, πολύ λίγο για να φτάσει μαζί του. Αλλά όχι εκείνη την στιγμή. Αντιλαμβανόμενη όμως ότι ο μικρός δεν μπορούσε να κρατηθεί, ότι κόντευε να σκάσει, τον έσπρωξε απαλά και τον απομάκρυνε. Η ξαφνική αυτή διακοπή του παραληρήματός του έκανε τον Σακάτη να αφηνιάσει. Πήγε να ορμήσει στην Λευκή, αλλά αυτή τον σταμάτησε με ένα βαθύ, πολύ υγρό φιλί. "Μαζί" του ψιθύρισε. Και τότε ο νεαρός κατάλαβε. Πονούσε, ήθελε να την ξεσκίσει, αλλά κατάλαβε. "Μαζί" της αντιγύρισε, αγγίζοντας με τα χείλη του τα δικά της.
Ο Σακάτης ξάπλωσε και η Λευκή έσκυψε πάλι από πάνω του. Για μια στιγμή αναρωτήθηκε αν θα τον παίδευε με το στόμα της όπως στην αρχή, αλλά αυτή αρκέστηκε στο να τον δαγκώσει απαλά κι έπειτα να τον οδηγήσει μέσα της, στα άδυτα των αδύτων της.
Τον ένιωθε τόσο βαθιά, να την αγγίζει σε μέρη που ποτέ πριν δεν είχαν αγγιχτεί, ποτέ πριν δεν είχαν εξερευνηθεί, να την γεμίζει, να γίνεται ένα μαζί της, που σύντομα ένα ασταμάτητο τρέμουλο άρχισε να την συνταράζει ανεξέλεγκτα και να της κόβει την ανάσα. Και ύστερα... η έκρηξη. Ο οργασμός της ήταν τόσο δυνατός, που απλώθηκε σαν καυτό λάδι σε όλο της το κορμί, ζαλίζοντάς την, κάνοντάς την να χάνεται και να νιώθει την ηβική της χώρα να μουδιάζει, ακόμα και να πονάει. Ούρλιαζε σαν δαιμονισμένη, θέλοντας να κρατήσει αυτή η αίσθηση για πάντα, όταν αυτή η αίσθηση ήταν τόσο παράφορα δυνατή που θα την οδηγούσε στο να λιποθυμίσει.
Εκείνη την στιγμή, ένιωσε μια κατί απρόσμενα ζεστό να την πλημμυρίζει και σαν να ξεχώρισε έναν άλλο ήχο ανάμεσα από τα ουρλιαχτά της. Χωρίς να σταματήσει να φωνάζει, άνοιξε με κόπο τα δακρυσμένα βλέφαρά της και είδε ότι ο έρωτας της ούρλιαζε κι εκείνος. Τότε συνειδητοποίησε ότι είχε μπήξει τα νύχια της μέσα στο στήθος του σε τέτοιο βαθμό που σε ορισμένα σημεία αυτός είχε ματώσει, την ίδια στιγμή που ο Σακάτης την έπιανε τόσο σφιχτά από τους γλουτούς που την είχε μελανιάσει.
Ναι, παρά την διακοπή, παρά την αλλαγή, το είχαν καταφέρει.
Τελείωναν μαζί - αν και ο ταυτόχρονος οργασμός τους δεν είχε τέλος.
Ο Όλαφ ξύπνησε ακούγοντας κάτι ακαθόριστα αγκομαχητά. Σαν από ένστικτο διαισθάνθηκε τί μπορούσαν αυτά να είναι και κατευθύνθηκε προς το μέρος από όπου πήγαζε ο θόρυβος - την σκηνή. Στο δρόμο για εκεί περιμάζεψε και τον βούρδουλα που χρησιμοποιούσε για να τιθασεύει τα άλογα όταν παραζωήρευαν στα νούμερα που έκαναν επί σκηνής. Φτάνοντας, η εικόνα της Λευκής να χτυπιέται πάνω από τον νεαρό και να ουρλιάζουν μαζί κραυγές ηδονής, απόλαυσης και οργασμού, του οργασμού που ποτέ αυτός δεν κατάφερε ούτε προσπάθησε να της χαρίσει, τον χτύπησε κατακούτελα και τον έκανε να αφρίσει από λύσσα. Βγάζοντας έναν απάνθρωπο βρυχηθμό όρμησε κατά πάνω τους. Η ξαφνική θέα του τεράστιου μαινόμενου θηριοδαμαστή ήταν αρκετή για να κλονίσει τον αναιμικό, ασθενικό - και ήδη καταβεβλημένο από τον τρομερό, τον πρώτο και τελευταίο που θα είχε ποτέ, οργασμό που την είχε συνταράξει σύγκορμα - οργανισμό της Λευκής. Τρόμαξε τόσο που το σοκ ήταν πολύ για να το αντέξει η αδύναμη καρδιά της. Φτάνοντάς τους ο Όλαφ, την παραμέρισε βίαια, μην ξέροντας ότι ήταν ήδη νεκρή, και άρχισε να κλωτσοβαράει και να κοπανάει με τον βούρδουλα τον Σακάτη. "Μπάσταρδε! Κοπρόσκυλο! Γιατί το έκανες αυτό, ε; Δεν σε μάζεψα; Δεν σε μεγάλωσα; Δεν σε έκανα μέλος του θιάσου; Κι εσύ σαν αντιγύρισμα πλάγιασες με την μάνα σου; Θα σε σκοτώσω!" Και πράγματι θα το είχε κάνει, αν όλη αυτή η φασαρία δεν είχε ξυπνήσει τους πάντες στον καταυλισμό του θιάσου. Πάνω που ο Όλαφ είχε σπάσει καναδυό πλευρά, έναν βραχίονα και ήταν έτοιμος να λιανίσει το κρανίο του Σακάτη, τέσσερα ζευγάρια χέρια - του Μουσάτου του ταχυδακτυλουργού, του Φαλακρού που έκανε κόλπα με φωτιές και των Διδύμων, δύο από τους ακροβάτες -  τυλίχτηκαν γύρω του και τον απομάκρυναν με δυσκολία πριν ξεκάνει τελείως το παιδί. Αργότερα, και μεταφέροντάς του τα συντριπτικά νέα του θανάτου της Λευκής, τον μαλάκωσαν και τον έπεισαν να αφήσει τον Σακάτη να ζήσει - εξάλλου, χρειαζόντουσαν έναν γελωτοποιό και ο νεαρός είχε διδαχθεί όλα τα νούμερα από την μακαρίτισσα. Άλλωστε ήταν και κουτσός - και αυτό τον έκανε πιο αστείο.
Όλα αυτά πέρασαν σαν αστραπή από το μυαλό του Σακάτη, καθώς ήταν ξαπλωμένος στο πίσω μέρος ενός κάρου και άκουγε το ρυθμικό ροχαλητό των αντρών και γυναικών που κοιμόντουσαν κουρασμένοι από το μάζεμα της σκηνής. Την αυγή τους περίμενε μια εξίσου κουραστική δουλειά, το μάζεμα του καταυλισμού και το ξεκίνημα για μια νέα πολιτεία, μια νέα χώρα... ποιός ξέρει πότε και πού θα ξανασταματήσουμε, σκέφτηκε. Καλύτερα να την πέσω λίγο, γιατί αύριο δεν θα μπορέσω να την σκαπουλάρω έτσι εύκολα - θα πρέπει να τρέξω και να βοηθήσω κι εγώ, συμπλήρωσε μες στο μυαλό του και τυλίχτηκε σφιχτά με μια λινάτσα.
Αλλά ο χείμαρρος των αναμνήσεων που είχε μόλις ξεχυθεί μπροστά στα μάτια του δεν τον άφηνε να ησυχάσει. Μετά από εκείνη την νύχτα και τον θάνατο της Λευκής, και παρά το έλεος που του είχαν δείξει, όλοι πλέον τον είχαν του πεταματού. Τον έβριζαν, τον έφτυναν, τον κλωτσούσαν, προσέχοντας όμως να μην το παρακάνουν κι έχοντας τον νου τους στον Όλαφ, ο οποίος συχνά έδειχνε διάθεση να ξεφεύγει. Ο Σακάτης δεν τον κατηγορούσε, ούτε τους άλλους. Άλλωστε ένιωθε και ο ίδιος ενοχές για τον θάνατο της εύθραυστης αρλεκίνου, αν και καταλάβαινε ότι ό,τι έγινε δεν μπορούσε με κανέναν τρόπο να το αποτρέψει ή να το αλλάξει. Και μαζί με τις ενοχές ένιωθε πόνο - τον πόνο της απώλειας, του έρωτα που μαράθηκε πριν καν αρχίσει, τον πόνο της αβάσταχτης δυστυχίας που δεν μπορούσε να έχει μαζί του την μοναδική γυναίκα που είχε μέχρι στιγμής γνωρίσει τόσο βαθιά και αγαπήσει τόσο πολύ και με τόσους διαφορετικούς τρόπους. Είχε συναναστραφεί τα τελευταία τέσσερα χρόνια με πολλά κορίτσια, πόρνες και μη, με τις οποίες κοιμόταν μετά τις παραστάσεις που έκανε με τον θίασο σε κάθε τόπο που επισκέπτονταν. Αλλά δεν ένιωθε τίποτα... πιο πολύ εκτόνωνε τις νεανικές του ορμές.
Ένας ήχος από γυαλί που σπάει τον έβγαλε από τις σκέψεις του. Ανασηκώθηκε και είδε την τεράστια κοιλιά και τα τριχωτά μπράτσα του Αρκούδα να γυαλίζουν στο σεληνόφως, καθώς εκείνος παραπατούσε μεθυσμένος και κοίταζε με μια ηλίθια έκφραση το μπουκάλι  με το ουίσκι που μόλις είχε κατά λάθος σπάσει πάνω σε ένα προεξέχοντα βράχο, καθώς τίναζε δεξιά κι αριστερά, άγαρμπα και μέσα στην παραζάλη του, τα χέρια του.
Μια ξαφνική οργή πλημμύρισε τον νεαρό - μια οργή που σιγόβραζε ήδη από το μεσημέρι, από το ξύλο που του είχε ρίξει ο Μαραγκός ύστερα από την χλιαρή σημερινή υποδοχή των νουμέρων του από τους θεατές. Είχε καιρό να ανασκαλέψει τις αναμνήσεις του και τώρα που το είχε κάνει, η θέα του φαλακρού πλέον κοιλαρά τον γέμισε αηδία και ξύπνησε μέσα του ένα πρωτόγονο και πρωτόγνορο μίσος. Αυτός φταίει, σκέφτηκε. Αυτός και όχι εγώ. Με μια ξαφνική παρόρμηση τινάχτηκε από την κλίνη του και κατευθύνθηκε προς τον μεθύστακα. Είχε μια τρελή επιθυμία να προκαλέσει τον Αρκούδα... και μια ακόμα πιο τρελή επιθυμία να ανταποκριθεί εκείνος στην πρόκλησή του.
Φτάνοντας κοντά του, του φώναξε "τι κάνεις γέρο; Πάλι τα έπινες; Άκουσα από μακριά το μουρμουρητό σου, αλλά και να μην το άκουγα με πρόφτασε η μυρωδιά σου." "Εξαφανίσου" γρύλισε ο τεράστιος θηριοδαμαστής. Αλλά ο Σακάτης ήθελε να το πάει ως τα άκρα. "Ξέρεις", είπε, "πάντα αναρωτιόμουν αν αυτός που βρωμάει πιο πολύ είναι τα ζώα στα κλουβιά ή εσύ. Λογικό να αναρωτιέμαι, αφού έτσι κι αλλιώς κι εσύ στα κλουβιά κοιμάσαι τελευταία, ανάμεσα στις σβουνιές των αλόγων. Θα πρέπει να αισθάνεσαι πολύ άν..." Με μια άναρθρη κραυγή και μια θολή λάμψη στα μάτια του, ο Όλαφ όρμησε κατά πάνω του θέλοντας να κάνει κιμά τα μούτρα του αρλεκίνου με τα σπασμένο του μπουκάλι. Οι μεθυσμένες όμως κινήσεις του βαριού του κορμιού ήταν αδέξιες και ο Σακάτης πιο γρήγορος, εκπαιδευμένος στις κυματιστές κινήσεις του γελωτοποιού και έχοντας μάθει να ξεπερνάει το πρόβλημά του, τον απέφυγε εύκολα. Με μια πλάγια κίνηση που πόνεσε το δύσμορφό του γόνατο μπέρδεψε τον μεσήλικα γίγαντα και του έβαλε τρικλοποδιά. Εκείνος παραπάτησε κι έπεσε με τα μούτρα πάνω στο νοτισμένο γρασίδι, την ίδια στιγμή που ο νεαρός μάζευε ένα μυτερό κλαδί από κάτω. Σχεδόν αυτόματα, λες και υπάκουγε σε κάποια ανώτερη δύναμη, περίμενε τον Όλαφ να τιναχτεί αλαφιασμένος και να γυρίσει το πρόσωπό του προς τα πάνω, και την επόμενη στιγμή του κάρφωσε το κλαδί μέσα στο μάτι. Ο γίγαντας ούρλιαξε αλλά η ανάσα του τελείωσε γρήγορα. Σπαρτάρησε για μερικά δευτερόλεπτα και μετά πάγωσε και παρέμεινε ακίνητος.
Μην έχοντας συνειδητοποιήσει ακόμα το φονικό που είχε μόλις διαπράξει, ο Σακάτης βρήκε τον εαυτό του να τρέχει. 'Ετρεχε όπως μπορούσε, αγνοώντας τον πόνο στο στραβό του πόδι και ξέροντας ότι αν δεν προλάβει να απομακρυνθεί εγκαίρως, ο σχετικά αργός του ρυθμός θα τον πρόδιδε. Η επιθανάτια αγωνία του Αρκούδου είχε ξυπνήσει τον καταυλισμό και οι αγουροξυπνημένοι θιασώτες τινάχτηκαν έξω από τις σκηνές τους, κρατώντας κεριά και τουφέκια. Δεν είχε τίποτα άλλο να κάνει εδώ - τίποτα που να τον συνδέει πια με τους υπόλοιπους. Το είχε καταλάβει ότι ο οποιοσδήποτε δεσμός μαζί τους είχε κοπεί την στιγμή που αποφάσισε να κάνει τον καμπόσο στον μεθυσμένο. Ή ίσως και να είχε κοπεί και πιο παλιά, από τότε που αποφάσισε να παραδώσει την ψυχή και το κορμί του σε εκείνη που του παρέδιδε αυτά και πολλά περισσότερα - όπως την αξιοπρέπεια και την ζωή της. Μπορεί και να μην υπήρχε εξαρχής κάποιος δεσμός... ούτε ακόμα και τότε που τον βρήκαν, χλωμό και μικροσκοπικό, μέσα στο καλάθι του.
Στην φυγή του πάνω άκουσε ένα κοντινό γάβγισμα. Ήταν ο Γελαστός, το μαλλιαρό σκυλάκι που είχε περιμαζέψει μερικούς μήνες πριν, έχοντας το βρει σαν κουταβάκι μέσα σε κάτι αποφάγια από μια άθλια ταβέρνα στον προηγούμενο σταθμό τους. Οι υπόλοιποι δυσανασχέτησαν που τον είχε πάρει μαζί του αλλά τελικά δεν έδωσαν παραπάνω σημασία, αρκεί να μην έμπλεκε στα πόδια τους και να του έδινε ο Σακάτης από το δικό του φαγητό. Κοντοστάθηκε και τον είδε να ορμάει με λατρεία πάνω του, να τον μυρίζει και να παίζει. Σκέφτηκε ότι άμα έφευγε, η μοίρα του σκυλιού ήταν προδιαγεγραμμένη - ή θα χανόταν, ή θα το σκότωναν. Έτσι του σφύριξε για να τον ακολουθήσει και συνέχισε το κουτσό του τρέξιμο, ακούγοντας παράλληλα από τον καταυλισμό οργισμένες φωνές και βρισιές. Οι θιασιώτες είχαν βρει το πτώμα του Αρκούδου και μάλλον είχαν ήδη φανταστεί ποιός είχε κάνει την ζημιά. Και αυτήν την φορά δεν θα έκαναν χάρες.
Ο καταυλισμός βρισκόταν στις παρυφές της βρώμικης κωμόπολης, κοντά στα καπηλειά, τα πανδοχεία και τα πορνεία και σχεδόν καταμεσής των παράξενων ερειπίων που απλώνονταν ακτινωτά σε μια τεράστια έκταση γύρω της, σαν τιτάνιοι ρημαγμένοι ομόκεντροι κύκλοι. Ο Σακάτης σκέφτηκε ότι αν έμπαινε μέσα στα στενά σοκάκια και μπερδευόταν, ήταν χαμένος. Έτσι λοξοδρόμησε προς το πυκνό δάσος που άπλωνε τις σημύδες, τις βελανιδιές και τις ιτιές του στην άλλη πλευρά του οικισμού, διακοπτόμενο από ένα ρυάκι μόνο, από την κατεύθυνση που είχαν έρθει και όπου σίγουρα δεν θα γυρνούσαν. Εδώ είναι πιο έυκολο να χάσουν τα ίχνη μου, σκέφτηκε... ή μπορεί και να μην με ψάξουν καθόλου. Προσπαθούσε να μην κουράζει το μυαλό του ούτε με την σκέψη της προοπτικής του να τον κυνηγήσουν με τα άλογα, ούτε με το τί θα έκανε στην αντίθετη περίπτωση που κατάφερνε και ξέφευγε - πού θα πήγαινε και πώς θα επιβίωνε. Τώρα το μόνο που τον ένοιαζε ήταν να κρυφτεί.
Μπαίνοντας στα πρώτα σύδεντρα με τον Γελαστό κατά πόδας (ευχαριστούσε όλους τους θεούς που ήξερε για το ότι ο πιστός του φίλος δεν είχε γαβγίσει από τότε που άρχισαν την τρεχάλα) γύρισε στιγμιαία και κοίταξε με ικανοποιήση τα φώτα από τα κεριά των διωκτών του να κατευθύνονται προς την κωμόπολη. Ποιός θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτός, ο λιπόσαρκος σακάτης, θα είχε το κουράγιο να αντιμετωπίσει τους κινδύνους του μεταμεσονύχτιου σκοταδιού του δάσους; Έπειτα συνέχισε, προχωρώντας όλο και βαθύτερα, νιώθοντας πιο πολύ παρά βλέποντας πού πηγαίνει, αισθανόμενος που και που ένα μαλλιαρό άγγιγμα στα πόδια του.
Σιγά σιγά ο αέρας έγινε πηχτός, παλιός, ποτισμένος ταυτόχρονα με τις μυρωδιές της αποσύνθεσης και της ζωής. Το σκοτάδι έγινε σχεδόν αδιαπέραστο, απτό και πυκνό, αφού τα μπλεγμένα κλαδιά από τις κορυφές των δέντρων δεν άφηναν ούτε καν το φως του φεγγαριού και των αστεριών να διαπεράσουν την δασοσκεπή. Οι ήχοι των ανθρωποκυνηγών και της πόλης είχαν σβήσει και αντικατασταθεί από το παράπονο της κουκουβάγιας και του γκιώνη, τα τσιρίγματα της νυφίτσας και του σκίουρου, τον κρυστάλλινο ήχο του νερού, το θρόισμα των φυλλωμάτων των μεγαλόπρεπων δέντρων και διάφορα σουρσίματα, γλυστρήματα και πλαταγίσματα.
Ο Σακάτης ήταν ανήσυχος, το ίδιο και ο Γελαστός δίπλα του, ο οποιός τώρα γάβγιζε - από φόβο. Δεν έκανε καμία προσπάθεια να τον ησυχάσει, δεν θα είχε αποτέλεσμα έτσι κι αλλιώς. Κι όμως, δεν ήταν ούτε οι ήχοι ούτε το σκοτάδι που τους ανατρίχιαζαν. Ήταν κάτι άλλο που πλανιόταν στην παμπάλαια ατμόσφαιρα... ο νεαρός και ο σκύλος του ένιωθαν πως τους παρακολουθούσαν. Ένιωθαν μάτια καρφωμένα πάνω τους, όχι μάτια κάποιου νυχτόβιου αρπαχτικού, αλλά μάτια αλλόκοσμα, ανεξιχνίαστα, γεμάτα από αβυσσαλέα λογική και συναίσθηση. Ένιωθαν αδιόρατες κινήσεις σκιών που ήταν πιο μαύρες και από το κενό, πίσω, μπροστά και πάνω από τα κεφάλια τους. Ένιωθαν τα δέντρα να μουρμουρίζουν.
Προχωρούσε τρομαγμένος αλλά και γοητευμένος, δίνοντας λίγη προσοχή στο σακάτικο πόδι του που είχε πλέον μουδιάσει. Είχε ήδη κανένα τρίωρο που διέσχιζε το απόκοσμο δάσος. Ο Γελαστός τον προϋπαντούσε γαβγίζοντάς του, σε μια απέλπιδη προσπάθεια να τον κάνει να σταματήσει. Καταλαβαίνοντας όμως ότι δεν τα κατάφερνε κατέληξε να τον ακολουθεί, με την ουρά κατεβασμένη και κλαψουρίζοντας σιγανά.
Ξάφνου και κόντρα σε κάθε λογική, αφού η αυγή αργούσε καναδυό ώρες ακόμα κι έτσι κι αλλιώς πολύ λίγο ηλιόφως θα εισχωρούσε στα δασερά άδυτα, το σκοτάδι άρχισε να ξεδιαλύνεται και να παραχωρεί την θέση του σε ένα μεταλλικό ημίφως. Το χρώμα του ήταν απροσδιόριστο, ούτε γκρίζο, ούτε μπλε σκούρο, ούτε πράσινο. Η παρουσία του όμως και μόνο ήταν κάτι το τρελό. Το όλο δάσος δονούνταν, λες και το χώμα, το γρασίδι, τα δέντρα και το ρυάκι περιείχαν υποδόρια αγγεία που συνταράζονταν από καρδιακούς σφυγμούς. Μια θολούρα ερχόταν κι έφευγε προς και από τα μάτια του και τον έκανε να αισθάνεται ότι περπατούσε ανάμεσα από αραχνοΰφαντα πέπλα, που κάποιος αόρατος μαριονετίστας άπλωνε και μάζευε μπροστά του σαν κουρτίνες. Η φυσιολογική νυχτερινή οχλαγωγία του δάσους είχε πάψει και αυτή, και το μόνο που ακουγόταν τώρα ήταν ένα ανεπαίσθητο και απίστευτα μπάσο μπουμπουνητό. Ο σκύλος πίσω του, με το αλάνθαστο ζωικό του ένστικτο, έκανε δύο τρία διστακτικά βήματα κι έπειτα λούφαζε - συνέχιζε παρ'όλ'αυτά να προχωράει, αλλά μόνο εξαιτίας της αφοσίωσής του.
Η σκηνή ήταν πομπική. Ο Σακάτης είχε τρομοκρατηθεί και καταγοητευθεί συνάμα. Η όλη ατμόσφαιρα του φάνηκε τόσο ξένη, τόσο μη ανθρώπινη και μη φυσιολογική, που ένιωσε ξαφνικά την ανάγκη για κάποιο στήριγμα. Γύρισε την πλάτη του και προχώρησε μερικά κουτσά βήματα ώσπου έφτασε τον Γελαστό. Έσκυψε, κάθισε με το πλάι για να ξεκουράσει το παραμορφωμένο του γόνατο και πήρε τον μαλλιαρό του φίλο αγκαλιά, όπου άρχισε να τον χαϊδεύει και να του ψιθυρίζει κάτι ακατάληπτο. Το σκυλάκι τον υποδέχτηκε με λυπημένη χαρά, όταν ξαφνικά γρύλισε και στύλωσε την ματιά του κάπου πίσω από την πλάτη του αφεντικού του.
Ο Σακάτης γύρισε - και τότε τους είδε.
Χρωματιστά κοστούμια. Παρδαλά καπέλα. Ζωγραφισμένες γύψινες μάσκες που αποτύπωναν εκφράσεις χαράς, λύπης και θυμού. Βαμμένα κατσαρά μαλλιά. Ψιλόλιγνα αιθέρια κορμιά που έκαναν κωλοτούμπες, έπαιζαν με μπαλάκια, σέρνονταν κάτω ή ήταν σκαρφαλωμένα σε ξυλοπόδαρα. Και όλοι γελούσαν, γελούσαν, γελούσαν, πετούσαν κομφετί, σταύρωναν κοροϊδευτικά τα χέρια τους μπροστά από τις μάσκες τους, του έγνεφαν. Το δάσος ήταν γεμάτο με αρλεκίνους.
Οι αρλεκίνοι έδειχναν να εμφανίζονται και να εξαφανίζονται μέσα στο απροσδιόριστο ημίφως και ενδιάμεσα των μπλεγμένων σαν δάχτυλα κλαδιών. Έμοιαζαν με προβολές καλειδοσκοπίου, με είδωλα μέσα σε παραμορφωμένους καθρέφτες, με αντανακλάσεις πάνω σε μόλις ταραγμένη επιφάνεια νερού. Στέκονταν για μια στιγμή πάνω στο γρασίδι, μέσα σε κάποια κουφάλα, πάνω σε ένα κλαδί, και ύστερα χάνονταν για να επανεμφανιστούν κάτω από μια ρίζα, ισορροπώντας σε κάποιο βραχάκι, γελώντας ξαπλωμένοι στο χώμα. Ο Σακάτης είχε πετρώσει αποσβολωμένος στην θέση του, με τον Γελαστό πλέον να τρέμει πιο πολύ παρά να γρυλίζει. Ο νεαρός σήκωσε ένα τρεμάμενο δάχτυλο και είπε, λες και ο σκύλος μπορούσε να τον καταλάβει, "κοίτα. Είναι στα δέντρα." Όμως σύντομα συνειδητοποίησε το λάθος του. Η ταχύτητα των εναλλαγών τους, η ρευστότητα αλλά και στιβαρότητα των κινήσεων τους, το άρρηκτο δέσιμό τους με τα κλαδιά, τις ρίζες, τους κορμούς υποδήλωνε κάτι άλλο. "Όχι" μονολόγησε τελικά, ξεροκαταπίνοντας. "Είναι τα δέντρα."
Τότε συνέβη μια απότομη αλλαγή. Οι αρλεκίνοι χάθηκαν, το ημίφως έγινε πιο έντονο, σαν να ξημέρωσε στην καρδιά των σύδεντρων, η ένταση έφυγε, το μπουμπουνητό σταμάτησε. Και αμέσως μετά ακούστηκε από μακριά, σαν από αντίλαλο, κάτι τόσο ξένο για ετούτο το μέρος αλλά τόσο οικείο για τον Σακάτη που του έφερε σχεδόν αυτόματα δάκρυα.
Ακούστηκε η μελωδία ενός αυλού. Όχι μια τυχαία μελωδία και όχι ενός τυχαίου αυλού. Ήταν η μελωδία με την οποία νανουριζόταν μικρός όταν έπαιζε δίπλα στο κρεβάτι του η Λευκή με τον δικό της αυλό.
Μπροστά του απλώθηκε αργά, προοδευτικά, ένα μικρό ξέφωτο, λες και τα δέντρα παραμέρισαν περπατώντας με τις ρίζες τους. Έπειτα, οι κορμοί τους αναδεύτηκαν, τρεμούλιασαν και γέννησαν αμέτρητες πανομοιότυπες αρλεκίνικες φιγούρες. Αυτές συγκεντρώθηκαν στο ξέφωτο, σε μια τέλεια παράταξη και άρχισαν να χορεύουν, να στριφογυρίζουν, να παίζουν πάλι την ίδια μελωδία με τους αυλούς τους και να τραγουδούν:

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το γέλιο.

Από το φως το φεγγαριού
μάνταρε το βέλο της.
Κάτω από το φως του φεγγαριού
το έχασε κι εχάθη.

Πού είσαι Βεργολυγερή,
κόρη της νύχτας;

Ζήλεψαν τα άστρα
το πρόσωπο σου το λευκό;
Φθόνησαν τα δέντρα
που δεν έχουν την φωνή σου;
Σε άρπαξε ο χείμαρρος
στις υγρές του αγκάλες;
Σε κατάπιε η γη που ανατρίχιαζε
απ' του ποδιού σου τ' άγγιγμα;

Πού είσαι Βεργολυγερή,
σπορά του ανέμου;

Σε μάζεψε το δάσος
στον στοργικό του κόρφο;
Σε ρούφηξε το χώμα
σαν τις στάλες της βροχής;
Σε παρέσυραν οι κουρούνες
στον κοροϊδευτικό τους χορό;
Σε κάλεσαν οι αράχνες
στο αέρινό τους σπιτικό;

Πήγε η Βεργολυγερή
μόνη της στο δάσος.
Χάθηκε η Λυγερή,
χάθηκε το πρωινό.

Πόσα συναισθήματα, πόσες μνήμες, πόσο πόνο του ξυπνούσε αυτό το τραγούδι - και πόσο τρόμο. Όταν η Λευκή του έπαιζε την μελωδία για να τον νανουρίσει, τόσα χρόνια πριν, απέφευγε πάντα να του τραγουδά τους στίχους. Τώρα καταλάβαινε το γιατί. Τί παράπονο, τί σκοτάδι, τί λύπη χώρεσε μέσα του... εκείνη, μια γελωτοποιός! Ήταν σίγουρος, όπως μάλλον κι εκείνη, ότι άμα του τους έλεγε όταν ήταν μικρός θα τρόμαζε. Κι όμως, ταίριαζαν τόσο απόλυτα, τόσο τέλεια με την μελωδία του αυλού. Το αρρωστημένο όμως ήταν ότι ταίριαζαν και με την σκηνή στην οποία τώρα γινόταν μάρτυρας.
Η μελωδία σταμάτησε. Το τραγούδι έπαψε. Ο χορός διακόπηκε. Οι αρλεκίνοι γύρισαν προς το μέρος του. Τον κοίταξαν μέσα από τις μάσκες τους και την επόμενη στιγμή άρχισαν να πλησιάζουν ο ένας τον άλλον, να συμπτύσσονται, να ενώνονται, να αφομειώνονται.
Στο τέλος έμεινε μόνο ένας. Τα ακάλυπτα από το κοστούμι μέρη του σώματός του άφηναν να φανεί μια κατάλευκη επιδερμίδα. Είχε ένα χαριτωμένο φούσκωμα στο ύψος του στήθους και τώρα, που στεκόταν ακίνητη, φαινόταν καθαρά η όμορφη, γυναικεία κοψιά της φιγούρας.
Ο Σακάτης ήξερε, αν και δεν μπορούσε να το πιστέψει. Το ένιωθε, αν και μια αδύναμη φωνή στο πίσω μέρος του μυαλού του ούρλιαζε απελπισμένα ότι κάτι τέτοιο ήταν αδύνατον. Ήταν σίγουρος. Και πράγματι, όταν η αέρινη σιλουέτα πέταξε από πάνω της την μάσκα του αρλεκίνου, εμφανίστηκε το ονειρικό πρόσωπο της Λευκής.
Η αποκάλυψη έκοψε την ανάσα του Σακάτη. Ακούμπησε δίπλα του τον Γελαστό, μην ακούγοντας καν τα άγρια γαβγίσματά του. Σηκώθηκε και βηματίζοντας αργά, χωρίς να αισθάνεται το προβληματικό του γόνατο, πλησίασε εκείνη. Σαν σε όνειρο, αισθανόταν ότι δεν μπορούσε να σταματήσει την πορεία του, ότι κάτι παντοδύναμο και ακαταμάχητο τον τραβούσε. Αλλά δεν τον ένοιαζε. Φτάνοντας σε απόσταση αναπνοής από την προσωπική του οπτασία, τα ρούχα του και τα δικά της χάθηκαν, έλιωσαν, εξατμίστηκαν και απόμειναν γυμνοί να κοιτάζουν ο ένας μέσα στα μάτια του άλλου, καθώς το μικρό ξέφωτο είχε πλημμυρίσει  από ένα χρυσαφί φως, ένα φως που εξέπεμπαν τα κορμιά τους.
Η Λευκή τον άγγιξε στο πρόσωπο και τότε μόνο, νιώθοντας τα δάχτυλά της πάνω στο υγρό του μάγουλο, συνειδητοποίησε ότι έκλαιγε. "Λευκή" είπε με ραγισμενη φωνή, "τί...;" "Σσσσσσσσσ" τον πρόετρεψε η λαμπερή δρυάδα, "δεν χρειάζεται να πεις τίποτα." Ο Σακάτης ένιωσε τόσο αδύναμος αλλά και πλήρης όσο ποτέ άλλοτε. "Μα δεν ξέρω τί να κάνω" ψέλλισε. Η Λευκή χαμογέλασε γλυκά, τα μάτια της βάθυναν, η ακτινοβολιά του κορμιού της έγινε εκτυφλωτική και του απάντησε με τα ίδια λόγια που κάπου, κάποτε, τον είχε καθησυχάσει και πάλι. "Δεν πειράζει. Ξέρω εγώ."
Τύλιξε τους βραχίονές της γύρω από τον αυχένα του όπως κι εκείνος γύρω από την μέση και τους γλουτούς της κι ένωσαν τα χείλη τους.

*****

Ο Στέτσον και οι αδελφοί Κρόουλ έψαχναν εδώ και αρκετές ώρες. Είχαν ξεσκονίσει την πόλη και λίγο μετά τα ξημερώματα αποφάσισαν να μπουν στο δάσος, μήπως και πετύχουν τον Σακάτη εκεί ("ελπίζω ξεκοιλιασμένο από καμιά αγέλη λύκων" συμπλήρωνε με κακία ο Στέτσον). Κοιτώντας πάνω και ξεχωρίζοντας κάποια μπαλώματα ουρανού μέσα από τις φυλλωσιές διεπίστωσαν ότι ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά - σημάδι ότι μεσημέριαζε. Πράγματι, έψαχναν για κάμποσο χρόνο.
"Δεν γυρνάμε πίσω λέω 'γώ; Τζάμπα χάσιμο χρόνου" γρύλισε ο κολπαδόρος. "Ας προχωρήσουμε λίγο ακόμα" τον προέτρεψε ένας από τους δίδυμους ακροβάτες. "Καταραμένο κωλόπαιδο" είπε μέσα από τα δόντια του ο Στέτσον. Όχι μόνο καθυστερούσαν κι έμειναν άυπνοι, αλλά το έκαναν κιόλας για ποιόν; Για το σακάτικο μυγόχεσμα που πήδηξε τη μάνα του! Θετή του μάνα έστω, αλλά τί σημασία είχε; Χώρια που σιχαινόταν το παρατσούκλι που του είχε βγάλει. Φαλακρός! Ούτε "Φλογερός", ούτε "Δασύστηθος" ή τέλος πάντων κάτι που άρεσε και στις γυναίκες, αλλά Φαλακρός! Ανάθεμα τον Όλαφ και τις βασκανίες του. Το παρατσούκλι που του είχε βγάλει το μπάσταρδο φάνηκε τόσο αστείο σε όλους, που πλέον τον φώναζαν έτσι. Άκου εκεί Φαλακρός! Δεν ήταν φαλακρός, απλά είχε ψηλό μέτωπο!
Χαμένος στις σκέψεις του, μόλις που αντιλήφθηκε τους αδελφούς να τρέχουν. "Προχώρα!" του φώναξαν κι εκείνος, έχοντας συνέλθει πλήρως, τους πήρε στο κατόπι. Σύντομα κατάλαβε κι εκείνος την αιτία της τρεχάλας τους. Από κάπου μπροστά τους ακουγόταν ένα γνώριμο γάβγισμα.
Παραμερίζοντας κάτι πυκνά κλαδιά και κάτι αγκαθωτά βάτα έφτασαν σε ένα μικρό ξέφωτο, όπου βρήκαν το αδέσποτο που είχε περιμαζέψει ο Σακάτης να γαβγίζει και να περιφέρεται γύρω από ένα μεγάλο και φουντωτό δέντρο, άγνωστης ράτσας, στο κέντρο της επίπεδης έκτασης.
Ξαφνικά ένας δυσοίωνος αέρας φύσηξε και τους γέμισε με μια απροσδιόριστη ανησυχία κι αίσθηση απειλής, παρασύροντας ταυτόχρονα το παλιό φθαρμένο μπερέ από μπροκάρ που φορούσε ο Στέτσον. "Για άκου εδώ να σου πω, Γουίλ Κρόουλ" άρχισε να λέει αλαφιασμένος ο Φαλακρός σε έναν από τους διδύμους, όταν ο ακροβάτης, εξίσου ανήσυχος, τον διέκοψε "δεν είμαι ο Γουίλ, είμαι ο Τζουλς." "Όποιος κι αν είσαι!" αντιγύρισε απηυδισμένος ο Στέτσον. "Είστε και μια κοψιά ολόιδιοι, πανάθεμά σας. Λοιπόν, δεν ξέρω εσείς τί θα κάνετε, πάντως εγώ φεύγω για τον καταυλισμό. Δεν έχω σκοπό να διακινδυνέψω να ξεκινήσουν τα κάρα του θιάσου χωρίς εμένα, μόνο και μόνο για το ότι χάθηκε ποιός ξέρει πού αυτό το απολειφάδι! Χέσ'τον, θα βρούμε στην επόμενη πόλη άλλο γελωτοποιό." Ξερόβηξε και συμπλήρωσε "συν τοις άλλοις, δεν μου αρέσει αυτό το δάσος. Με τρομάζει. Μου τα'χαν πει, εμένα - αμ πώς!" Ο ένας από τους διδύμους - ο Γουίλ; Ο Τζουλς; - γύρισε απότομα και τον ρώτησε "τι σου είχαν πει;" Ο Στέτσον τους κοίταξε σκεφτικά. "Τα ξημερώματα στην πόλη λοξοδρόμησα προς την μεριά των ερειπίων της εισόδου, μήπως και ο Σακάτης κρυβόταν στα χαλάσματα. Εκεί καθόταν μια ξεδοντιάρα γριά, τί άσχημη που ήταν! Σε κάποια φάση κι ενώ έψαχνα τριγύρω, γυρνάει απότομα και μου λέει ""δεν θα τον βρείτε."" ""Μπαρδόν;"" της κάνω εγώ. ""Το αγόρι που ψάχνετε. Δεν θα τον βρείτε."" ""Τί λες κυρά μου; Μήπως ξέρεις που είναι; Μήπως τον κρύβεις; Πες μου τί εννοείς, γριά, και κοίτα μην μου πεις ψέματα, δεν έχω μεγάλη υπομονή!"" Αλλά η μπάμπω αγνόησε πλήρως τα λόγια μου και στύλωσε τα τσιμπλιασμένα μάτια της κάπου πίσω μου. Κατόπιν άρχισε να μιλάει, λες και τα διάβαζε από κάπου. ""Συνέβη πριν γεννηθεί ο παππούς του παππού μου. Ένας άνεμος, μια αποφορά και μια ησυχία είχαν εξαπλωθεί εκείνο το βράδυ σε όλη την περιοχή και την πόλη. Πόσο μεγάλη και τρανή ήταν τότε! Γιγάντια, τετραπλάσια σε έκταση και δεκαπλάσια σε πληθυσμό, ένα εμπορικό σταυροδρόμι σου λέω. Και ξαφνικά, εκείνο το ξημέρωμα, ένα τεράστιο δάσος είχε εμφανιστεί γύρω από την πόλη. Είχαν φυτρώσει αμέτρητα δέντρα ξαφνικά, σαν ζιζάνια, σαν αγριόχορτα. Οι κάτοικοι το είδαν με έκπληξη, τρόμο, αλλά και πολύ κακό μάτι. Το δάσος φύτρωσε παντού και ακατάστατα, ακόμα και πάνω στους δρόμους, κόβοντας την πρόσβαση στα  καραβάνια και αποκόπτοντας την πόλη από όλους τους εμπορικούς της προορισμούς. Ω, τι συμφορά! Αυτό θα ήταν το τέλος. Έτσι, και μια και δυο, άρχισαν την αποξύλωση και το χτίσιμο του τόπου, επεκτείνοντας τα όρια της πόλης. Έκοβαν, έκαιγαν κι έχτιζαν πάνω στις ρίζες για είκοσι ολόκληρα χρόνια. Και κάθε φορά που ένα τσεκούρι τσάκιζε κάποιο κλαδί, κάθε φορά που ένα πόδι πατούσε κάποιο μπουμπούκι, κάθε φορά που μία κολώνα τσάκιζε μία ρίζα, ένας παλμός συντάραζε το δάσος. Και την νύχτα της μέρας που σωριάστηκε το τελευταίο δέντρο και μπήχτηκε η τελευταία πέτρα, ένας τρομερός σεισμός σώριασε όλα τα καινούρια χτίσματα κι έθαψε στα ερείπια όσους είχαν βιαστεί να τα κατοικήσουν."" Στο σημείο αυτό σταμάτησε για να γλύψει τα σκασμένα της χείλη κι έπειτα συνέχισε. ""Όταν συνήλθαν οι άνθρωποι εντός της πόλης είδαν με απόγνωση ότι ό,τι έχτιζαν τόσα χρόνια είχε καταστραφεί. Κάμποσοι είχαν χάσει συγγενείς κι αγαπημένους. Αλλά αυτό που τους έσπρωξε στα όρια της τρέλας ήταν ότι ένα μικρό δασάκι είχε και πάλι φυτρώσει στα όρια των ερειπίων. Αυτό το δασάκι."" είπε και μου έδειξε το δάσος που είμαστε τώρα. Εγώ γέλασα με τις μπαρούφες που μου τσαμπουνούσε και της έκοψα τον αέρα λέγοντας ""τι μας λες τώρα, γριά. Αυτό είναι δασάρα, όχι δασάκι!"" Η γριά γέλασε κοροϊδευτικά. ""Τώρα είναι δασάρα. Τότε ήταν ένα μικρό άλσος... κανένας άλλος δεν έμαθε την αυθεντική ιστορία, όπως εγώ. Το δάσος άρχισε να απλώνεται μετά."" Για να πω την αλήθεια, διασκέδαζα με την γριά. ""Δεν ήταν ότι οι άνθρωποι άρχισαν να ξαναφυτεύουν. Απλά συγκλονισμένοι από την εκ νέου εμφάνιση των δέντρων, αποφάσισαν να τα αφήσουν στην ησυχία τους - εξάλλου, έτσι λίγα και απομακρυσμένα που ήταν, δεν τους ενοχλούσαν. Αλλά αυτό δεν ήταν αρκετό. Όχι, δεν ήταν αρκετό. Το δάσος ζητούσε ικανοποίηση. Ζητούσε ψυχές. Ζητούσε δοχεία για να εξαπλωθεί και πάλι."" Η όλη μου διασκέδαση με τις γεροντικές της ζουρλαμάρες είχε τώρα χαθεί. ""Από τότε και κάθε χρόνο χάνονται δεκάδες άνθρωποι. Για αυτό έχουμε πλέον μείνει τόσοι λίγοι... εγώ η ίδια έχω χάσει δύο γιούς και μια κόρη... πιθανόν να χαθώ κι εγώ. Είναι το δάσος. Στέλνει μανίες, στέλνει οπτασίες, στέλνει όνειρα, διαφορετικά και ξεχωριστά για τον καθένα, και τραβάει τους ανθρώπους στο εσωτερικό του σαν μαγνήτης. Κι εκεί χάνονται. Γίνονται ένα μαζί του. Και το δάσος δεν αφήνει ούτε αυτούς που δεν έχει ακόμα σαγηνέψει να φύγουν από την πόλη. Ω όχι, δεν τους αφήνει. Μια αόρατη δύναμη, σαν τείχος, κρατάει τους πάντες φυλακισμένους εδώ. Και τους κατοίκους... και τους επισκέπτες. Τους κρατάει μέχρις ότου το δάσος θερίσει την σοδειά του. Μέχρις ότου πληρωθεί το αντίτιμο για τα χιλιάδες νεκρά δέντρα. Μέχρις ότου νέοι σπόροι γεννηθούν από τα κορμιά των ανθρώπων που αιχμαλωτίστηκαν. Δεν θα το βρείτε ποτέ το αγόρι. Και, σημείωσε τα λόγια μου δύστυχε - είτε σας επιλέξει το δάσος είτε όχι, δεν πρόκειται ούτε εσείς να φύγετε ποτέ από εδώ."""
Ο Στέτσον τελείωσε την διήγηση του λέγοντας "φυσικά και δεν πήρα στα σοβαρά τα λόγια της παλιόγριας. Την παράτησα κι έφυγα γελώντας. Αλλά, που να πάρει, τώρα που βρίσκομαι εδώ, τώρα που φύσηξε αυτός ο βρώμικος άνεμος, ομολογώ πως δεν μ'αρέσει καθόλου αυτό το δάσος. Ας φύγουμε." Ο Γουίλ και ο Τζουλς Κρόουλ κοιτάχτηκαν. Δεν πίστευαν σε αυτές τις ανοησίες αλλά η ζωντανή περιγραφή του Στέτσον τους τσιμπούσε λίγο στο στήθος. "Εντάξει. Πάμε." Ο Γελαστός τους πλησίασε γαβγίζοντας λυπημένα. "Και με αυτόν τί θα κάνουμε;" ρώτησε ο  Τζουλς. "Τίποτα" απάντησε ο Φαλακρός. "Αν θέλει ας μας ακολουθήσει, αν όχι, παράτα τον. Δεν πρόκειται να ασχοληθώ με την πάρτη του."
Ξεκίνησαν την επιστροφή με τον Γελαστό κατά πόδας, ο οποίος αποφάσισε πως λίγη ανθρώπινη συντροφιά ήταν καλύτερη από την μοναξιά. Πριν απομακρυνθούν από το ξέφωτο, ο Στέτσον υπάκουσε σε μια εσωτερική παρόρμηση και γύρισε να παρατηρήσει καλύτερα το δέντρο, στα ριζά του οποίου είχαν βρει τον σκύλο. Και αυτό που είδε του έκοψε τα πόδια.
Ο κορμός έμοιαζε εκπληκτικά με μια ανθρώπινη φιγούρα, με απλωμένα δύο μεγάλα κλαδιά εν είδει χεριών που σαν να κρατούσαν ή να αγκάλιαζαν κάτι. Στην βάση τους ξεπρόβαλλε προς τα πάνω ένας μεγάλος ακαθόριστος όγκος σαν κεφάλι χωρίς πρόσωπο, από τον οποίο ξεκινούσαν τα υπόλοιπα κλαδιά.  Ο κορμός συνέχιζε στιβαρός αλλά λεπτός προς τα κάτω, σε σχηματισμούς που έφερναν σε στήθος, πλάτη, κοιλιά, λαγώνες. Αλλά το πιο ανατριχιαστικό από όλα ήταν ότι σαν να ξεχώριζε σε δύο μέρη εκεί όπου θα μπορούσαν να είναι τα πόδια. Το ένα, το αριστερό, είχε λεία ξυλώδη επιφάνεια σαν της ελιάς αλλά όχι ακριβώς ίδια, όπως και ο υπόλοιπος κορμός. Αλλά το άλλο, το δεξιό, είχε στο σημείο του υποθετικού γονάτου ένα μεγάλο, δύσμορφο ρόζο.

Read more...

Η ΦΑΣΗ ΓΗΣ - ΣΕΛΗΝΗΣ. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΝΥΧΤΕΡΙΝΟΥΣ (ΚΑΙ ΟΧΙ ΜΟΝΟ) ΤΥΠΟΥΣ...

ΠΟΣΟΙ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΕΛΙΚΑ ΕΔΩ ΜΕΣΑ;

Powered By Blogger
Powered By Blogger
Powered By Blogger

  © Blogger templates Romantico by Ourblogtemplates.com 2008

Back to TOP